Νεοελληνική Λογοτεχνία (Γ Λυκείου Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Μένης Κουμανταρέας

Παλιά και λησμονημένα  Μ. Κουμανταρέας, «Βιοτεχνία υαλικών» (απόσπασμα) [πηγή: Εταιρεία Συγγραφέων]

(απόσπασμα)

Στο μυθιστορημα Βιοτεχνία υαλικών, απ' όπου και το απόσπασμα, ο Βλάσης και η Μπέμπα Ταντή διατηρούν μια μικρή επιχείρηση, μια βιοτεχνία υαλικών, στην Αθήνα. Την επιχείρηση διευθύνει η Μπέμπα, όμορφη, έξυπνη και δραστήρια γυναίκα, ενώ ο Βλάσης, άβουλος και με αδύνατα νεύρα, ελάχιστα προσφέρει και αργότερα αρρωσταίνει. Κοντά στο ζευγάρι ζουν και δυο φίλοι, εργένηδες και αποτυχημένοι, που προσλαμβάνονται στο μαγαζί. Με την εξέλιξη του έργου, το πέρασμα του χρόνου και οι δυσκολίες της ζωής διαβρώνουν τα πράγματα και τους ανθρώπους. Η επιχείρηση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Το οίκημα που στεγαζόταν γίνεται πολυκατοικία και η Μπέμπα αναγκάζεται να τη μεταφέρει αλλού.

Οι ταξιδιώτες που διέσχιζαν τη λεωφόρο Αθηνών σταματούσαν στο πέμπτο χιλιόμετρο, σε ένα μοντέρνο πρατήριο βενζίνας, που σερβίριζε αχνιστό καφέ το χειμώνα και παγωμένες λεμονάδες τα καλοκαίρια. Κι όπως απολάμβαναν ρουφώντας με το καλαμάκι, έβλεπαν με περιέργεια ένα μεγαλόσωμο κανελί σκυλί με άσπρες βούλες, που γυρόφερνε στα πόδια τους κι εξαφανιζόταν στο διπλανό μαγαζί.

Ήταν ένα μαγαζί στενόμακρο, τυφλό, που η πρόσοψή του από λερωμένο ασβέστη, ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με την πολυτέλεια του πρατήριου. Η βιτρίνα του άφηνε να φανούν στοιβαγμένα φύρδην-μίγδην, λάμπες, απλίκες, λαμπατέρ —σβηστά όλα— καθώς και κάτι πολυέλαιοι που κρέμονταν από την οροφή τυλιγμένοι σε σκόνη. Οι πελάτες σπάνιζαν. Ήσαν, κατά το πλείστον, γέροι ιδιόρρυθμοι που θα τους είχε γυαλίσει καμιά παλιά λάμπα από φαρφούρι, μιας και τίποτε νέο δεν έβρισκε κανείς σ' αυτό το μαγαζί. Ακόμα και η ιδιοκτήτρια, μια παχιά γυναίκα που χειμώνα-καλοκαίρι έβγαζε μια πάνινη πολυθρόνα στο κατώφλι, ως κι αυτή έμοιαζε ν' ανήκει σε μιαν άλλη εποχή.

Ντυμένη ολόμαυρα, με τα μαλλιά της που είχαν το χρώμα στάχτης, δεν σταματούσε να κάνει αέρα με μια ξεθωριασμένη βεντάλια. Σπάνια να σηκωθεί για κανέναν πελάτη. Όλες τις ώρες είχε μια στάση σαν άγαλμα· τα χέρια ροζιασμένα, τα στήθια χαλαρά, το πρόσωπο μέσα σε ομίχλη. Μόνο τα πόδια, πράγμα παράξενο, πρόσεχε ο περαστικός, ήταν άσπρα και χυτά, λες αυτά να είχαν διαφυλάξει στο ακέραιο, συγκεντρωμένη την ομορφιά της. Τα τέντωνε μάλιστα να φανούν κι ίσιωνε την κορδέλα στο μέτωπό της· ένα μέτωπο προτεταμένο, σχεδόν πνευματικό. Οποιαδήποτε ώρα και να περνούσες, μπορούσες να τη δεις στην ίδια θέση, χαραγμένη σαν βράχος, και το μεγαλόσωμο σκυλί να της γλείφει τα χέρια, σκουντώντας την απαλά για να το ταΐσει. Και μόνο σαν έπεφτε το δειλινό, μια ανακούφιση απλωνόταν στο πρόσωπό της. Έσβηνε τις ρυτίδες κι αγλάιζε τα χαρακτηριστικά της. Τότε, οι σκιές της νύχτας έσερναν έναν τρελό χορό από παλιά και λησμονημένα.

Θυμόταν το γάμο της που είχε συμπέσει με τη μέρα της γιορτής της, τέσσερις Δεκεμβρίου, της Αγίας Βαρβάρας, κι έγινε στον Αγιο Παύλο, στο Μεταξουργείο. Είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι από το Αίγιο, σε ημιφορτηγά και τρίκυκλα, φορτωμένοι καλαθούνες και πανέρια. Οι γυναίκες κρατούσαν στα χέρια αγκαλιές λουλούδια κι οι άντρες μασούσαν τα μουστάκια τους και παίζανε κομπολογάκι. Μιλούσαν όλοι μαζί και κουνούσαν τα χέρια στον αέρα, και κάπου κάπου, υψωνόταν ένα στρίγκλικο γέλιο, σα βεγγαλικά. Αντίθετα, οι συγγενείς του αντρός της σώπαιναν με γυρισμένες τις πλάτες. Εκείνοι, θυμόταν, είχαν έρθει με ταξιά, οι άντρες με ασημένια μανικετόκουμπα, οι γυναίκες γαντοφορεμένες, με καπελίνες. Ακόμα είχε τις φωτογραφίες τους φυλαγμένες σε μια κασέλα. Πόζες που ο χρόνος πάγωσε· χαμόγελα, τούλια, κουφέτα. Αυτή ήταν η πρώτη και η στερνή φορά που τα δυο σόγια σμίγαν. Στην έξοδο είχε πιάσει δυνατή βροχή, και μέσα σε λίγα λεφτά η σύναξη είχε σκορπίσει.

Στο μεταξύ, στο σπίτι της Αχαρνών, στην οδό Πιπίνου, περίμεναν τα δώρα. Δώρα να δουν τα μάτια σου. Αν εξαιρέσεις μια χρωμολιθογραφία* που έδειχνε τις σταφιδαποθήκες στην παραλία του Αίγιου —αυτές που τώρα έμεναν άδειες και μαυρισμένες— κι ένα σερβίτσιο ασημένιο κουταλάκια του γλυκού, όλα τ' άλλα είχαν κάνει φτερά. Τα φανταζόταν να ταξιδεύουν στον ουρανό· κατσαρόλες από του Σγούρδα, κιλίμια από το Αίγιο και χαλιά από την Εθνική Ταπητουργία, κιτρινιασμένες νταντέλες από τις προγιαγιάδες τους και γλάστρες με γαρδένιες από του Φλεριανού, όλα κρεμασμένα σε ράμφη πελαργών, αντίς για μωρά — αυτά που δεν είχαν έρθει.

Έτσι απαράλλαχτα, ταξίδεψαν και οι άνθρωποι του σπιτιού. Ο θείος ο Αχιλλέας, μικρός αδελφός του πατέρα της, μαυραγορίτης στην κατοχή, στίγμα σε μια οικογένεια που είχε βγάλει αντάρτες στο βουνό, κι ο μόνος απ' όλο το σόι που πρόκοψε οικονομικά. Τον βρήκαν, θυμόταν, μέσα στην μπανιέρα του, από αποπληξία είπαν, με το ασπρουδερό δέρμα του όλο πτυχές και ζάρες και τα μικρά άπληστα μάτια του πεταγμένα έξω. Ήταν ακόμα η θεία Ντίνα με τις συνταγές της για σπανακόπιτα και ραβανί, αυτή που στην κατοχή έκρυβε τις χειροβομβίδες του γιου της μέσα στο σακούλι με τα φασόλια, και που κατέληξε, κακήν-κακώς, να πάει από μοτοσικλέτα. Ο Πάρις, μικρανιψιός του πατέρα της, ένα ψηλό Επονιτάκι* σωστός λεβεντονιός, τσίφτη τον φώναζαν όλοι, αυτός που αργότερα, το Δεκέμβρη*, έκανε τα αίσχη. Έτσι τουλάχιστον διατεινόταν ο στρατοδίκης που τον είχε καταδικάσει. Και ήσαν άλλοι φίλοι και συνάδελφοι, ο Τάκης, ο Αλέκος, η Νανά, που είχαν δοκιμάσει τα μύρια όσα στη Μακρόνησο και στη Γυάρο*, άλλοι χορταριασμένοι κι άλλοι φευγάτοι στις ανατολικές χώρες, όπως ο φίλος τους ο Σαράντης με τη μηχανή του Κόντακ και το ωραίο του μαύρο, σαν μεταξωτό, μουστάκι, σ' αντίθεση με τους δεξιούς της εποχής που ήσαν όλοι ξυρισμένοι. Ακόμα είχε στο μυαλό της τα τραγούδια που έλεγαν στις εκδρομές στον Κόκκινο Μύλο [...]

Μίλαν Κούντερα, «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (απόσπασμα)


χρωμολιθογραφία: εικόνα τυπωμένη με χρωματιστό μελάνι· έγχρωμη λιθογραφία.

Επονιτάκι: Μέλος της ΕΠΟΝ, γνωστής αντιστασιακής οργάνωσης νέων κατά την Κατοχή.

Δεκέμβριος: Πρόκειται για το Δεκέμβρη του 1944, που έγινε η σύγκρουση ανάμεσα στον ΕΛΑΣ της Αθήνας και στις κυβερνητικές δυνάμεις που ενίσχυαν οι Άγγλοι (Δεκεμβριανά).

Μακρόνησος, Γυάρος: τόποι εξορίας των αριστερών.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Στο απόσπασμα, ο συγγραφέας δίνει μια εικόνα της πρωταγωνίστριας. Ποια είναι τα εξωτερικά και ποια τα εσωτερικά χαρακτηριστικά της;
  2. Ποιο είναι το κλίμα που δημιουργεί η αφήγηση και ποιο το περιεχόμενο που εκφράζει;
  3. Να παρατηρήσετε την τεχνική της αφήγησης προσέχοντας το θέμα που ο συγγραφέας αναπτύσσει σε κάθε παράγραφο. Ποια είναι τα κυριότερα θέματα που διατρέχουν την αφήγηση και με ποιο τρόπο παρουσιάζονται;