EΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ NΕΑΣ EΛΛΗΝΙΚΗΣ A'- B'- Γ' ΓYMNAΣIOY
Υγεία η: η καλή φυσική, πνευματική και ψυχι κή κατάσταση κάθε ζωντανού οργανισμού, η σωστή βιολογική λειτουργία του: Η καλή διατροφή και η άσκηση συμβάλλουν στη διατήρηση της ~. Η ψυχική της ~ διαταράχθηκε μετά το τρομερό δυστύχημα. υγιεινός -ή -ό: αυτός που συντελεί στην καλή υγεία και στη διατήρησή της ≠ ανθυγιεινός: ~ διατροφή. υγιεινά (επίρρ.). υγιής -ής -ές: 1 αυτός που έχει υγεία: ~ μωρό ≠ασθενής, άρρωστος. 2 (μτφ.) αυτός που λειτουργεί σωστά ή σύμφωνα με τις αρχές του: ~ επιχείρηση / νοοτροπία. Από την ΑΕ λ. ὑγίεια. Η Υγεία ήταν θεά της Ιατρικής ( σχ. πανάκεια). υγρός - ή -ό: 1 αυτός που έχει σύσταση παρόμοια με του νερού: Το χλώριο ανήκει στα ~ στοιχεία. 2 α. αυτός που έχει απορροφήσει μικρή ποσότητα νερού: Τα ρούχα μας είναι ~. ≠ στεγνός. β. αυτός που σχετίζεται με το νερό: ~ στίβος. 3 αυτός που έχει υγρασία: Ο καιρός σήμερα είναι ~ και ζεστός. ≠ ξηρός. υγρό το: ΦΥΣ ΧΗΜ σώμα με συγκεκριμένο όγκο, που μεταβάλλει το σχήμα του ανάλογα με το δοχείο που το περιέχει ≠ στερεό, αέριο: Το νερό, σε κανονικές συνθήκες, ανήκει στα ~. υγρασία η: 1 μετεωρολογικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας υδρατμών στην ατμόσφαιρα ≠ξηρασία. 2 υγρότητα χώρου ή επιφάνειας: Το δωμάτιο έχει ~· δε βλέπεις τους τοίχους πώς σάπισαν; υγραίνω-ομαι: (μτβ.) κάνω κτ υγρό: ~ τα χέρια μου / τα χείλια μου. = βρέχω. ύδρευση η: τροφοδοσία με νερό: Στέρεψε ο ποταμός και η περιοχή έχει έντονο πρόβλημα ύδρευσης. Υδροχόος ο: 1 ΑΣΤΡΟΝ αστερισμός. 2 ΑΣΤΡΟΛ το ενδέκατο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου, καθώς και το πρόσωπο που ανήκει σε αυτό. ύδωρ το • ύδατος, ύδατα, υδάτων: [επίσ.] νερό: Γίνονται έλεγχοι για την ποιότητα των υδάτων σε όλη τη Μεσόγειο. Το ουσ. ὕδωρ με τα θέματά του (υδρ-, υδατ-) έδωσε ως α΄συνθ. νέες λέξεις όπως: υδρατμός, υδροηλεκτρικός, υδροπλάνο, υδροδιαλυτός, υδρόβιος, υδατοκαλλιέργεια, υδατοστεγής κτλ. υιοθετώ -ούμαι: (μτβ.) 1 αναγνωρίζω και αποκτώ ένα παιδί ως δικό μου: Τη Λυδία την υιοθέτησα σε ηλικία τριών ετών. 2 παίρνω κπ υπό την προστασία μου: Υιοθέτησαν μια σκυλίτσα. 3 (μτφ.) εγκρίνω και ακολουθώ άποψη, απόφαση, ενέργεια άλλου: Η Ελλάδα υιοθέτησε το νομοσχέδιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ανάπτυξη της έρευνας. υιοθεσία η: νομική διαδικασία σύμφωνα με την οποία κπ αποκτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις γονέα απέναντι σε παιδί, του οποίου δεν είναι ο φυσικός γονέας: Ανέλαβε την υιοθεσία της μικρής, όταν πέθαναν οι γονείς της. υιοθέτηση η: το να υιοθετεί κπ κτ (σημ. 3): Η ΕΕ αποφάσισε την ~ αυστηρότερων μέτρων κατά της τρομοκρατίας. Η σημ. 1 του ρ. υιοθετώ είναι όμοια με εκείνη του ελνστ. ρ. υἱοθετῶ. Η σημ. 2 είναι σημδ. από το γαλλ. ρ. adopter. ύλη η: 1 το βασικό συστατικό στοιχείο κάθε σώματος, που καθορίζει τις φυσικές και χημικές ιδιότητές του: οργανική / ανόργανη / κοσμική ~. 2 ΦΙΛΟΣ αυτό που αντιδιαστέλλεται προς το πνεύμα: Σύμφωνα με τον Πλάτωνα ο άνθρωπος αποτελείται από ~ και πνεύμα. 3 κάθε ουσία που χρησιμοποιείται για να παραχθεί κτ: φυσική /τεχνητή ~. 4 α. το περιεχόμενο βιβλίου ή εντύπου: περιοδικό ποικίλης ύλης. β. το σύνολο συγκεκριμένων γνώσεων σε ένα μάθημα: διδακτέα / εξεταστέα ~. υλικός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται στην ύλη (σημ. 1, 2): ~ σώματα. Τα ~ αγαθά έχουν αλλοτριώσει τον άνθρωπο. υλικό το: 1 το συστατικό από το οποίο φτιάχνεται κτ: υλικά οικοδομών / ~ για το φαγητό. 2 εν. το σύνολο των στοιχείων που χρησιμοποιούμε για να αποδείξουμε κτ, να πραγματοποιήσουμε μια έρευνα, ένα έργο: Για την εργασία σας διαθέτουμε πλούσιο ~. υλισμός ο: ΦΙΛΟΣ φιλοσοφικό ρεύμα σύμφωνα με το οποίο η πραγματικότητα ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα φυσικών ή υλικών αιτίων. υλιστής ο, -ίστρια η: 1 οπαδός της θεωρίας του υλισμού ≠ ιδεαλιστής. 2 πρόσωπο που ο τρόπος ζωής του χαρακτηρίζεται από προσήλωση στα υλικά αγαθά. υλιστικός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται στον υλισμό ή στον υλιστή: ~ θεωρία / στάση ζωής. υλιστικά (επίρρ.). ύμνος ο: 1 ποιητικό κείμενο που εκφράζει θαυμασμό προς μια θεότητα, ιδέα, αξία: ~ προς τον Δία. ο Ακάθιστος Ύμνος. Το ποίημα αυτό είναι ~ προς την ελευθερία. Εθνικός Ύμνος: μελοποιημένο ποίημα, σύμβολο κάθε έθνους. 2 (μτφ.) μεγάλος έπαινος: Για την καινούρια του ταινία γράφτηκαν ύμνοι. = εγκώμιο. υμνώ -ούμαι: (μτβ.) 1 δοξάζω τον Θεό. 2 μιλάω πολύ επαινετικά, πλέκω το εγκώμιο κπ. υμνητής ο, -ήτρια η. υμνητικός -ή -ό. ύπαιθρος η: οι περιοχές που είναι έξω από τις πόλεις, από τα μεγάλα αστικά κέντρα = εξοχή: Η ζωή στην ~ έχει πολλά θετικά στοιχεία, αλλά για πολλούς είναι πιο δύσκολη από τη ζωή στην πόλη. ύπαιθρο το: ανοικτός χώρος: άθληση στο ~. υπαίθριος -α -ο: αυτός που βρίσκεται ή πραγματοποιείται στο ύπαιθρο: ~ κατασκήνωση. υπαίθρια (επίρρ.). υπαινίσσομαι • παθ. αόρ. υπαινίχθηκα: (μτβ.) εκφράζω άποψη, σκέψη, συναίσθημα κτλ., χωρίς να το δηλώνω με σαφήνεια: Υπαινίχθηκε ότι δεν είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά της. υπαινιγμός ο. υπαινικτικός -ή -ό: αυτός που εκφράζει κτ με έμμεσο τρόπο: ~ λόγος. υπαινικτικά (επίρρ.). υπαίτιος -α -ος: [επίσ.] (συνηθέστερα ως ουσ.) αυτός που θεωρείται υπεύθυνος για κάποιο αρνητικό γεγονός: Τον θεωρούν ~ για την αυτοκτονία της κόρης του. υπαιτιότητα η: η ευθύνη που φέρει κπ για κτ αρνητικό: Δεν έγινε από δική μου ~ το λάθος αυτό! Το επίθ. υπαίτιος διαφοροποιήθηκε σημασιολογικά με το πέρασμα του χρόνου: κατά την ελνστ. περίοδο σήμαινε «κατηγορούμενος». υπακούω: (αμτβ.) 1 συμμορφώνομαι σε εντολές, οδηγίες κτλ. = ακούω: Δεν υπάκουσε στις εντολές μας· έκανε αυτό που ήθελε. 2 (μτφ.) ακολουθώ έναν γενικό κανόνα: Τα οχήματα υπακούν στους νόμους της φυσικής. υπακοή η: συμπεριφορά ή στάση προσώπου που συμμορφώνεται με εντολές ή οδηγίες κπ ή με τους κανόνες ενός συνόλου ≠ ανυπακοή. υπάκουος -η -ο ≠ ανυπάκουος, άτακτος. υπάκουα (επίρρ.). υπάλληλος ο, η: πρόσωπο που εργάζεται σε γραφείο, κατάστημα κτλ. και πληρώνεται με μισθό: μόνιμος / εποχιακός / δημόσιος / ιδιωτικός ~. υπαλληλικός -ή -ό. υπάρχω • πρτ. υπήρχα, αόρ. υπήρξα: (αμτβ.) 1 έχω υπόσταση: Δεν ~ φαντάσματα. 2 ζω: Δυστυχώς, ο πατέρας της δεν ~ πια! 3 βρίσκομαι κάπου: ~ κανείς εδώ; 4 με αφηρημένα ουσ. σχηματίζει απρόσ. εκφρ.: ~ τρόπος / φόβος / κίνδυνος κτλ. υπάρχοντα τα: όσα πράγματα ανήκουν σε κπ: Έφυγε παίρνοντας όλα τα υπάρχοντά της. υπαρκτός -ή -ό: αυτός που υπάρχει, σε αντιδιαστολή με αυτόν που βρίσκεται στη σφαίρα της φαντασίας: Ο κίνδυνος είναι ~. ύπαρξη η: 1 οντότητα, ο άνθρωπος ως οντότητα: ευγενική / αιθέρια ~. 2 το να υπάρχει κπ ή κτ: η ~ ζωής στο διάστημα. υπαρξιακός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται στην ύπαρξη: Έχει ~ πρόβλημα / ανησυχίες. υπαρκτικός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται στην ύπαρξη. ~ ρήμα: ΓΛΩΣΣ καθένα από τα ρήματα που δηλώνουν ύπαρξη, π.χ. είμαι, υπάρχω, γίνομαι. υπενθυμίζω: (μτβ.) θυμίζω σε κπ κτ που φαίνεται να έχει ξεχάσει: Σε περίπτωση που το ξεχάσατε, σας ~ ότι αύριο είναι η τελική προθεσμία! υπενθύμιση η. υπέρ1 (πρόθ.): (+ γεν.) δηλώνει υπεράσπιση, προστασία, υποστήριξη προσώπου ή πράγματος κτλ. ≠ κατά, εναντίον: Μιλάει ~ των φτωχών και αδυνάτων. υπέρ- & υπερ-: πρόθημα που δηλώνει 1 αυτό που βρίσκεται τοπικά πέρα ή πάνω από αυτό που εκφράζει το β΄ συνθ.: υπέργειος, υπερατλαντικός. 2 ότι αυτό που σημαίνει το β΄ συνθ. α. ξεπερνά το μέτρο ή τα όρια: υπέρβαρος. β. γίνεται προς χάρη κπ: υπερασπίζομαι, υπέρμαχος. γ. υπάρχει ή γίνεται σε μεγάλο βαθμό: υπεραγαπώ, υπερπροστασία.
υπερασπίζομαι & -ω: (μτβ.) 1 προστατεύω, υποστηρίζω κπ ή κτ που απειλείται ή κατηγορείται: Υπερασπίστηκε τη μητέρα του από τον διασυρμό. ~ τις ιδέες μου. 2 ΝΟΜ συμμετέχω σε δίκη ως δικηγόρος υποστηρίζοντας τον κατηγορούμενο. υπεράσπιση η: 1 το να υπερασπίζεται κανείς κπ ή κτ. 2 ΝΟΜ συνήγορος κατηγορούμενου. υπερασπιστής ο, -ίστρια η: πρόσωπο που αναλαμβάνει να προστατεύσει και να υποστηρίξει κπ ή κτ. υπερασπιστικός -ή -ό. υπερασπιστικά (επίρρ.). υπερβάλλω • πρτ. υπερέβαλλα, αόρ. υπερέβαλα: (αμτβ.) ξεπερνώ τα όρια, λειτουργώ με τρόπο που ξεπερνάει το φυσιολογικό: Υπερβάλλει με το να λέει ότι τίποτε δε λειτουργεί! = μεγαλοποιώ. υπερέχω • πρτ. & αόρ. υπερείχα: (μτβ. + γεν. & αμτβ.) είμαι ανώτερος, καλύτερος από κπ ή κτ: Υπερέχει του αδερφού του /έναντι όλων των άλλων μαθητών. Ο τομέας στον οποίο υπερέχει είναι οι θετικές επιστήμες. υπεροχή η. υπερισχύω: (μτβ. + γεν. & με παράλ. αντικ.) αποδεικνύομαι ισχυρότερος από κπ ή κτ: Εκλέχθηκε πρόεδρος, αφού υπερίσχυσε του συνυποψήφιού του. = επικρατώ, υπερτερώ, υπερνικώ. υπερίσχυση η. υπερόπτης ο, -όπτρια η: πρόσωπο που περιφρονεί τους άλλους = αλαζόνας: Είναι τόσο ~, που ούτε καλημέρα δεν καταδέχεται να μας πει! υπεροψία η: η ιδιότητα του υπερόπτη = αλαζονεία, έπαρση: Φέρεται με τέτοια ~ και περιφρόνηση προς όλους, επειδή θεωρεί ότι είναι πολύ σπουδαίος. υπεροπτικός -ή -ό: αυτός που χαρακτηρίζεται από υπεροψία: ~ συμπεριφορά / χαμόγελο. υπεροπτικά& -ώς (επίρρ.). υπέροχος -η -ο: αυτός που ξεχωρίζει, γιατί διαθέτει πολύ θετικά χαρακτηριστικά: Ήταν ένας ~ άνθρωπος, γι' αυτό τον αγαπούσαν όλοι. = θαυμάσιος, εξαιρετικός, έξοχος ≠φριχτός, απαίσιος. υπέροχα (επίρρ.): Περάσαμε ~ στο καταπληκτικό αυτό ξενοδοχείο. υπέρτερος -η -ο: [επίσ.] αυτός που είναι ανώτερος από κπ ή κτ άλλο: Η πράξη του εμπνέεται από ~ αξίες. υπερτερώ: [επίσ.] (μτβ. & με παράλ. αντικ.) είμαι ανώτερος από κπ ή κτ άλλο ως προς κτ ≠ υστερώ: Το σχολείο μας ~ (έναντι) των άλλων σε κτιριακή υποδομή. υπέρτατος -η -ο: [επίσ.] αυτός που είναι, υπάρχει ή γίνεται στον ανώτατο βαθμό: το ~ ιδανικό της ελευθερίας. Τα υπέρτερος και υπέρτατος σχηματίζονται από την πρόθ. ὑπέρ και τις καταλήξεις σχηματισμού των παραθετικών των επιθέτων. υπεύθυνος -η -ο: 1 αυτός που ενεργεί ή γίνεται με ευθύνη και ανάλογη σοβαρότητα: Είναι ο πιο ~ υπάλληλος της εταιρείας μας. ≠ ανεύθυνος. Κινήθηκε με ~ χειρισμούς για την επίλυση του προβλήματος. 2 αυτός που έχει την ευθύνη για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου ή δραστηριότητας: Για τα επιδόματα πρέπει να πάτε στον ~ υπάλληλο. = αρμόδιος. 3 αυτός που φέρει την ευθύνη, φταίει για κτ =υπαίτιος: Υπεύθυνοι για τις αξιόποινες πράξεις ενός παιδιού είναι κυρίως οι γονείς του. υπεύθυνα & -ύνως (επίρρ.). υπεύθυνος ο: πρόσωπο υπεύθυνο για κτ (σημ. 2 & 3): Ο ~ του τμήματος πωλήσεων απουσιάζει σε άδεια. = αρμόδιος. Οι ~ για την κατάρρευση του κτιρίου προφυλακίστηκαν. = υπαίτιος, φταίχτης, ένοχος. υπευθυνότητα η: συναίσθηση ευθύνης, πλήρης επίγνωση της ευθύνης που έχει κπ: Ασκεί τα καθήκοντά του στην εταιρεία με μεγάλη ~. ≠ ανευθυνότητα. υπήκοος ο, η: 1 πολίτης ενός κράτους: Αίτηση για διορισμό στη θέση αυτή μπορούν να υποβάλουν Έλληνες και ξένοι υπήκοοι. 2 [παρωχ.] πρόσωπο υποταγμένο στην εξουσία μονάρχη (βασιλιά, αυτοκράτορα, ηγεμόνα): Όσοι από τους υπηκόους επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά βασανίστηκαν φριχτά. υπηκοότητα η: ΝΟΜ η ιδιότητα του υπηκόου (σημ. 1): Πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται κάθε άτομο που έχει ~ ενός κράτους-μέλους της. Παίρνω / χάνω / διπλή ~. υπηρετώ -ούμαι: 1 (αμτβ.) α. εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος σε μια υπηρεσία: Πήρε απόσπαση και τώρα ~ στο νοσοκομείο της Πάτρας. β. εκπληρώνω τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις: ~ στα σύνορα / σε μονάδα καταδρομών. 2 (μτβ.) προσφέρω υπηρεσίες σε κπ ή κτ: Από τη θέση του δημάρχου υπηρέτησε πιστά τα συμφέροντα των συμπολιτών του. 3 (μτβ.) εργάζομαι ως υπηρέτης στο σπίτι κπ. υπηρεσία η: 1 επαγγελματική ενασχόληση κπ με συγκεκριμένο αντικείμενο που του έχει ανατεθεί: αναλαμβάνω ~. και στις εκφρ. έχω / είμαι ~: είναι η σειρά μου να αναλάβω συγκεκριμένο έργο, για την εκτέλεση του οποίου εναλλάσσονται εργαζόμενοι σε βάρδιες. 2 ξεχωριστό τμήμα οργανωμένου φορέα (οργανισμού, οργάνωσης κτλ.) που είναι αρμόδιο για συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ Ύδρευσης. Στατιστική ~. 3 (συνεκδ.) ο χώρος εργασίας κάποιου: Αυτό είναι το τηλέφωνο στην ~ του. 4 προσφορά έργου για έναν ορισμένο σκοπό, συνήθως αφιλοκερδώς: Έθεσε τον εαυτό του στην ~ του λαού. 5 [παρωχ.] υπηρέτρια ή οικιακή βοηθός: Μας οδήγησε στο σαλόνι η ~ και ειδοποίησε για τον ερχομό μας. υπηρεσιακός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένη υπηρεσία: Το αίτημά σου θα περάσει από ~ συμβούλιο. ~ έγγραφο / σημείωμα. ~ κυβέρνηση: κυβέρνηση που αναλαμβάνει εξουσία με μοναδικό καθήκον τη διενέργεια εκλογών. ~ υπουργός: υπουργός σε υπηρεσιακή κυβέρνηση. υπηρεσιακά & -ώς (επίρρ.). υπηρέτης ο, -τρια η: πρόσωπο που ασχολείται με οικιακές και βοηθητικές εργασίες ενός σπιτιού, συνήθως με αμοιβή. υπηρετικός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται ή ανήκει σε υπηρέτη: ~ προσωπικό. ύπνος ο: φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού, που έχει στόχο την ξεκούραση και χαρακτηρίζεται κυρίως από γενική χαλάρωση των λειτουργιών του, επιβράδυνση της κυκλοφορίας του αίματος και της αναπνοής: με παίρνει / πιάνει ο ~: αποκοιμιέμαι. δε μου κολλάει ~: δεν μπορώ να κοιμηθώ. πιάνω κπ στον ύπνο: κοροϊδεύω κπ, τον βρίσκω απροετοίμαστο. ο αιώνιος ~: ο θάνατος. υπναράς ο, υπναρού η: [οικ.] πρόσωπο που κοιμάται πάρα πολύ: Μεσημέριασε, και η ~ η κόρη σου ακόμη να ξυπνήσει! υπνωτίζω -ομαι: (μτβ.) 1 αποκοιμίζω κπ με τεχνητό τρόπο (με υπνωτισμό): Συνήθιζε να υπνωτίζει τους ασθενείς του, για να θεραπεύει ψυχικά τραύματά τους. 2 (μτφ.) κάνω κπ να φέρεται σαν να έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, σαν να έχει πέσει σε λήθαργο = ναρκώνω, αποκοιμίζω: Η ομάδα, κάνοντας καταπληκτικό παιχνίδι, υπνώτισε τους αντιπάλους και σημείωσε 4 γκολ. Τον υπνώτισε με την απαράμιλλη ομορφιά της. ύπνωση η: ΙΑΤΡ ΨΥΧΟΛ κατάσταση τεχνητού ύπνου, που προκαλείται συνήθως από υπνωτιστή = υπνωτισμός. υπνωτιστής ο, υπνωτίστρια η: πρόσωπο το οποίο, με τη χρήση της κατάλληλης τεχνικής, έχει την ικανότητα να υπνωτίζει. υπνωτισμός ο: 1 το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για να προκληθεί ύπνωση 2 (συνεκδ.) η ύπνωση. υπνωτικός -ή -ό: 1 αυτός που προκαλεί ύπνο ή τάση για ύπνο: ~ ουσίες. 2 (κατ' επέκτ.) αυτός που σχετίζεται με την ύπνωση: ~ κατάσταση / μέθοδος. υπνωτικό το: ΙΑΤΡ φαρμακευτικό παρασκεύασμα που προκαλεί ύπνο: Της δώσανε ~, για να κοιμηθεί ήρεμα. υπο- υπ- υφ- & υπό- ύπ- ύφ-: πρόθημα (από τη λόγια πρόθ. υπό) που δηλώνει: 1 ότι αυτό που σημαίνει το β΄ συνθ. α. βρίσκεται χαμηλότερα σε επίπεδο, θέση ή κλίμακα: υπέδαφος, υπαρχηγός, υφιστάμενος, υποδιευθυντής. β. βρίσκεται υπό την επίδραση ή την εξουσία κπ: υπόδουλος, υπακούω. γ. γίνεται ή υπάρχει σε μικρό βαθμό ή ένταση: υπολειτουργώ, υποθερμία. δ. γίνεται παράνομα, κρυφά ή συγκαλυμμένα: υποκλέπτω, υπεκφεύγω, υποδηλώνω, υποσυνείδητο. 2 κπ ή κτ που στερείται τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού που σημαίνει το β΄ συνθ.: υπάνθρωπος ≠υπεράνθρωπος.
υποβάλλω -ομαι • πρτ. υπέβαλλα, αόρ. υπέβαλα& [προφ.] υπόβαλα, παθ. αόρ. υποβλήθηκα & [επίσ.] υπεβλήθην: (μτβ.) 1 καταθέτω σε αρμόδιο άτομο ή φορέα συνήθως κπ έγγραφο για μελέτη ή έγκριση: ~ φορολογική δήλωση / υποψηφιότητα / μήνυση / δικαιολογητικά για διορισμό. 2 αναγκάζω κπ να υποστεί κτ δυσάρεστο: Τον ~ σε βασανιστήρια / επίπονη θεραπεία / έξοδα / δίαιτα. υποβολή η. υποβόσκω • μόνο ενστ. & πρτ.: [επίσ.] (αμτβ.) υπάρχω ή αναπτύσσομαι σταδιακά και κρυφά, συνήθως για κτ αρνητικό: Εχθρότητα ~ στις σχέσεις των δύο κρατών ακόμη και σε ειρηνικές περιόδους = (μτφ.) υφέρπω, υποκρύπτομαι. υπόγειος -α -ο: 1 αυτός που υπάρχει ή λειτουργεί κάτω από το έδαφος: ~ γκαράζ / βλαστός / ρεύματα / διάβαση πεζών ≠ υπέργειος. 2 (μτφ.) αυτός που πραγματοποιείται κρυφά: ~ χειρισμοί / διαδικασίες = ύπουλος, υποχθόνιος. υπόγεια & υπογείως (επίρρ.): 1 κάτω από το έδαφος: Συνδέσανε τα καλώδια ~. 2 (μτφ.) = κρυφά, ύπουλα: Όλοι οι συνωμότες δρουν ~. υπόγειο το: χώρος κτιρίου που βρίσκεται κάτω από το έδαφος: Η αποθήκη του καταστήματός μας είναι στο ~. υπογραφή η: 1 ιδιόχειρη αναγραφή του ονοματεπώνυμου κπ: δυσανάγνωστη ~. επικύρωση υπογραφής. 2 τοποθέτηση της υπογραφής σε επίσημο έγγραφο ως δέσμευση αποδοχής του περιεχομένου του: ~ συμβολαίου αγοράς κατοικίας. Η ~ της συνθήκης ειρήνης έγινε από τους αρχηγούς των εμπλεκόμενων κρατών. υπογράφω -ομαι • αόρ. υπέγραψα & [προφ.] υπόγραψα, παθ. αόρ. υπογράφηκα & -φτηκα & [επίσ.] υπεγράφην, μππ. υπογεγραμμένος: (μτβ.) βάζω την υπογραφή μου σε κπ κείμενο, για να δηλώσω ότι συμφωνώ με το περιεχόμενό του ή ότι είμαι ο συντάκτης του: ~ διαμαρτυρία / συμβόλαιο. ~ άρθρο σε εφημερίδα. υπογράφων ο, -ουσα η: πρόσωπο που υπογράφει επίσημο έγγραφο. υπόδειγμα το: = πρότυπο 1 δείγμα που χρησιμεύει ως βάση για την παραγωγή ή σύνταξη ομοειδών πραγμάτων: ~ για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος / για συμπλήρωση αίτησης. 2 (μτφ.) παράδειγμα προς μίμηση: ~ ηθικής / σωστού οικογενειάρχη / συζύγου. υποδειγματικός -ή -ό: 1 αυτός που είναι πάρα πολύ καλός, ώστε να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση: ~ υπάλληλος / χειρισμός = αξιομίμητος, παραδειγματικός. 2 αυτός που έχει φτιαχτεί ή σχεδιαστεί για να αποτελεί πρότυπο: ~ συνοικισμός / διδασκαλία = ιδεώδης. υποδειγματικά (επίρρ.). υποδεικνύω -ομαι • πρτ. υποδείκνυα & υπεδείκνυα, αόρ. υπέδειξα, παθ. αόρ. υποδείχθηκα, μππ. υποδεδειγμένος: (μτβ.) 1 λέω σε κπ πώς να ενεργήσει, τον συμβουλεύω: Κουράστηκαν να του υποδεικνύουν συνέχεια το σωστό. Ο γιατρός μού υπέδειξε να κάνω και νέο καρδιογράφημα = προτείνω. 2 φανερώνω, δείχνω κπ ή κτ: Ο δολοφόνος τούς υπέδειξε πού να ψάξουν για το όπλο του εγκλήματος. Ο Πρόεδρος τον υπέδειξε για διάδοχό του. υπόδειξη η. υποδέχομαι • αόρ. υποδέχτηκα & -θηκα & [επίσ.] υπεδέχθην (μτβ.) 1 (για πρόσ.) δέχομαι κπ που έρχεται συνήθως από μακριά: Με πανηγυρικές εκδηλώσεις υποδέχτηκαν οι οπαδοί της ομάδας τους παίχτες. = καλωσορίζω. 2 (μτφ.) πληροφορούμαι κτ με καλή ή κακή διάθεση: Με δυσπιστία υποδέχτηκαν οι εργαζόμενοι τις αλλαγές στο ασφαλιστικό = εκλαμβάνω. υποδοχή η: 1 το να υποδέχεται κανείς κπ: Θερμή ~ επεφύλαξαν στον υποψήφιο βουλευτή οι οπαδοί του κόμματός του. Χλιαρή ήταν η ~ του νομοσχεδίου από τους εργαζομένους. 2 (συνεκδ.) ο χώρος όπου γίνεται η υποδοχή επισκεπτών. 3 τμήμα ή εγκοπή κατασκευής, κατάλληλο να δέχεται άλλο τμήμα ή εξάρτημα = υποδοχέας. υποδοχέας ο. υποθέτω υποτίθεμαι • αόρ. υπέθεσα, παθ. αόρ. υποτέθηκα & [επίσ.] υπετέθην: (μτβ.) 1 χρησιμοποιώ κτ ως βάση, προκειμένου να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα: Ας υποθέσουμε ότι ήσουν στη θέση μου, πώς θα αντιδρούσες; 2 θεωρώ κτ πιθανό = νομίζω, φαντάζομαι: Αφού δε μου το πρότεινες, υπέθεσα πως δεν ήθελες να βγούμε. 3 παθ. τριτοπρόσ.: θεωρείται δεδομένο ή πραγματικό: Υποτίθεται ότι όλα αυτά τα κάνει για το καλό μας. υποκειμενικός -ή -ό: 1 αυτός που βασίζεται σε προσωπικές απόψεις ή εκτιμήσεις: ~ αντιλήψεις / παράγοντες / ερμηνείες ≠ αντικειμενικός. 2 ΓΛΩΣΣ αυτός που αναφέρεται στο υποκείμενο: γενική ~. υποκειμενικά (επίρρ.). υποκειμενικότητα η: ιδιότητα ή στάση του υποκειμενικού (σημ. 1): Ο ιστορικός, για να αποφύγει την ~, χρησιμοποιούσε διαφορετικές βιβλιογραφικές πηγές. ≠ αντικειμενικότητα. υποκειμενισμός ο: 1 το να εξετάζει κπ τα πράγματα και τα δεδομένα υποκειμενικά: Ο μεροληπτικός ~ του δυσκολεύει την επικοινωνία με τους συνεργάτες του. ≠ αντικειμενικότητα. 2 ΦΙΛΟΣ θεωρία που αμφισβητεί την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας και της απόλυτης αλήθειας: ο ~ των σοφιστών. υποκινώ -ούμαι: (μτβ.) ωθώ κπ με έμμεσο τρόπο να κάνει κτ, συνήθως αρνητικό, προσπαθώντας να μην αποκαλυφθεί η προσωπική μου ανάμειξη: ~ κπ σε εξέγερση / τρομοκρατικές ενέργειες = παροτρύνω, παρακινώ ≠ αποτρέπω. υποκίνηση η. υποκινητής ο, -ήτρια η: πρόσωπο που υποκινεί: Οι ~ των ταραχών εντοπίστηκαν και απολύθηκαν. υποκρίνομαι: (μτβ.) 1 προσπαθώ να μη φανερώσω τις πραγματικές μου προθέσεις ή συναισθήματα: Υποκρίνονταν τους σωτήρες των φτωχών, τη στιγμή που τους επέβαλαν δυσβάσταχτους φόρους = προσποιούμαι. 2 παίζω κπ συγκεκριμένο ρόλο: Στην παράσταση αυτή υποκρίνεται τον Δον Ζουάν. = υποδύομαι. υποκριτής ο, -ίτρια η: 1 πρόσωπο που έχει την τάση να υποκρίνεται = ψεύτης ≠ ειλικρινής. 2 (στο αρχαίο δράμα) ερμηνευτής ρόλου: Αυτός είναι ο χώρος του θεάτρου όπου οι ~ άλλαζαν στολές. = ηθοποιός. υποκρισία η: η ιδιότητα και, γενικότερα, η συμπεριφορά του υποκριτή (σημ. 1): κοινωνική / πολιτική ~ = προσποίηση, φαρισαϊσμός ≠ εντιμότητα, ειλικρίνεια. υποκριτικός -ή -ό: 1 αυτός που χαρακτηρίζεται από υποκρισία: ~ χαμόγελο / δάκρυα = προσποιητός, ψεύτικος ≠ ειλικρινής, γνήσιος, αληθινός. 2 αυτός που αναφέρεται στην υποκριτική τέχνη ή στον υποκριτή (σημ. 2): Έχει ~ και τραγουδιστικές ικανότητες. υποκριτικά (επίρρ., μόνο στη σημ. 1). υποκριτική η: η υποκριτική τέχνη = ηθοποιία. υποκύπτω: (αμτβ. + σε) κάνω κτ που αρχικά δεν ήθελα, συνήθως ύστερα από πίεση: Άλλαξε γνώμη υποκύπτοντας στις πιέσεις μας. = υποχωρώ. ~ στο μοιραίο / στα τραύματά μου: πεθαίνω. υπολείπομαι • μόνο ενστ. & πρτ.: 1 (αμτβ.) μένω ως υπόλοιπο (για να συμπληρωθεί, ολοκληρωθεί ένα σύνολο) = απομένω: Υπολείπονται τρεις μέρες, για να κλείσει η προθεσμία. 2 [επίσ.] (μτβ.) είμαι κατώτερος από κπ ή κτ: Οι παλαιότεροι υπολογιστές υπολείπονται πολύ των νέων σε ταχύτητα. υπόλειμμα το: ό,τι μένει ως υπόλοιπο από κτ που καταναλώθηκε, διαλύθηκε κτλ.: υπολείμματα φαγητού. υπόληψη η: 1 σεβασμός που τρέφει κπ για ένα πρόσωπο: Είχανε όλοι σε μεγάλη ~ τον δάσκαλο του χωριού. = εκτίμηση. 2 καλή εικόνα που έχει ο κόσμος για κπ, καλή φήμη, καλό όνομα. υπολογίζω -ομαι: 1 (μτβ.) α. λαμβάνω υπόψη ορισμένα στοιχεία ή δεδομένα για να προσδιορίσω ή να αποφασίσω κτ: Πρέπει να υπολογίσουμε πόσα άτομα θα καλέσουμε στη δεξίωση. = λογαριάζω. β. λαμβάνω κτ σοβαρά υπόψη μου: Πρέπει πάντα να υπολογίζεις τη γνώμη του ειδικού. γ. έχω την πρόθεση να κάνω κτ, εκτιμώ ότι θα κάνω κτ: Υπολογίζουν να κάνουν τον γάμο φέτος το καλοκαίρι. = σκοπεύω, σχεδιάζω. δ. εκτιμώ και σέβομαι κπ: Δεν ~ καθόλου τους γονείς της, ό,τι θέλει κάνει. 2 (αμτβ. + σε) βασίζομαι σε κπ, κυρίως για βοήθεια: Να υπολογίζεις σε μένα για οτιδήποτε χρειαστεί να αγοράσεις. υπολογισμός ο: 1 η ενέργεια του υπολογίζω (σημ. 1): πρόχειρος ~ δαπανών. 2 προσωπικό συμφέρον: Όποτε βοηθά κάποιον, το κάνει από ~. υπολογιστής1 ο: ΠΛΗΡΟΦ ηλεκτρονικό μηχάνημα που επεξεργάζεται και διαχειρίζεται μεγάλο όγκο πληροφοριών, συνήθως βάσει συγκεκριμένων εντολών τις οποίες λαμβάνει: φορητός ~. υπολογιστής2 ο, -ίστρια η: πρόσωπο που ενεργεί υπολογίζοντας κυρίως το συμφέρον του = υστερόβουλος, συμφεροντολόγος. υπολογιστικός -ή -ό: αυτός που αναφέρεται σε υπολογιστή ή υπολογισμό (σημ. 2): ~ συστήματα επεξεργασίας φυσικής ομιλίας. ~ συμπεριφορά. υπολογίσιμος -η -ο: 1 αυτός που μπορεί να υπολογιστεί: ~ μεγέθη = μετρήσιμος. 2 (μτφ.) αυτός που είναι τόσο σημαντικός, ώστε δεν περνάει απαρατήρητος ή δεν πρέπει να αγνοηθεί: ~ κόστος / παράγοντες. υπόλογος -η -ο: αυτός που φέρει την ευθύνη για κτ και πρέπει να απολογηθεί σε κπ: ~ ενώπιον κπ / έναντι κπ / απέναντι σε κπ. Ο πρόεδρος της ομάδας είναι ~ για τα επεισόδια. υπόλοιπος -η -ο: αυτός που απομένει από ένα σύνολο: Διάλεξε ό,τι θέλεις κι άφησε τα υπόλοιπα για τους άλλους. υπόλοιπο το: 1 αυτό που απομένει από ένα σύνολο: ~ διακοπών / χρηματικού ποσού. 2 ΜΑΘ α. ο αριθμός που απομένει από την πράξη της αφαίρεσης. β. ο αριθμός που απομένει από την πράξη της διαίρεσης, όταν ένας αριθμός δε διαιρείται ακριβώς από έναν άλλο. υπομένω • πρτ. υπέμενα, αόρ. υπέμεινα: (μτβ.) δέχομαι ή ανέχομαι καρτερικά δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση = αντέχω: Υπέμενε τόσα χρόνια με καρτερία τις φωνές και τις ιδιοτροπίες του. υπομονή η. υπομονετικός -ή -ό. υπομονετικά (επίρρ.). υπόνοια η: σκέψη ή εντύπωση που δε στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία, αλλά σε ενδείξεις = υποψία: Διατυπώθηκαν ~ για μυστικές συμφωνίες. υπονομεύω -ομαι: (μτβ.) ενεργώ ύπουλα, μεθοδικά και σε βάθος χρόνου, για να προκαλέσω ζημιά ή βλάβη σε κπ: Οι κατώτεροί του τον υπονόμευαν με στόχο να του πάρουν τη θέση. Με πράξεις δολιοφθοράς υπονομεύεται η ειρήνη στην περιοχή. υπονόμευση η. υπονομευτικός -ή -ό. υπονομευτικά (επίρρ.). υπονομευτής ο, υπονομεύτρια η. υπόνομος ο: υπόγειο σύστημα αγωγών για τη διοχέτευση των νερών της βροχής και των αστικών λυμάτων = οχετός. Το ρ. υπονομεύω συνδέεται ετυμολογικά με το ουσ. υπόνομος και είχε αρχικά τη σημασία «σκάβω υπονόμους». υπονοώ -ούμαι: (μτβ.) λέω ή εκφράζω κτ με έμμεσο ή όχι ξεκάθαρο τρόπο: Υπονοείτε ότι κάποιος από εμάς σας έκλεψε; = υπαινίσσομαι. υπονοούμενο το: λόγος που αφήνει να εννοηθεί κτ με έμμεσο τρόπο, συνήθως σε βάρος κπ. ύποπτος -η -ο: αυτός για τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις, αλλά όχι αποδείξεις ότι συμμετέχει σε συγκεκριμένες πράξεις ή παράνομες δραστηριότητες: Παραπέμφθηκε ως βασικός ~ για την τρομοκρατική επίθεση. Αυτά τα μυστικά ραντεβού μού φαίνονται πολύ ~. υποπτεύομαι: (μτβ.) 1 θεωρώ κπ ύποπτο: Η αστυνομία τον υποπτεύεται για κλοπές. 2 νιώθω, προαισθάνομαι ότι κτ θα συμβεί: ~ ότι θα αργήσει να γυρίσει. υποψία η: γνώμη ότι κπ ή κτ δεν είναι αυτό που δείχνει ή ότι υπάρχει κτ κρυφό: Έχω την ~ ότι ο άντρας μου με απατά. υποψιάζομαι: (μτβ.) 1 θεωρώ κπ ή κτ ύποπτο: Τον ~ για κλέφτη. 2 έχω υποψίες για κπ ή κτ: ~ ότι θα με εγκαταλείψεις. υποστηρίζω -ομαι: (μτβ.) 1 βάζω στηρίγματα: Πρέπει να υποστηρίξουμε καλά τη στέγη, γιατί θα πέσει. 2 (μτφ.) α. βοηθώ κπ: Αν δε με υποστήριζαν οι φίλοι μου, θα είχα καταρρεύσει εκείνη τη δύσκολη στιγμή. β. δείχνω την προτίμησή μου σε ομάδα, κόμμα κτλ.: Ποια ομάδα ~; 3 προσπαθώ να αποδείξω κτ με επιχειρήματα: Δεν υποστήριξες πειστικά την άποψή σου, γι' αυτό δε σε ψηφίσανε. υποστήριξη η. υποστήριγμα το: οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει κπ κτ (σημ. 1). υποστηρικτικός -ή -ό. υποστηρικτικά (επίρρ.). υποστηρικτής ο, -ίκτρια η: πρόσωπο που υποστηρίζει κπ ή κτ (σημ. 2). υπόσχεση η: διαβεβαίωση που δίνει κπ για κτ: Δεν κράτησε την ~ του ότι θα κόψει το κάπνισμα! υπόσχομαι: (μτβ.) διαβεβαιώνω, δίνω υπόσχεση σε κπ για κτ: ~ ότι θα γυρίσω εγκαίρως. πολλά υποσχόμενος: αυτός που αφήνει πολλές ελπίδες για μελλοντική θετική εξέλιξη. υποτάσσω -ομαι • αόρ. υπόταξα & υπέταξα, παθ. αόρ. υποτάχθηκα, μππ. υποταγμένος: (μτβ.) 1 κυριαρχώ πάνω σε κπ ή κτ: Ο Φίλιππος ο Μακεδών υπέταξε διάφορους λαούς που κατοικούσαν στη Μακεδονία. Κατάφερε να υποτάξει το πάθος του για το ποτό. 2 (μτφ.) θεωρώ κτ λιγότερο σημαντικό από κτ άλλο ≠ προτάσσω: ~ τις δικές μου προτιμήσεις σε εκείνες της παρέας. υποταγή η: το να υποτάσσει κανείς κπ ή κτ: Η ~ των αντιπάλων δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Η ~ του ατομικού στο συλλογικό συμφέρον είναι δημοκρατική πράξη. υπόταξη η: ΓΛΩΣΣ είδος σύνταξης προτάσεων κατά το οποίο μία δευτερεύουσα πρόταση συνδέει με μία κύρια από την οποία εξαρτάται ≠ παράταξη. υποτακτικός -ή -ό: 1 αυτός που υποτάσσεται σε κπ. 2 ΓΛΩΣΣ αυτός που σχετίζεται με την υπόταξη: ~ λόγος / σύνδεσμος. υποτακτική η: ΓΛΩΣΣ έγκλιση του ρήματος που εκφράζει κυρίως επιθυμία ή προσδοκία. υποτιμώ -ώμαι: (μτβ.) 1 θεωρώ κπ ή κτ μικρότερης αξίας από ό,τι πραγματικά είναι: Μην υποτιμάς ποτέ τον αντίπαλο, γιατί θα χάσεις. 2 μειώνω την αξία, κυρίως νομίσματος ≠ ανατιμώ: Η κυβέρνηση υποτίμησε το νόμισμα της χώρας. υποτίμηση η. υποτιμητικός -ή -ό (σημ. 1). υποτιμητικά (επίρρ.). ύπουλος -η -ο: αυτός που ενεργεί κρυφά για να βλάψει κπ: Είναι ~ αντίπαλος, δεν επιτίθεται ποτέ φανερά. ύπουλα (επίρρ.). υποφέρω -ομαι • αόρ. υπέφερα: 1 (μτβ.) υφίσταμαι δυσκολίες: Υπέφερα πάρα πολλά τα χρόνια του γάμου μας. 2 (αμτβ. + από) βασανίζομαι από κπ ή κτ: Στην Αφρική υποφέρουν από την πείνα. ~ από πονοκεφάλους. 3 παθ. (αμτβ.) είναι δυνατό να με ανεχτούν: Α, μα εσύ δεν υποφέρεσαι με τίποτα! υποφερτός -ή -ό: αυτός που μπορεί να τον υποφέρει κανείς: ~ ζέστη = ανεκτός ≠ ανυπόφορος. (μτφ.) ~ ντύσιμο (σχετικά καλό). υποφερτά (επίρρ.) υποχρεώνω -ομαι: (μτβ.) 1 εξαναγκάζω κπ να κάνει κτ = επιβάλλω: Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μάς ~ να το αδειάσουμε μέχρι το τέλος του μήνα. 2 κάνω κπ να αισθανθεί ευγνωμοσύνη για κτ: Αλήθεια, μπορείς να με πας στο σπίτι; Με υποχρεώνεις! υποχρέωση η: 1 οτιδήποτε είναι κανείς υποχρεωμένος να κάνει: Έχω ~ να σου το θυμίσω. οικογενειακές / στρατιωτικές / κοινωνικές ~. 2 αίσθηση ευγνωμοσύνης προς κπ: Του έχω μεγάλη ~, γιατί με βοήθησε οικονομικά όταν είχα πρόβλημα. υποχρεωτικός -ή -ό: αυτός που προκύπτει από ή αποτελεί υποχρέωση ≠ προαιρετικός: ~ φοίτηση / θητεία. υποχρεωτικά & -ώς (επίρρ.). υποχωρώ: (αμτβ.) 1 κινούμαι προς τα πίσω, αφήνοντας την αρχική μου θέση: Μόλις τον είδε να έρχεται κατά πάνω της, άρχισε να ~ τρομαγμένη. 2 πέφτω πιο χαμηλά από ό,τι ήμουν: Το έδαφος υποχώρησε με τη δυνατή βροχή. 3 (μτφ.) φτάνω σε πιο χαμηλά επίπεδα: Υποχώρησε καθόλου ο πυρετός; 4 (μτφ.) κάνω πίσω σε κτ που υποστηρίζω: Δεν ~ με τίποτε - εσύ κάνεις λάθος! υποχώρηση η. υποχωρητικός -ή -ό: αυτός που υποχωρεί εύκολα σε κτ (σημ. 4) ≠ ανυποχώρητος. υποχωρητικά (επίρρ.). υποψήφιος -α -ο: 1 αυτός που συμμετέχει σε εκλογές, με σκοπό να εκλεγεί: ~ βουλευτής. 2 αυτός που επιθυμεί να κάνει ή πρόκειται να γίνει κτ: ~ αγοραστής / γαμπρός. υποψήφιος ο, -α η: πρόσωπο που συμμετέχει σε διαγωνισμό: αύξηση των υποψηφίων για τα ΑΕΙ. υποψηφιότητα η: 1 το να είναι κανείς υποψήφιος σε εκλογές, διαγωνισμό: Έβαλε ~ για πρόεδρος του συμβουλίου. 2 (συνεκδ.) πρόσωπο που συμμετέχει σε διαγωνισμό: Όλες οι ~ έχουν τις ίδιες πιθανότητες επιτυχίας. ύστατος -η -ο: αυτός που είναι ο τελευταίος από όλους, που μετά από αυτόν δεν υπάρχει επόμενος: ~ προσπάθεια / χαιρετισμός (σε νεκρό). ύστερα (επίρρ.): = έπειτα 1 σε επόμενη χρονική στιγμή = μετά ≠ πριν: Επιτέλους, βρεθήκαμε ~ από πολλά χρόνια! Πρώτα φοράμε το παλτό κι ~ τα γάντια. 2 για να δικαιολογήσουμε πράξη, συμπεριφορά, κατάσταση που οφείλεται σε κτ που προηγήθηκε: ~ από τέτοια βροχή, λογικό είναι να έχουν γίνει μεγάλες ζημιές. 3 σε αντίθεση με κτ άλλο: ~ από τόσες θυσίες που κάναμε, αυτός να μας φέρεται έτσι! υστερία η: κατάσταση έντονης ψυχικής ή νευρικής αναστάτωσης, που συνοδεύεται από παθολογικά συμπτώματα ή βίαιες και έντονες αντιδράσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν: Την έπιασε ~ και έβαλε τα κλάματα. υστερικός -ή -ό: αυτός που σχετίζεται με ή παθαίνει υστε-ρία: ~ κλάμα / άνθρωπος. υστερικά (επίρρ.). Πρόκειται για αντιδάνειο (από το γαλλ. hystérie) με προέλευση από το ΑΕ ουσ. ὑστέρα «μήτρα». Xρησιμοποιήθηκε επειδή, αρχικά, υπήρχε η άποψη ότι πρόκειται για γυναικεία πάθηση που οφείλεται σε διαταραχές της μήτρας. υστερο- & υστερό-: α΄συνθ. που δηλώνει ότι κτ γίνεται ή συμβαίνει μετά από κτ άλλο ή ότι είναι τελευταίο σε μια σειρά: υστερόχρονος, υστερότοκος (το τελευταίο παιδί μιας οικογένειας), υστεροβυζαντινός (αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τελευταία φάση της βυζαντινής ιστορίας). ύστερος -η -ο: αυτός που ακολουθεί: εκ των υστέρων: αφού έχει γίνει κτ: ~ το σκέφτηκα, αλλά ήταν πια αργά. ≠ εκ των προτέρων. υστερώ: 1 (μτβ. & με παράλ. αντικ.) είμαι κατώτερος από κπ ή κτ άλλο ως προς κπ ιδιότητα, χαρακτηριστικό κτλ. ≠ υπερτερώ: ~ (έναντι) των συναδέλφων του σε πολλά θέματα. 2 (αμτβ.) παρουσιάζω ελλείψεις: ~ σε μόρφωση και κοινωνική αγωγή. υφίσταμαι • αόρ. υπέστην, απαρ. υποστεί: [επίσ.] 1 (μτβ.) παθαίνω, ανέχομαι κτ δυσάρεστο: Υπέστη βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. 2 μόνο ενστ. & πρτ. (αμτβ.) υπάρχω: Τέτοιο όνομα δεν ~ στην υπηρεσία μας. ύφος το: 1 η έκφραση του προσώπου και ο τρόπος που μιλάει κπ, τα οποία φανερώνουν τη διάθεσή του: πονηρό / γελαστό / ερωτηματικό ~. 2 ΓΛΩΣΣ ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί κανείς τη γλώσσα: επίσημο / οικείο / λιτό / λογοτεχνικό ~. υψηλό- & υψηλο-: α΄συνθ. που δηλώνει αυτόν που είναι ανώτερος ή ξεπερνά το κανονικό ως προς αυτό που δηλώνει το β΄ συνθ.: υψηλόβαθμος, υψηλόμισθος, υψηλότοκος (που έχει υψηλό βαθμό, μισθό, τόκο). υψηλός -ή -ό: 1 αυτός που ξεπερνά το κανονικό, τα συνηθισμένα όρια = μεγάλος, ψηλός ≠μικρός, χαμηλός: Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών είναι ιδιαίτερα ~. 2 αυτός που είναι ηθικά ή πνευματικά ανώτερος: Τον διακρίνει ~ αίσθημα ευθύνης. ~ ιδέες / αξίες. 3 αυτός που είναι τεχνικά ή ποιοτικά ανώτερος: ~ τεχνολογία / ραπτική. 4 αυτός που κατέχει ανώτερη κοινωνική θέση: ~ προσκεκλημένος. αφ' υψηλού: περιφρονητικά. υψηλά (επίρρ.). υψηλότατος ο -οτάτη η: η προσφώνηση για πρίγκηπα ή πριγκήπισσα = υψηλότητα η. ύψιστος -η -ο • θηλ. γεν. & [επίσ.] υψίστης: αυτός που είναι ή γίνεται στον ανώτατο βαθμό: φυλακές υψίστης ασφαλείας. Ύψιστος ο: ΘΡΗΣΚ ο Θεός. ύψος το: 1 η κατακόρυφη απόσταση από τη βάση ως την κορυφή σώματος: Πόσο είναι το ~ της βιβλιοθήκης; 2 ΓΕΩΜ η κάθετος από μία κορυφή (τριγώνου) ή από τη μία πλευρά (παραλληλογράμμου) προς την απέναντι πλευρά, και (συνεκδ.) το αντίστοιχο μέγεθος. 3 η κατακόρυφη απόσταση από την επιφάνεια της θάλασσας: Το αεροπλάνο πετά σε ~ 20.000 πόδια. 4 α. ορισμένο σημείο πάνω στην κατακόρυφο: μαλλιά στο ~ των ώμων. β. ορισμένο σημείο σε νοητή ευθεία και σε σχέση με κπ σημείο αναφοράς: Η κορυφή της πορείας βρίσκεται στο ~ της οδού Μητροπόλεως. 5 (μτφ.) το σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει κτ: Το ~ του επιτοκίου θα ξεπερνά το 5%. 6 ΜΟΥΣ βαθμός οξύτητας μουσικού φθόγγου. υψώνω -ομαι: (μτβ.) σηκώνω κτ ψηλά: ~ το βλέμμα / το κεφάλι. = ανεβάζω ≠ χαμηλώνω. ~ το ανάστημα: αντιμετωπίζω μια κατάσταση με θάρρος. ~ τη φωνή μου (σε κπ): μιλάω πολύ δυνατά από εκνευρισμό ή για να επιβληθώ σε κπ: Δε χρειάζεται να ~, μίλα πολιτισμένα! ύψωμα το: τμήμα του εδάφους που έχει μεγαλύτερο ύψος (σημ. 3) από την περιοχή γύρω του: Ανέβηκαν στο ~, για να δουν αν φαινόταν η θάλασσα. |