Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Ο Ύπνος των Γενναίων

(παραλλαγή)

TΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στη συλλογή Έξι και Μία Τύψεις για τον Ουρανό και είναι γραμμένο σε δύο παραλλαγές. Το ποίημα αρχίζει με εικόνες των νεκρών του πολέμου. Αυτοί είναι οι γενναίοι. Βλέποντάς τους ο ποιητής τούς μεταμορφώνει, τους παρακολουθεί στην αποθέωσή τους και υμνεί έτσι τη θυσία τους και την αρετή τους.

1

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από

 

 

το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

 

 

2

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

 

 

3

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα

 

 

του θα 'φτανε να πικράνει τον αέρα του Αδη

 

 

4

(Το 'να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το

 

 

μέλλον, τ' άλλο απ' την έρμη κεφαλή, στραμμέ-

 

 

νη με το πλάι,

 

 

5

Σα να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοι-

 

 

λιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)*

 

 

6

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο

 

 

κόκκινη, κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, α-

 

 

βρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα,

 

 

7

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

 

 

8

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να

 

χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού

 

 

9

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη,

 

 

10

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από

 

 

το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι

 

 

αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

 

 

11

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί,

 

 

12

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη

 

 

κι αναστραμμένη να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με

 

 

θανατωμένο μέσα τους το Δήμιο,

 

 

13

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

 

 

14

Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με

 

 

το μάτι εγύριζαν τις εποχές, ν' αποδώσουν στα πράγ-

 

 

ματα το αληθινό τους όνομα,

 

 

15

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια, ούτε μια ηχώ,

 

 

μοναχά το μένος της αθωότητας που ολοένα δυνά-

 

 

μωνε τους καταρράχτες...

 

 

16

Μια σταγόνα, καθαρού νερού, σθεναρή πάνω απ' τα βά-

 

 

ραθρα, την είπανε Αρετή και της έδωσαν ένα λιγνό

 

 

αγορίστικο σώμα.

 

 

17

Όλη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται

 

 

σκληρά στα μέρη όπου η γη από άγνοια σήπονταν, κι

 

 

είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει,

 

 

18

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά στην αγκα-

 

 

λιά του Όρους, καθώς μέσα στα μαλλιαρά στήθη του

 

 

Αντρός.

 

 

19

Και η άχνα που ανεβαίνει απ' τις κοιλάδες, έχουν να κά-

 

 

νουν πως δεν είναι λέει καπνός, μα η νοσταλγία που

 

 

ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.

Οδ. Ελύτης, «Το Άξιον εστί (Τα πάθη, άσμα η΄)» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου]

ΣΧΟΛΙΑ

* Οι πρώτοι στίχοι εικονίζουν τη φρίκη του πολέμου. Οι δύο στίχοι μέσα στην παρένθεση ανακαλούν τον πίνακα του Picasso Guernica.  Pablo Picasso, «Guernica» [Αισθητική Αγωγή - Εικαστικά (Β΄ Γυμνασίου)]
Στ. 6. Ο καιρός. Η κρίσιμη στιγμή. Ο Καιρός έχει την έννοια της χρονικότητας, στην οποία υπόκειται η θνητή ζωή. Σ' αυτήν ανήκει επίσης η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη. Σε αντίθεση προς τον καιρό είναι η αιωνιότητα και η αθανασία. Αυτή είναι η άλλη φτερούγα. Έτσι δίνεται ολόκληρη η διάσταση της ζωής: το νυν και το αεί, το φθαρτό και το άφθαρτο.
Στ. 7. Και καμιά... τύψη· Οι νεκροί έχουν απαλλαγεί από όλα.
Στ. 8. Το παλιό αμνημόνευτο αίμα. Όλο το αίμα που από καταβολής έχει χυθεί για έναν καλύτερο κόσμο.
Στ. 9. Το φως ως αποτέλεσμα των αγώνων και των θυσιών.
Στ. 10. αποχρησμοδοτούσε· ξεκαθάριζε, διέλυε.
Στ. 11. Μία νέα κοσμογονία.
Στ. 12. γδικιωμένα αισθήματα· πρβλ. στο Άξιον εστί: «θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση». Η πλάση αποκαθίσταται και καθαίρεται.
Στ. 13-15. Οι γενναίοι «με θανατωμένο μέσα τους το δήμιο» γίνονται τώρα «χωρικοί του απέραντου γαλάζιου», καλλιεργητές των απέραντων εκτάσεων του ουρανού και περιπλανιούνται στο δίχως ηλικία χρόνο, όπου τα πράγματα ξαναβρίσκουν την αθωότητά τους.
Στ. 16-18. Στον κόσμο όπου «είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει, (είχαν κάνει δηλαδή τόσο κακό παράλογα ή από άγνοια) κατεβαίνει η Αρετή, ένα λιγνό αγοροκόριτσο που μάχεται να μετατρέψει το σκοτάδι σε φως.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Η αφετηρία της έμπνευσης είναι οι εμπειρίες του ποιητή από τον πόλεμο του '40.
    Να παρακολουθήσετε τις εικόνες και να επισημάνετε:
    α) Ποιες αποδίδουν εντονότερα τη φρίκη του πολέμου;
    β) Πώς βλέπει και πώς μεταμορφώνει ο ποιητής τους νεκρούς;
    γ) Πώς μέσα από τη φρίκη του πραγματικού δημιουργεί ο ποιητής έναν άλλο κόσμο;
    δ) Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του άλλου κόσμου;
  2. Πώς εικονίζει ο ποιητής την Αρετή και ποιο ρόλο της αναθέτει;