Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Ταξίδι με τον Έσπερο*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ με τον Έσπερο ανήκει στα μυθιστορήματα της εφηβικής ηλικίας. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι όλα έφηβοι. Ο βασικός ήρωας Γλαύκος Πετροχωρίτης, ορφανός από γονείς, έρχεται με τη θεία του κ. Σαλάνη στο παλιό αγρόκτημά τους έξω από το Ναύπλιο, για να ξεκουραστεί. Η υγεία του είναι λίγο κλονισμένη και υποφέρει από αϋπνίες.

Δίνουμε τα κεφάλαια ΣΤ' και Ζ' από το μυθιστόρημα.

«Αν είμαστε τυχεροί»

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, παρουσιάστηκε ο Ντόντος Πιτσιλάς*. Δεν είχε αφήσει να περάσουν ούτε σαρανταοχτώ ώρες από την πρώτη του επίσκεψη. Καινουριοντυμένος, με τα μαλλιά του βρεμένα, τσιτωτά, την πινελιασμένη φούντα στην κορφή, πήδηξε απ' τ' αμαξάκι του, χτύπησε πρόσχαρος την ξώπορτα.

Ερχότανε να πάρει το Γλαύκο, καθώς το είχε υποσχεθεί. Πρέπει να ήτανε πολύ περήφανος για την καινούρια του αυτή γνωριμιά. Τα μάγουλά του, καθώς μιλούσε, είχανε κοκκινίσει, όμως έμοιαζε ξεθαρρεμένος. Πρότεινε να πάνε πρώτα στο σπίτι του· ύστερα, όπου θα του άρεσε του Γλαύκου.

Ξεκίνησαν πολύ ανάλαφροι. Στο διάστημα της μιας ημέρας που είχανε να ιδωθούν, η σχέση τους αντί να κρυώσει έμοιαζε να έχει ζωηρέψει. Έλειπε από μέρος του Γλαύκου η εχθρική επιφύλαξη· κι ο Ντόντος, υποταχτικός πάντα και θαμπωμένος μπροστά στο είδωλο που ήτανε γι' αυτόν τώρα το παράδοξο τούτο παιδί, ένιωθε ωστόσο τη γλώσσα του να λύνεται.

Διασχίσανε τον κάμπο από μεριές που δεν τις ήξερε ο Πετροχωρίτης. Ο αέρας του αίθριου πρωινού, η άνετη μετατόπιση μέσα στο διάστημα, λυτρώνανε την καρδιά από κάτι στοιβαγμένα εκεί κατακάθια. Κι ανέβαινε μια στάλα στην εκτίμησή του ο φουκαράς αυτός, που τόσο καλά, τόσο σίγουρα ήξερε να βρίσκει το δρόμο. Ήτανε πραγματικά, όπως τον είχε παινέψει η μάνα του, πολύ περιποιητικός.

— Θα σας κρατούσα το μεσημέρι να φάμε στο σπίτι, μα δεν ξέρω αν αυτό θα σας έκανε ευχαρίστηση. Μπορεί να σας αρέσουμε, μπορεί κι όχι. Γιατί να σας στενοχωρήσω;

— Δεν είναι αυτό, μα θα με περιμένει η θεια μου. Δεν την ειδοποίησα.

— Ξέρετε, η Φανή θα χαρεί υπερβολικά που θα σας γνωρίσει! Έσκασε προχτές που δεν μπόρεσε να 'ρθει μαζί μας.

Πολύ τόπο στη ζωή του Ντόντου Πιτσιλά πρέπει να έπιανε η αδερφή του. Στα δυο τρίτα του δρόμου όλο γι' αυτήν μιλούσε. Πώς έκανε σαν της διηγήθηκαν προχτές, μητέρα κι αδερφός, τα καθέκαστα της επίσκεψής του, πόση ήταν η περιέργειά της να γνωρίσει το Γλαύκο Πετροχωρίτη, τι έλεγε για το ωραίο καλοκαίρι που θα περνούσανε μαζί. Κατά τα λεγόμενα του Ντόντου, έπρεπε να έχει όλα τα χαρίσματα του κόσμου η Φανή: έξυπνη, χαριτωμένη, καλόκαρδη, μορφωμένη, διασκεδαστική, τίποτα δεν της έλειπε. Ο Γλαύκος προσπάθησε να τη φανταστεί: Να μοιάζει άραγε τ' αδερφού της;

Η περιέργειά του δεν άργησε να ικανοποιηθεί. Από το σπίτι του ίσαμε το χτήμα του Πιτσιλά η διαδρομή δεν είχε βαστήξει παραπάνω από μισή ώρα. Πίσω από ένα λόφο που στρίψανε με τ' αμαξάκι, στο βάθος απέραντου αμπελιού, το σπίτι πρόβαλε άσπρο, δίπατο, φαρδύ. Περιστέρια το φέρνανε γύρω. Η Φανή Πιτσιλά, που θα είχε βέβαια στήσει καρτέρι από κανένα παράθυρο, περίμενε κιόλας χαμογελαστή στην πόρτα του περιβολιού.

— Ντόντο! γιατί αργήσατε;

Ήταν ένα κορίτσι λιγνό, μέτριο σ' ανάστημα, με πλούσια μαλλιά ξανθοκόκκινα, φτενή* μυτούλα, που στράβωνε κωμικά κατά το ένα μάγουλο. Το πρόσωπό της ήτανε γεμάτο φακίδες, τα στρογγυλά ματάκια της παιχνίδιζαν έξυπνα και χαρούμενα. Δεν ήταν όμορφη, καθόλου. Όμως είχε μια κάποια γλύκα αισιόδοξη, που την έκανε με το πρώτο συμπαθητική. Μεγαλύτερη από τον Ντόντο ένα χρόνο —είχε σφαλιστά τα δεκαεφτά της— δεν έμοιαζε ακόμα κοπέλα δεμένη. Κάτι το αδιόρατα καχεκτικό είχε στην ασυνήθιστη αδυναμία του κορμιού της, την κρυμμένη επιτήδεια από μια κομψότητα στο ντύσιμο σοφή, μιαν αφέλεια πολιτισμένη.

Έδωσε το στενό, ανάλαφρο χεράκι της στο Γλαύκο, που ήτανε θερμό στην αφή κι είχε ξερό δέρμα. Το πρόσωπό της, σ' αντίθεση με το περιποιημένο ντύσιμό της, το είχε αδέξια πουδράρει. Η στραβή μυτούλα έμοιαζε σαν αλευρωμένη, κι αυτό την έκανε κωμική.

— Πολύ χαίρομαι που ήρθατε! φώναξε ειλικρινά, ενώ τραβούσε το φίλο του αδερφού της προς το σπίτι δίχως να βιάζεται να του αφήσει το χέρι. Στη σανιδένια πεντακάθαρη σκάλα που ανέβαζε στο πρώτο πάτωμα, βάλθηκε να τρέχει με το επιδειχτικό νάζι που έχουν συχνά τ' άσχημα κορίτσια. Έτρεχε πηγαίνοντας μπρος και σύγκαιρα μιλούσε στα δυο τ' αγόρια, που την ακολουθούσαν. Θα φάει μαζί τους ο Γλαύκος το μεσημέρι; Όχι; Τι κρίμα! Κι αυτή που είχε μαγερέψει μόνη της, για να τον περιποιηθεί. Είχε φτιάξει πέρδικες σωτέ. Τις τρώει τις πέρδικες; Ω! αυτοί τις συνηθίζανε πολύ. Ο Ντόντος φταίει: Έπρεπε να τα κανονίσει, να ειδοποιήσει την κυρία Σαλάνη. Αν στέλνανε το γιο του σέμπρου* τους να της το πει; Δεν ήτανε μακριά. Μια ώρα να πάει, μια να 'ρθει. Και θα περάσουν όλη την ημέρα μαζί. Τ' απόγεμα θα πάνε και περίπατο με τ' αμαξάκι. Στο χωριό θα πάνε. Του αρέσει το χωριό; Ή όχι, καλύτερα να πάνε στις Πικροδάφνες*. Είναι πολύ όμορφα, πολύ ρομαντικά στις Πικροδάφνες. Τ' αρέσουν οι Πικροδάφνες; Δεν τις ξέρει; Τότε δεν ξέρει τίποτα. Είναι θαύμα το ηλιοβασίλεμα από τις Πικροδάφνες.

— Φανή, δεν ξέρεις τι λες! έκανε μ' εμβρίθεια* ο Ντόντος. Στις Πικροδάφνες δεν έχει κανείς πού να καθίσει. Στο γεφυράκι θα πάμε.

— Όχι, όχι στο γεφυράκι! Άκου στο γεφυράκι! Τρελαθήκατε, καλέ, να πάμε στο γεφυράκι; Θα μας φάνε τα κουνούπια!

— Δεν έχει κουνούπια στο γεφυράκι.

— Έχει.

— Εγώ προχτές ήμουν, σου λέω λοιπόν...

Στο μεταξύ, είχανε φτάσει στο σαλόνι, όπου τους περίμενε όρθια στο κατώφλι κι επίσημη η κυρία Πιτσιλά. Υποδέχτηκε εγκάρδια το Γλαύκο, με την ίδια διάκριση που θα υποδεχόταν έναν μεγάλο. Του είπε τη λύπη της που δεν ήτανε σήμερα εδώ κι ο άντρας της, να τον γνωρίσει.

Έλπιζε όμως ότι, στο εξής, θα είχανε την ευκαιρία να βλέπονται συχνά.

— Γιατί είμαστε και μακρινοί συγγενείς, να το ξέρεις. Και βάλθηκε να εξηγεί πάλι τους οικογενειακούς δεσμούς, που φάνηκαν στον ανιψιό της κυρίας Σαλάνη κάπως πολύπλοκοι κι αόριστοι. Όμως η ατμόσφαιρα της υποδοχής ήτανε πολύ θερμή, υπερβολικά ίσως. Ο Γλαύκος ένιωθε τον εαυτό του εδώ μέσα πρόσωπο σημαντικό.

Τον τρατάρησαν* γλυκό του κουταλιού κι ύστερα τον πήρανε οι τρεις εν σώματι, να του κάνουν το γύρο του περιβολιού τους. Ήτανε μεγάλο, φτιαγμένο με φροντίδα σχεδόν σπάταλη. Σπάνια είδη τριαντάφυλλα, λουλούδια για όλες τις εποχές. Η Φανή είχε τα ευνοημένα της φυτά, που τα περιποιόταν μονάχη της. Άκουγες το μαγκάνι* να δουλεύει πιο πέρα, για να ποτίζει τον λαχανόκηπο. Παγκάκια πελεκημένα σε ξύλο χοντρό, περίμεναν κρυμμένα κάτω από λεμονιές, νεραντζιές, πορτοκαλιές. Σε σύγκριση με τούτο εδώ, το χτήμα των Πετροχωρίτηδων, το παραμελημένο τόσα χρόνια, άφηνε στο νου μια θύμηση χέρσα κι αγριωπή.

Πρόσχαρη ήταν η τραπεζαρία, άστραφτε στον ήλιο. Ώσπου να γυρίσουν από το περιβόλι, όλα είχαν ετοιμαστεί σαν από μαγεία. Στη μέση ένα μεγάλο ανθογυάλι μενεξελί διάφανο, βάσταζε μιαν αγκαλιά τριαντάφυλλα που ξεφυλλίζονταν πάνω στο κολλαριστό μεσοτράπεζο. Μυρωδιά ανάλαφρη διάνευε* στον αέρα, σαν από μέλι που αργολιώνει κι εξατμίζεται στον ήλιο. Η κυρία Πιτσιλά όρισε μ' εθιμοτυπική σοβαρότητα τις θέσεις. Ήτανε φανερό πως η οικογένεια είχε βάλει πέρα για πέρα τα καλά της, να κάνει στον ξένο της εντύπωση.

— Ο κ. Πιτσιλάς έρχεται τα Σαββατοκύριακα, δήλωσε η κυρία ενώ σερβίριζε. Το επάγγελμά του (είναι γιατρός), δεν του επιτρέπει να λείπει στην εξοχή όλο το καλοκαίρι. Μονάχα το φθινόπωρο μένει δεκαπέντε μέρες εδώ, ύστερα φεύγουμε όλοι μαζί.

Σήμερα το ύφος της ήταν αλλιώτικο. Δεν είχε πια την ευτράπελη* εκείνη ελαφρότητα που σημείωσε τόσο δυσάρεστα ο Γλαύκος όταν την πρωτόδε. Κρατούσε το ρόλο της οικοδέσποινας με κάποιο στόμφο*. Στην υπηρέτρια, που έφερνε τις πιατέλες, έδινε οδηγίες σύντομες, με φωνή πνιχτή, κάποτε με τα μάτια μόνο. Φανερό πως ήθελε να μιμηθεί την κυρία Σαλάνη.

Τις πέρδικες τις σερβίρισε μονάχη της η Φανή, αφού ήτανε και προσωπικό της έργο. Με τα ολοστρόγγυλα ματάκια της καρφωμένα στο Γλαύκο, περίμενε εναγώνια την εντύπωση. Άλλωστε, από την αρχή, δεν έκανε άλλο παρά, φανερά ή κρυφά, να τον κοιτάζει. Τα χεράκια της, τα φακιδιασμένα και ξερά, τρέμανε όσο που ν' ακουστεί η επιδοκιμασία του ξένου.

— Καλές είναι, είπε, ακριβός στα λόγια του.

Αναστέναξε ανακουφισμένη η Φανή και το μουσούδι της φωτίστηκε. Η πρώτη φλυαρία της την έπιασε πάλι.

— Λοιπόν, στο γεφυράκι τ' απόγευμα, έκανε ο Ντόντος με το μούτρο χωμένο στο πιάτο του.

— Θα πάτε στο γεφυράκι; ρώτησε η κυρία Πιτσιλά.

— Γιατί να μην πάμε στις Πικροδάφνες; Κρίμα! παραπονέθηκε η Φανή.

— Στις Πικροδάφνες, αν δεν μπούμε στου συνταγματάρχη, δεν έχει κανένα νόημα.

— Ω, όχι, όχι στου συνταγματάρχη! κάνει η Φανή και κοιτάζει ανήσυχη το Γλαύκο.

— Μην ακούω ανοησίες, έκανε κοφτά η κυρία Πιτσιλά. Στου συνταγματάρχη, ξέρετε πως δεν μπαίνει κανένας. Λοιπόν;

— Μα γιατί; ρώτησε απορημένος ο Γλαύκος.

Του έκανε εντύπωση που τους είδε να σωπαίνουν. Μητέρα και κόρη είχανε κοιταχτεί μια στιγμή.

— Ο συνταγματάρχης είναι ιδιόρρυθμος άνθρωπος, είπε τέλος, ύστερα από σκέψη, η κυρία Πιτσιλά.

— Εγώ δεν το καταλαβαίνω αυτό, έκανε μέσα στα δόντια του ο Ντόντος.

— Τι δεν καταλαβαίνεις;

— Αυτή την... ιδιοτροπία του συνταγματάρχη.

— Μα Ντόντο!... από πού σε φέραμε; δαγκώθηκε η Φανή.

— Άφησέ τον. Κάνει τώρα τον ανήξερο.

— Γιατί; Σάμπως ξέρω;

— Αυτό που ξέρεις φτάνει, δήλωσε κατηγορηματικά η μητέρα του. Ξέρεις πως οι ξένοι, εκεί, δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Αφού εγώ, που ήμουνα τόσο συνδεδεμένη με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του...

— Δεν πηγαίνετε λοιπόν ούτε σεις εκεί; ρώτησε ο Γλαύκος για να την κάνει να μιλήσει.

Η κυρία Πιτσιλά βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ξεροκατάπιε, έσιαξε την πετσέτα της.

— Παιδί μου, λέει τέλος, πρέπει να ξέρεις, εφόσον είσαι κι εσύ ντόπιος, πως ο συνταγματάρχης είναι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος. Στους δυστυχισμένους πρέπει πολλά να συγχωρεί κανείς. Βέβαια, αν εγώ αποφάσιζα να πάω, δεν θα του περνούσε από το νου να μου κλείσει την πόρτα. Όμως ξέρω την επιθυμία του, γιατί να τον δυσαρεστήσω;

— Και οι δικοί του, δεν υποφέρουν από την απομόνωση;

— Ο Θεός ξέρει. Υποθέτω. Ένα κορίτσι δεκαεφτά χρονών —είναι στην ηλικία της Φανής η Δανάη— και δυο άλλα μικρότερα, που θα 'χαν ανάγκη κι αυτά, σαν παιδιά, να σχετιστούν... Ο Θεός ξέρει.

Σώπασαν. Έτρωγαν παραδομένοι στους στοχασμούς τους.

— Είναι χρόνια κλεισμένος έτσι; ρώτησε ο Γλαύκος.

— Δυο χρόνια, αποκρίθηκε η κυρία Πιτσιλά κι έγνεψε στην υπηρέτρια να σηκώσει τα πιάτα.

Τ' απομεσήμερο στάθηκε για το Γλαύκο λιγότερο ευχάριστο από το πρωινό. Η οικογένεια Πιτσιλά σα να είχε αδειάσει. Φανερό πως δεν ήταν από τους ανθρώπους που όσο τους γνωρίζεις κερδίζουν. Η περιποίησή τους όμως δεν κουράστηκε ούτε στιγμή. Τον έβαλαν να πλαγιάσει στο δωμάτιο για τους ξένους κι ο Ντόντος, κλείνοντας την πόρτα, τον ειδοποίησε πως σα θα ξυπνούσε, τ' αμαξάκι θα ήτανε κιόλας ζεμένο.

— Για να μην αργήσετε να γυρίσετε, εξήγησε, κι ανησυχεί η θεια σας. Αν κι έχει φεγγάρι...

Καθώς όμως έκανε να κλείσει το πορτόφυλλο, μετάνιωσε, έριξε μια ματιά στο διάδρομο και μπήκε πάλι στην κάμαρα πατώντας στα νύχια.

— Ακούστε. Ύστερα από το γεφυράκι, σα θ' αφήσουμε εδώ τη Φανή και θα σας πηγαίνω σπίτι σας, θα σας περάσω μια βόλτα κι από τις Πικροδάφνες...

— Α...

— Ναι. Όμως μη τους πείτε τίποτα! έκανε δείχνοντας έξω. Θα ιδείτε... Είναι μαγεία. Έχει και φεγγάρι απόψε. Ποιος ξέρει... Μπορεί ν' ακούσουμε και μουσική. Αν είμαστε τυχεροί...

Χαμογέλασε κι έφυγε αθόρυβα, ακροπατώντας.


Κάτω από το βλέμμα του Βέγα*

Η εκδρομή στο γεφυράκι στάθηκε ολότελα ανούσια. Τη Φανή, που ίσαμε τότε έδινε τον τόνο στη συντροφιά με την κελαϊδιστή φλυαρία της, μια μελαγχολία ανεξήγητη την είχε ξαφνικά κυριέψει. Τραβήχτηκε λιγάκι απόμερα και κάθισε πάνω στο χαλασμένο παραπέτο του πέτρινου γεφυριού σωπαίνοντας. Με τις λιγνές της γάμπες σταυρωτές, το σαγόνι ακουμπισμένο στην παλάμη, το μάτι θαμπό, έδειχνε ασχημότερη τώρα. Η μύτη της έμοιαζε να στραβώνει ακόμα πιο πολύ. Ο Γλαύκος παρατήρησε πως η χαρούμενη όψη, στο κορίτσι αυτό, ήτανε σαν ένα καλοραμμένο φουστάνι: Σαν το φοράς, μεταμορφώνεσαι, ομορφαίνεις. Μπορεί μάλιστα και γι' αυτό ίσα ίσα να την είχε εφεύρει. Ποιος ξέρει ύστερα από τι βασανιστικές δοκιμές μπροστά στον καθρέφτη της να την είχε σκαρώσει, εκεί που μονάχη, κλειδωμένη σε κάποια κάμαρα, θα πάσχιζε να διορθώσει το άδικο που της είχε κάνει η Φύση.

Η τοποθεσία στο γεφυράκι ήτανε κι αυτή ασήμαντη. Ένα ξεροπόταμο, μερικές λυγαριές, πιο πέρα μερικά πλατάνια ερημικά, γερασμένα. Ο ήλιος βασίλευε μέσα σε άχνη χωρίς δόξα. Τα τρία παιδιά κάθισαν πρώτα κάτω από τα δέντρα, ύστερα στο γεφυράκι, κι η Φανή έβγαλε από το καλαθάκι της ένα κέικ δικής της κι αυτό κατασκευής.

— Τι κρατάς μούτρα; τη μάλωσε ο Ντόντος. Επειδή δεν πήγαμε δηλαδή στις Πικροδάφνες;

— Ω, όχι, έκανε αφαιρεμένο το κορίτσι, κι η φωνή του ήτανε πονεμένη. Ανάλαφρο αγέρι, βραδινό, φλυάρησε στις φυλλωσιές.

— Ελάτε να καθίσουμε εμείς εδώ, είπε ο Ντόντος στον ξένο του. Αφήστε την αυτήν. Στα καλά καθούμενα, δίχως λόγο σοβαρό, την πιάνουν οι μελαγχολίες.

Ο Γλαύκος το βρήκε ανάρμοστο να σχολιάσει. Κάθισε όπου του είχε δείξει ο Ντόντος, στη ρίζα μιας λυγαριάς, αλλά κι εκεί δεν βρήκανε πολλά να πουν οι δυο τους.

— Εγώ θα 'θελα να ήμουνα μουσικός, έκανε κάποια στιγμή εμπιστευτικά ο Ντόντος, κοιτάζοντας με προφύλαξη κατά τη μεριά που καθόταν η αδερφή του.

— Παίζεις κανένα όργανο;

— Όχι.

— Τότε;

— Να, έτσι.

Κάτι πήγε να πει ακόμα, όμως μετάνιωσε. Του Γλαύκου, από ώρα του έκανε εντύπωση πως ένα θέμα, συνηθισμένο στις κουβέντες των αγοριών, δεν είχε έρθει καθόλου ίσαμε τώρα στη δική τους: Τα κορίτσια. Ήτανε μήπως τόσο πολύ αποχαυνωμένος ο Ντόντος από την οικογενειακή πειθαρχία, που να μην έχει ξυπνήσει ακόμα; Ή, μήπως, επειδή είχε αδερφή, το έβρισκε ανάρμοστο να κάνει τέτοιες κουβέντες;

Το βραδινό φως χαμήλωνε.

— Ε, δεν πάμε τώρα; είπε δυνατά ο χοντρός.

— Πάμε, αναστέναξε από πέρα η Φανή.

Ανέβηκαν στ' αμαξάκι, ξεκίνησαν. Ο δρόμος ήτανε κακός, γεμάτος λιθάρια. Πήγαιναν αργά, τραμπαλίζοντας. Το φεγγάρι άρχισε ν' αχνοφωτίζει γύρω.

— Φανή, παρακάλεσε πολύ ευγενικά τώρα ο Ντόντος, τραγούδησέ μας κάτι.

— Όχι, όχι! Εγώ να τραγουδήσω; Εγώ δεν έχω φωνή.

— Πώς δεν έχεις; Τραγουδάς ωραία.

— Μα έλα τώρα, Ντόντο! Με κάνεις και ντρέπομαι.

— Τι ντρέπεσαι; Το Γλαύκο;

— Τραγούδησε, έκανε μεγαλόψυχα εκείνος.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήτανε τρομαγμένα.

— Θα με κοροϊδέψετε.

— Γιατί να σε κοροϊδέψω;

Έμεινε σκεφτική.

— Καλά, πιο ύστερα, είπε.

Προχώρησαν βουβοί, για κάμποσο. Το βράδυ πύκνωνε, το φως γύριζε σταθερά στο γαλάζιο. Τα τριζόνια άρχισαν λιανοτρέμουλα, ερημικά. Μέσα στον κάμπο, που χώνευε στην άχνα του φεγγαριού, τ' αμάξι γύριζε, έπλεε σαν παρμένο από ρεύματα άγνωστα. Η φωνή του κοριτσιού, που σηκώθηκε σε λίγο ψιλούλα και τρεμουλιαστή, μπερδεύτηκε με τα τριζόνια. Ήτανε διακριτικό το τραγούδι της, απλό και ήσυχο.

— Τι τραγούδι είν' αυτό, ρώτησε ο Γλαύκος.

— Είναι παλιό. Το 'λεγε η γιαγιά μου. Το πρόσωπο του κοριτσιού χαμογελούσε φωτισμένο από το φεγγάρι.

— Σ' αρέσει;

— Μ' αρέσει.

Η διαδρομή τώρα φαινότανε μακριά, ίσως όμως κι ο Ντόντος να τη μάκραινε, τραβώντας από άλλους δρόμους. Οι λυγαριές μύριζαν, σε κάποιους βάλτους, πέρα, λαλήσανε τα βατράχια.

— Πες το πάλι το τραγούδι, έκανε ο Γλαύκος.

Κάθονταν αντικριστά στο κασόνι του αμαξιού, και μπροστά καμπούριαζε η ράχη του Ντόντου, που οδηγούσε. Η Φανή ξανάπε το τραγούδι της, κοιτάζοντας τώρα το Γλαύκο ξεθαρρεμένη.

— Φτάσαμε.

Παραξενεύτηκαν. Κοιτάξανε γύρω να ιδούν μήπως ο Ντόντος κοροϊδεύει και ξέκριναν το σπίτι που είχε ξεπροβάλει μέσα στη νύχτα αναπάντεχα.

— Εγώ κατεβαίνω, έκανε η Φανή.

Πήρε το καλαθάκι της, έδωσε το χέρι αμίλητη στο Γλαύκο και πήδηξε κάτω.

— Καληνύχτα, φώναξε πρόσχαρα από την πόρτα του περιβολιού.

Την είδανε να φεύγει στο δρομάκι γοργή κι αθόρυβη, σαν να την έπινε η σκιά της κληματαριάς. Ο Ντόντος χτύπησε τα γκέμια. Ξεκίνησαν πάλι.

Κ. Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου]  Κ. Πολίτης, «Η γνωριμία με τη Μόνικα» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου]  Μ. Κρανάκη, «Ένα τόπι χρωματιστό» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου]


Έσπερος: το εσπερινό άστρο, η Αφροδίτη, αλλιώς Αποσπερίτης. 
Ντόντος Πιτσιλάς: συνομήλικος και γείτονας του Γλαύκου, χοντρός και αδέξιος νέος.
φτενός: λεπτός.
σέμπρος: ακτήμονας που καλλιεργεί με συμφωνία ένα ξένο κτήμα και μοιράζεται με τον ιδιοκτήτη τα προϊόντα.
Πικροδάφνες: εξοχική περιοχή, όπου βρισκόταν το αγρόκτημα ενός συνταγματάρχη που ζούσε απομονωμένος από τον έξω κόσμο με τις κόρες του. Μια από αυτές, τη Δανάη, θα ερωτευτεί ο Γλαύκος.
εμβρίθεια: σοβαρότητα, βαρύτητα.
τρατάρω: κερνώ. 
μαγκάνι: μηχάνημα για άντληση νερού με κουβάδες από πηγάδι, βαρούλκο. 
διανεύω: απλώνομαι, σκορπίζομαι.
ευτράπελος: εδώ κωμικός, αστείος.
στόμφος: πομπώδες ύφος.
Βέγας: λαμπερό αστέρι λευκότατο, που ανήκει στον αστερισμό της Λύρας, από τα πλησιέστερα στη γη.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Η ψυχική διάθεση του Γλαύκου και της Φανής παρουσιάζει πολλές μεταβολές: να τις επισημάνετε και να βρείτε την αιτία τους.
  2. Όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζονται εδώ σκέφτονται το σπίτι στις Πικροδάφνες για διαφορετικούς λόγους το καθένα, που δεν τους αποκαλύπτουν: ποιες είναι οι προθέσεις της κ. Πιτσιλά και της Φανής και ποιες των δύο αγοριών;
  3. Σε ποια χωρία του κειμένου ο ρευστός συναισθηματισμός των νέων πλαισιώνεται αρμονικά από την περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος;
  4. Ο συγγραφέας παρατηρεί τα πρόσωπα του Ντόντου, της Φανής και της κ. Πιτσιλά από ορισμένη οπτική γωνία, τα παρακολουθεί δηλ. και τα κρίνει με τα μάτια του Γλαύκου: Να επιβεβαιώσετε την παρατήρηση αυτή με παραδείγματα από τα αφηγηματικά μέρη του κειμένου.
  5. Διαβάστε προσεχτικά το απόσπασμα από «θα φάει μαζί τους ο Γλαύκος... από τις Πικροδάφνες»: α) Να επισημάνετε το είδος του λόγου που χρησιμοποιεί εδώ ο συγγραφέας. β) Μπορείτε να αποκαταστήσετε το διάλογο που υπονοείται; γ) Τι πετυχαίνει ο συγγραφέας με την έμμεση (μέσω της Φανής) αναμετάδοση του διαλόγου;