Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Γενικού Λυκείου - Επιλογής) - Βιβλίο Μαθητή (Eμπλουτισμένο)
Α20
Σαρλ Μπωντλαίρ Ποιητικά κείμενα (φάκελοι) [πηγή: Πύλη για την ελληνική γλώσσα]

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.
 
Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ’ ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ’ αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.
 
Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ’ ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.
 
Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ’ στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.
 
  μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας
(1906-1990)

 

ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ ΓΛΑΡΟΙ  Κάρολος Μπωντλαίρ, «Ο άλμπατρος» (μτφ. Νίκος Φωκάς)

Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί σύντροφοι, τα ταξίδια.
 
Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.
 
Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ’ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.
 
Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκιπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.
 
  μτφρ. Νίκος Φωκάς
(γενν. 1927)

Μπωντλαίρ, «Η εξομολόγηση του καλλιτέχνη»  Μπωντλαίρ, «Τα καλά σκυλιά»  Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...»

άλμπατρος: είναι τα μεγαλύτερα ιπτάμενα θαλασσινά πουλιά. Έχουν χρώμα συνήθως ασπρόμαυρο και ζουν στο Νότιο ημισφαίριο και στον Βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΣΧΟΛΙΟ

Οδηγώντας τον Ρομαντισμό σε εσωτερικότερες αναζητήσεις, διυλίζοντάς τον και παράγοντας μιαν εκσυγχρονισμένη εκδοχή του, τη Συμβολιστική ποίηση, (αλλά δίνοντας ώθηση και σ’ εκείνη την ποιητική τάση που θα ονομαστεί Παρνασσισμός), ο Μπωντλαίρ παρέχει τον άξονα γύρω από τον οποίο στρέφεται κάθε ποίηση που θέλει να ανήκει στο πνεύμα της νεότερης εποχής. Με τα θέματά του η ποίηση μπαίνει από την ύπαιθρο στη σύγχρονη μεγαλούπολη, ενώ συγχρόνως αποκτά οξύτερη συνείδηση του εαυτού της.

Το βαθύτερο θέμα όλων σχεδόν των ποιημάτων της συλλογής Τα άνθη του κακού, στην οποία ανήκει το παραπάνω ποίημα, είναι η ψυχική κατάσταση του Ποιητή, οι εσωτερικές του αντιδράσεις στις ποικίλες διακυμάνσεις που υφαίνουν την περιπέτεια της ζωής. Η ιδέα του Μπωντλαίρ για τη μοίρα του Ποιητή παραμένει κατά βάση ρομαντική: ο ποιητής έχει έρθει στη γη για να φωτίσει την πραγματικότητα με το φως της ενόρασής του. Αντιτιθέμενος στις κοινωνικές συμβάσεις, ανίκανος στα πρακτικά θέματα, προσπαθεί ν’ αποκαλύψει με την τέχνη του έναν κόσμο μαγικό και ιδανικό, από τον οποίο ο κοινός άνθρωπος δεν βρίσκει μέσα του παρά μόνο συγκεχυμένες και αποσπασματικές εικόνες. Όμως συγχρόνως ο ποιητής, που βιώνει τη μετριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, αισθάνεται μέσα σ’ αυτήν ξένος και εξόριστος, γιατί βλέπει πως δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει τα οράματά του.

Το ποίημα μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με τα συναφή θεματικώς ποιήματα των Κορμπιέρ (Α22) και Καρυωτάκη (Παράρτημα, αρ. 9).

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
  1. Γιατί ο Μπωντλαίρ παρομοιάζει τον ποιητή με το συγκεκριμένο πουλί;
  2. Ποιαν από τις δύο μεταφράσεις θεωρείτε καλύτερη και γιατί;
  3. Σε ποιο βαθμό η διαφορετική μετάφραση του προτελευταίου στίχου διαφοροποιεί το νόημα του ποιήματος;

 

eikona

CHARLES BAUDELAIRE (Παρίσι 1821 – Παρίσι 1867). Γάλλος ποιητής, ο κυριότερος πρόδρομος της νεότερης ποίησης. Ο πατέρας του, που ήταν ερασιτέχνης ζωγράφος, πέθανε νωρίς, και η μητέρα του παντρεύτηκε έναν λοχαγό (αργότερα στρατηγό, διπλωμάτη και γερουσιαστή), με τον οποίο ο νεαρός Σαρλ δεν απέκτησε ποτέ καλές σχέσεις. Έζησε την άτακτη και μποέμικη ζωή του καλλιτέχνη. Το 1848 έλαβε μέρος στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου, αλλά γρήγορα αποτραβήχτηκε από την πολιτική. Το 1857 δημοσίευσε την περίφημη συλλογή του Τα άνθη του κακού, που θεωρήθηκε άσεμνη, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει δικαστικές διώξεις. Σημαντικό ποιητικό έργο του είναι και τα Μικρά ποιήματα σε πρόζα (1868), που εγκαινιάζουν επισήμως την πεζόμορφη ποίηση. Έγραψε ακόμη κριτικά δοκίμια για τη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία.