Νεοελληνική Λογοτεχνία (Γ Λυκείου Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Aλέξανδρος Κοτζιάς

Ο Εωσφόρος

Το Μυθιστορημα Ο Εωσφόρος κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1959. Οι ήρωές του είναι νέοι που αγωνίζονται να ισορροπήσουν μέσα στα ψυχολογικά και ιδεολογικά αδιέξοδα του μεταπολεμικού κόσμου.

Στο απόσπασμά μας ο Στέφης, αφηγητής και ένας από τους ήρωες, είναι φτωχός δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα μικρής κυκλοφορίας. Για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, αποφασίζει να «παίξει» στον ιππόδρομο. Για το σκοπό αυτό πείθει το αφεντικό του να του προκαταβάλει το δώρο των Χριστουγέννων και ακολουθεί στον Ιππόδρομο δύο γνωστούς του, το Στέλιο Αντωνιάδη και τον Αντώνη Ελευθερίου, που υποτίθεται ότι είναι έμπειροι. Παίζει μαζί τους όλα τα χρήματά του, ακολουθώντας τις συμβουλές που τους έδωσε εμπιστευτικά ένας «ειδήμων» του Ιππόδρομου, ο κύριος Ιωσήφ.

[ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ]

(απόσπασμα)

Οι κερκίδες, ο απέραντος στίβος, το ανθρωπομάνι, η βαβούρα, μου είναι τόσο ξένα κι αταίριαχτα και τέτοια αίγλη παίρνουν στα μάτια μου, ώστε νιώθω σα νεοσύλλεχτος ριγμένος αιφνιδιαστικά σε μια ομήγυρη από στρατηγούς κι επιλοχίες. Πήχτρα η εξέδρα, καρφίτσα δεν πέφτει. Φέρνουμε δυο βόλτες στο χώρο των ορθίων ανάμεσα στις κερκίδες και το κιγκλίδωμα. Ο Αντωνιάδης ξεφτίζει με τα δόντια το πυρρό του μουστάκι. Δε σταματάει να ψάχνει γύρω γύρω. Τρώει κι ο Ελευθερίου τα νύχια του: Ακόμη! ακόμη!... Ανησυχώ μαζί τους κι εγώ. Υποψιάζομαι κάποια αναποδιά π' αγγίζει το χείλος της καταστροφής.

«Αργήσαμε», γρυλίζει ο Ελευθερίου.

«Είχαμε και τούτο το μάπα να περιμένουμε».

«Καθόλου, εγώ σας περίμενα από τις δύο. Εσείς αργήσατε». Και μολοντούτο αρχίζω να αισθάνομαι ένοχος.

Ο Αντωνιάδης μού δείχνει μια γωνίτσα από την εξέδρα: «Εσύ θα κάτσεις εδώ!»

«Πού πάτε;».

«Στο ζυγιστήριο.»*

«Να 'ρθω κι εγώ;... Δώσε μου τα κιάλια μου...» Τους έχασα στην κοσμοχαλασιά... Δεν ξέρω πια τι να κάνω. Βαρέθηκα χαζεύοντας, ζαλίστηκα. Ε, δε θα τρέξουν; Αυτό είναι οι ιπποδρομίες; Πώς να καταλάβεις όμως σε τόσο νταβατούρι;

Ξάφνου μυρίζομαι πως κάτι συμβαίνει. Το πλήθος αναδεύει με πυρετό. Περνάνε βιαστικοί, φωνάζουνε, σπρώχνουν. «Τι γίνεται;» Κάποιος σκόνταψε πάνω μου. Μετράει ένα ματσάκι πεντακοσάρικα, χιλιάρικα. Έπειτα τα μπουλούκια που συνωστίζονται μπρος σε κάτι αραδιαστά παραθυράκια στο βάθος, τρέχουνε κοπάδι, καλπάζουν, τσαλαπατιούνται να πιάσουνε θέσεις πίσω από το κιγκλίδωμα. Οι πλάτες πυργώνονται μπροστά μου αδιαπέραστες. Σηκώνομαι στις μύτες, ντρέπουμαι να ρωτήσω. Άξαφνα μια μυριόστομη ιαχή — κάτι το συγκλονιστικό θα πρέπει να συντελέστηκε. Χτυπάω διακριτικά κάποια πλάτη: «Ποιος έρχεται;» «Τζαγκουάρ! Τζαγκουάρ!», με σκυλοβρίζει αφρίζοντας. Κι όσο να το καλοσκεφτώ, μέσα σε ουρλιαχτά και σφυρίγματα, ένα ποδοβολητό ολοένα ζυγώνει, φτάνει μπροστά μας, διαβαίνει, έσβησε. Παραλήρημα. Βουλώνω τ' αυτιά μου... «Αααα!» Δυο χείλια σαλιωμένα κολλάνε στο μάγουλό μου. Ο άγνωστος σα δερβίσης χάθηκε στο πλήθος ανεμίζοντας πανηγυρικά ένα κουπονάκι. «Αλίμονο, η πρώτη». Κάποιος αξιοσέβαστος κύριος μ' ασημένια μαλλιά, ντυμένος σαν άρχοντας, ψάχνει περίλυπος ένα πορτοφόλι που το στολίζει χρυσό μονόγραμμα. Τι! Αυτό ήταν όλο; Κι εγώ που δεν κέρδισα; Επιστρέφω στη γωνίτσα που μου 'χουνε ορίσει οι μπαγάσηδες, με τρώνε τα σκουλήκια... Μόλις τους είδα από πέρα πέφτω στα ίσια πάνω τους φριχτά αγριεμένος: «Πού με παρατήσατε; Τι γίνεται εδώ;»

«Ο κύριος Ιωσήφ!»

Πραγματικά, τούτη τη φορά ο «μαθηματικός» έχει δίκιο. Είναι εκείνος. Με αβρές κινήσεις ο Αντωνιάδης γλιστράει το παχουλό κορμί του μέσα από τις συμπληγάδες του κόσμου ως την κολώνα με τα μεγάφωνα, όπου στέκει εκείνος μοναχός και ατάραχος. Είναι κοντοφάρδουλος, υπερβολικά παχύς στη μέση, ολοστρόγγυλος. Τ' αποπληχτικό του μούτρο ξεχειλίζει σε προγούλια και διεκδικεί μ' ένα ύφος απρόσιτο όση μεγαλοπρέπεια του αφαιρεί το μπόι. Εύκολα, ωστόσο, υποθέτει κανείς πως η μόνιμη συνοφρύωση οφείλεται στα παπούτσια του που τον στενεύουν. Δε σάλεψε καν το υπεροπτικό φρύδι του στη βαθιά υπόκλιση του Αντωνιάδη, που τώρα τον παρακολουθεί κατάματα και καθώς μαρτυρούν οι σεμνές χειρονομίες και τα κίβδηλα γελάκια έχει αναπτύξει όλη του την ευφράδεια. Στην ψυχή μου ένα δάγκωμα — το υπεροπτικό φρύδι κουνήθηκε αρνητικά.

«Ποιος είναι, ο κύριος;»

Ο Ελευθερίου από την αγωνία αλέθει τα χείλια του.

«Ποιος είναι Αντώνη, ο κύριος;»

Λυγίζοντας ο Αντωνιάδης μ' ευλάβεια τίναξε το πέτο της διασημότητας και τώρα κακανίζει, μορφάζει, τσακίζεται στα καμώματα. Ένα περιφρονητικό χαμόγελο μαχαίρωσε στραβά το κατακόκκινο μάγουλο του κύριου Ιωσήφ. Μαζί με τον Ελευθερίου γελώ κι εγώ ευφρόσυνα. Αναπάντεχα η χερούκλα του μ' αγκαλιάζει τον ώμο. Φιλικά μου σφυρίζει μες στ' αυτί: «Έχει πληροφορίες...».

Μαγεύτηκα: «Α, ξέρω, αλογατάκια δικά του, αφεντικό».

«Ωχ, μπούφο! Ξέρεις ποιος είναι αυτός;»

Με μια στερνή υπόκλιση επισφραγίζει ο Αντωνιάδης τις τσιριμόνιες και φτάνει κοντά μας. Η θωριά του λαμποκοπάει, στράφτει: «Πε-ρί-φη-μα!» Ένα γενναίο μάτσο χαρτονομίσματα αναδύθηκε από την τσέπη του. Ο «μαθηματικός» έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα πακετάκι κόκκινα κολλαριστά κατοστάρικα. Πολύ ικανοποιημένος του τα παίρνει ο Αντωνιάδης, τα μετράει ένα ένα με τάξη παραδειγματική. Τέλος απλώνει και σε μένα την παλάμη: «Πόσα ποντάρει ο μουσιού;»

Του καταθέτω οχτακόσιες δραχμές. Τα υπόλοιπα τα κράτησα για παν ενδεχόμενο. Δεν αμφιβάλλω, βέβαια. Ωστόσο...

Με ατενίζει αυστηρά σαν πουριτανός ιεροκήρυκας: «Καταλαβαίνεις τι μου χρωστάς; Αυτό που κάνω, βλέπεις τι σημαίνει για μένα;»

«Ω, Στέλιο!» — όλες οι ευαισθησίες αναμοχλεύονται μέσα μου.

«Είναι σαν να στα πληρώνω από την τσέπη μου».

«Εντάξει... εντάξει!»

«Ώστε, μ' εννόησες... Όχι μονάχα λόγια!»

«Εντάξει, Στέλιο, να κερδίσουμε μόνο».

Προχωρήσαμε ως τ' αραδιαστά παραθυράκια πέρα από τις κερκίδες. Ο Αντωνιάδης στη μέση κομματάκι προπορεύεται. Κανόνισε τι ποντάρουμε και μας μοίρασε τα κουπόνια μας. Λογαριάζω τα δικά μου... τετρακόσιες πενήντα!

«Από τώρα;»

«Κάλλιο γαϊδουρόδενε».

« Και τριάμισι κατοστάρικα!»

«Να λες κι ευχαριστώ», μ' αγριεύει. «Ούτε πενήντα τα εκατό δε σου παίρνω για να ρεφάρω* τη χασούρα».

«Μωρέ Στέλιο, το Θεό σου δεν έχεις!» γκρινιάζει όμως κι ο Ελευθερίου. Έσπρωξε με τις τετράφαρδες πλάτες του και πιάσαμε θέση κοντά στο τέρμα.

Τώρα βλέπω άνετα. Εμείς θα παίξουμε σύνθετο, τρίτη και τέταρτη κούρσα. Στ' αναμεταξύ έχει ξεμπερδέψει κι η δεύτερη. Στον αγύριστο. Ποιος νοιάζεται;... Στέκει παραδίπλα ο «τύπος μου», ο κοντακιανός μεροκαματιάρης από την ουρά στα λεωφορεία. Δένει κόμπο ένα καρό μαντήλι σιχαμερό, λερό. Τα γουβιασμένα του μάγουλα σα να 'χουνε απορουφήξει. Τα χείλια του τρέμουνε. Μου γύρεψε φωτιά. Τρέμει και το τσιγάρο στο χέρι του: «Παλιόκοσμε... άτιμη κοινωνία!»

«Δεν κερδίσατε;»

Σήκωσε ένα μάτι θολό, αποχαυνωμένο. Σίγουρα δε με βλέπει. Μαζί με τα σάλια τινάζεται από το ξεδοντιάρικο στόμα το παραλαλητό: «Αρθούρο, φονιά, σου λέει. Να, μωρή... σιχτίρ, μωρή, παπουτσάκια! Πάρε, πάρε!... πάρε!... να και ράδιο, πάρε!...» [...]

Στην απορία μου, πώς μπορεί να λέγεται Αρθούρος αυτό το ρημάδι, πανωκάθονται και τύψεις. Μήπως δεν είμαι φταίχτης —λιγουλάκι φταίχτης— που πάλι θα έχανε; Ούτε παπουτσάκια, ούτε ράδιο... καλά καλά ούτε ψωμί. Σφίγγεται η καρδιά μου. Αχ, και να μπορούσα να του σφυρίξω δυο λόγια. Δεν ξέρω τι ακριβώς, μα θα διαβάσω τα κουπόνια μου... Ξάφνου αναστενάζω ανακουφισμένος — η ματιά μου άρπαξε το χαρτάκι που κρατάει. Τέτοια σύμπτωση! Ολόιδιο με τα δικά μου; Τα βγάζω από την τσέπη και σιγουρεύομαι. Μπράβο! Με κάποια προσπάθεια πνίγω τη δαγκωματιά της φιλαργυρίας. Ας μην είμαι δα τόσο άπληστος, κατιτί πιο λίγα θα κερδίσουμε εμείς — ο δύστυχος, πενταροδεκάρες ποντάρει!...

Και τώρα που 'χω τη βολή μου δε βρίσκω στο θέαμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Κι όταν ξεκινήσανε τ' άλογα κι όταν διαβήκανε μπροστά μου και τερματίσανε, πάλι δεν κατάλαβα τίποτα. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα. Μου φανήκανε μόνο καταϊδρωμένα και τα λυπήθηκα.

«Σπουδαία!», ουρλιάζει ο Αντωνιάδης και κατάλαβα που κερδίσαμε. Καμαρώνω κι εγώ:

«Πότε θα πέσει το παραδάκι;»

«Άλλη μια κούρσα. Μη βιάζεσαι, μάπα!»

Ουφ, αν τα πράματα κυλούσανε γοργότερα. Να λιώνεις τώρα στην ορθοστασία πίσω από το κιγκλίδωμα, όσο να συμπληρωθούν Θεός ξέρει ποιες ανούσιες διατυπώσεις, για ένα «ρεγουλαρισμένο» ζητηματάκι που θα 'πρεπε να λήγει το συντομότερο... Επιτέλους, θα 'φτασε το πλήρωμα του χρόνου, γιατί τ' άλογα παρελάσανε μπροστά μας και κατευθύνονται πέρα στην άλλη άκρη του θεόρατου στίβου «για να παραταχθούν στην αφετηρία», μου πιπιλάει ο Ελευθερίου μέσα στ' αυτί μονότονα — να! να! να! Θα παραταχθούν στην αφετηρία... Τα κλείσαν σε μεγάλα κουτιά δίχως καπάκια, μόλις ξανοίγουν από πάνω τα κεφαλάκια των καβαλάρηδων με τα παρδαλά κασκέτα. Δύσκολα ανασαίνω τώρα πατικωμένος πίτα στο σιδερένιο κιγκλίδωμα. Ο Αντωνιάδης παρακολουθεί με τα κιάλια μου και δίνει πληροφορίες ειδικές που μου διαφεύγει το νόημά τους — ντρέπομαι να του γυρέψω να δω κι εγώ... Άξαφνα μιαν άγρια σκουντιά, μια ιαχή με βουρλίζουνε. Ξεφωνίζω, βραχνιάζω, η καρδιά μου θα σπάσει. Τι είναι ο κουρνιαχτός κείθε πέρα; Αρχίσαμε;... Έρχουνται, έρχουνται, καλπάζουνε φρενιασμένα καταπάνω μας. Σε δυο τρία λεφτά θα 'χουνε τελειώσει. Σαράντα... εξήντα... εβδομήντα χιλιάδες καταδικές μου. Αχ, να μη μου δώσει ολόκληρο το δώρο μου ο Σακαράκας! Και τούτος ο μπαγάσας — πενήντα τα εκατό ο αγιογδύτης!... Έστω, εκατόν πενήντα... διακόσιες λίρες δικές μου. Διακόσες χρυσές δικές μου! Ως πόσο να ζυγίζουνε διακόσες λίρες! Μάνα μου με χάνεις, το πουλί σου πέταξε... Θα τα βάλω στην Τράπεζα; Μπα! Κάπου θα τα καταχωνιάσω, δε θα τ' ανακαλύψει... Ευγενία... Ευγενία αγάπη μου... Πουλάμε και το σπιτάκι στα Ψηλά Αλώνια μόλις το πάρουμε από τους παπάδες. Συν οι διακόσιες λίρες... Εφημερίδα δικιά μας θα στήσουμε! Αχ, θα δεις... θα με δεις και θα θαμάξεις... Τινάζομαι. Τ' άλογα καλπάζουνε, κοπάδι σίφουνας διαβαίνουν από μπρος μας. Έξαλλοι στριφογυρίζουνε, οι πάντες, σφυρίζουνε, ουρλιάζουν. Μέσα στο πανδαιμόνιο αδράχνω το μπράτσο του Αντωνιάδη, μπήχνω στο παλτό του τα νύχια, ξεγδέρνω τα στέρνα μου:

«Κερδίσαμε! Ναι!»

«Τον ρουφιάνο!» ψιθύρισε κατάχλωμος. Ένα αστροπελέκι βρόντηξε στα πόδια μου, σείεται η γης.

«Ωχ! ωχ! ωχ! Μας την έφερε η σαπιοκοιλιά!», τρίζει τα δάχτυλά του ο Ελευθερίου.

Παραζαλισμένος παραπατώ τριγύρω τους: «Μα πώς έγινε;... Τι έγινε, Στέλιο;»

«Τον ψυλλιάστηκα... δε μου 'δειχνε τι ποντάρισε».

Με μπουκώνουν λυγμοί: «Τι έγινε παιδιά; Πέστε μου και μένα. Τι έγινε;»

«Άντε πνίξου. Χάσαμε, ηλίθιε!»

«Και τα λεφτά μου;» ουρλιάζω. Τσαλακώνω τ' άχρηστα κουπόνια. «Τα λεφτά μου! Το δώρο μου!»

«Σύρε να σ' τα δώσουν».

«Γιατί; Τουλάχιστο τα μισά. Τα μισά. Αφού κερδίσαμε στο ένα. Δεν είναι αδικία; Τουλάχιστο...» Σαν παλαβός τους παράτησα. Τρέχω ως τα παραθυράκια όπου ποντάρουν τα στοιχήματα. Σκουντουφλώ δεξιά αριστερά χαμένος. Κάποιος φουμάρει ένα τσιμπουκάκι μακάρια. Του δείχνω ένα ένα τα κουπόνια μου: «Σας παρακαλώ, στο σύνθετο... παρακαλώ, δηλαδή, τούτα δω... τι κερδίζουνε; Δηλαδή, εφόσον έχασε... τουλάχιστο τα μισά... Δεν τα εξαργυρώνουν; Μήπως πληρώνουν τίποτα;»

«Πώς, πληρώνουν», ξεμπουκώνει μια μεγάλη τουλούπα καπνό.

«Πού;... πού;... πού πληρώνουν;»

«Στο Φιλόπτωχο».*

Τρέχω πάλι στα παραθυράκια και μετρώ τα λεφτά μου. Όσα είχα κρατήσει για παν ενδεχόμενο... Ποιο ενδεχόμενο; Δεν τα 'χαμε «ρεγουλάρει» εμείς; Και τώρα, αλίμονο, τα στίβω από δω από κει, βάνω και τις λιανοδεκάρες, μετά βίας μαζώνονται εξηνταμία δραχμές. Τα καλά μου λεφτά! Το χριστουγεννιάτικο δώρο μου! Αχ, μήπως είμαι τρελός... Ξεχωρίζω τη μια δραχμή για το εισιτήριο και ποντάρω τις εξήντα στην τύχη, στο πρώτο κουπόνι που βρήκα εμπρός μου. Φυσικά, έπειτα από την πέμπτη κούρσα, κάθομαι σ' ένα καφάσι αφανισμένος, συντροφιά με τη μοναδική μου δραχμή. Όχι! Όχι!... Το κεφάλι μου σφίγγει. Δεν το πιστεύω. Όχι! Ίσως δεν είμαι εγώ...

«Συγγνώμην, κύριέ μου...»

Είναι ο αρχοντάνθρωπος με τ' ασημένια μαλλιά και μου χαμογελάει διακριτικά. Εκείνος που έψαχνε περίλυπος το πορτοφόλι του. Από ευγένεια του αντιχαμογελώ κι εγώ — όσο γίνεται. Μια εκδούλευση θα ήθελε, μου λέει και το περιποιημένο νύχι ξύνει μια καρφίτσα με πετράδι στην κρουστή, μεταξωτή γραβάτα του. Την ξεκάρφωσε, μου την προσφέρει στην παλάμη του: Χμ!... Ενενήντα δολάρια... την έχει αγοράσει από του «Tiffany».

«Ω, στη Νέα Υόρκη! Έχετε πάει;»

«Ω, επανειλημμένως. Και σεις;»

«Ω, όχι. Ποτέ. Ξεφυλλίζω τα περιοδικά...»

Χαμογελάμε με συστολή. Έριξε μιαν ανήσυχη ματιά στα παραθυράκια, τα στοιχήματα για την έκτη και τελευταία κούρσα πέφτουνε. «Τι γκίνια! Θα σας αφήσω τα στοιχεία μου πάντως και αύριο σας φέρνω τα χρήματα — έστω χίλιες δραχμές... Πάλι, αν επιμένετε, δικιά σας. Το διαμάντι μόνο... Στου «Ζολώτα* δεν τη βρίσκετε με πέντε χιλιάδες».

«Δυστυχώς...»

Αλλάξαμε μια λυπητερή ματιά και ξάφνου νιώσαμε κι οι δυο τέτοια συντριβή αφόρητη. Δείχνει στ' αλήθεια αρχοντάνθρωπος: «Με συγχωρείτε για την ενόχληση».

«Μα τι λέτε».

Κοντοστέκει όμως αναποφάσιστος: «Αν θέλατε, έστω πεντακόσιες... τρακόσιες... Σας παρακαλώ».

Μεταβολή και βιαστικά απομακρύνεται· τ' αυτιά του από πίσω είναι παπαρούνες... Πέρα βλέπω το ζευγάρι που τραβάει κατά την έξοδο. Κι ο Αντωνιάδης έχει ακόμη τα κιάλια μου κρεμασμένα στον ώμο. Τους κυνήγησα: «Θα φύγουμε;... Ε, πού πάτε;»

«Άει στο διάβολο, γρουσούζη!» έφτυσε με λύσσα ο Αντωνιάδης.

Φ. Ντοστογιέβσκη, «Ο παίκτης» (απόσπασμα)


ζυγιστήριο: εκεί όπου ζυγίζονται οι καβαλάρηδες (τζόκεϋ), για να πιστοποιηθεί ότι έχουν το κανονικό βάρος.

ρεφάρω: ισοφαρίζω, αντισταθμίζω, ξαναπαίρνω τα λεφτά που έχασα σε τζόγο.

Το Φιλόπτωχο: (δηλ. Ταμείο). Φιλανθρωπικό σωματείο.

Ζολώτας: μεγάλο κοσμηματοπωλείο της Αθήνας.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Να παρακολουθήσετε α) τη συμπεριφορά και β) τη γλώσσα των ανθρώπων που παρουσιάζονται στο απόσπασμα. Ποια κοινά γνωρίσματα παρουσιάζουν;
  2. Ποιος ο ρόλος του κυρίου Ιωσήφ στις ιπποδρομίες;
  3. Τι θέλει να δείξει ο συγγραφέας με το περιστατικό της πολύτιμης καρφίτσας;

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Οι ιπποδρομίες είναι άθλημα. Συχνά όμως γίνονται μέσον κερδοσκοπίας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε το ίδιο και για το ποδόσφαιρο; Να αναπτύξετε τις απόψεις σας.