Ιστορία Κοινωνικών Επιστημών - Βιβλίο Μαθητή
1.2. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ 2.2. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΝ 17ο ΚΑΙ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος
2. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ
ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ
ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
Eικόνα
Εισαγωγή: Ο 17ος αιώνας, που εντάσσεται στις απαρχές της αστικής σκέψης, θεωρείται η εποχή κατά την οποία ένας αστερισμός πολύ μεγάλων διανοητών κάνει την εμφάνισή του. Αναδύονται όμως οι ιδέες όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία; Στο κεφάλαιο αυτό, πρώτον, θα προσανα- τολιστούμε στις ιστορικές και κοινωνικές εξελίξεις που προσδιόρισαν τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στην αστική εποχή και, δεύτερον, θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε τις εξελίξεις αυτές με το νέο τύπο γνώσης που εμφανίζεται.

Ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στη συνείδηση των ανθρώπων ο κόσμος ήταν χωρισμένος στην ουράνια και στη γήινη σφαίρα, από την εποχή της Αναγέννησης και των μεγάλων ανακαλύψεων αρχίζει η πορεία ενοποίησής του. Ο κόσμος πλέον γίνεται ένας, η πραγματικότητα μία, εκείνη των γεγονότων, τα οποία μπορούν να μετρηθούν, να υπολογιστούν, να μελετηθούν. Είναι ο εμπειρικός κόσμος των φαινομένων της κοινωνίας, της οικονομίας, της πολιτικής. Σε αυτή την ενοποίηση του κόσμου και του ειδώλου του συνέβαλε η επικράτηση ενός μεθοδολογικού προτύπου, το οποίο προσέφεραν τα Μαθηματικά, με τα οποία εξετάζονται τόσο τα φυσικά όσο και τα κοινωνικά φαινόμενα.

Eικόνα
Διδακτικοί στόχοι: Στο κεφάλαιο αυτό θα μάθουμε πως ήταν διαμορφωμένη η ζωή κατά την εποχή του Μεσαίωνα και πώς ήδη από την εποχή εκείνη προετοιμάζεται η μετάβαση στην αστική κοινωνία.

Θα εξετάσουμε ποιο ρόλο διαδραμάτισαν οι ανακαλύψεις στην αλλαγή της πολιτικής και της οικονομικής γεωγραφίας της Ευρώπης.

Θα συζητήσουμε γιατί οι αλλαγές που επέφεραν οι ανακαλύψεις δεν οδήγησαν αυτομάτως στη Βιομηχανική Επανάσταση.

Θα εντοπίσουμε ποιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ευνόησαν την εμφάνιση νέων επιστημονικών αντικειμένων. Θα αναζητήσουμε πού οφείλει την ενότητά της η επιστημονική σκέψη στις απαρχές της αστικής εποχής.

Εισαγωγικές ερωτήσεις:

Πώς ήταν διαμορφωμένη η κοινωνική και η οικονομική ζωή κατά τον Μεσαίωνα;

Πότε και πώς στην παγκόσμια οικονομία αναδεικνύεται η υπεροχή της Ευρώπης;

Πώς η μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου κατά την εποχή των ανακαλύψεων δεν οδήγησε αυτομάτως σε ευημερία αλλά προκάλεσε οικονομικές κρίσεις;

Πώς η οικονομική κρίση συνδέεται με την εμφάνιση νέας γνώσης και με μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας;

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και στην πολιτικέ] και οικονομική εξουσία;

Γιατί η Εγκυκλοπαίδεια των Γάλλων διαφωτιστών ήταν μια σημαντική πολιτική κίνηση;


2.1. ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πρώτη ενότητα αυτού του κεφαλαίου, θα συζητήσουμε ορισμένους βασικούς όρους οι οποίοι αφορούν τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στη Βιομηχανική Επανάσταση. Θα αναρωτη-

θούμε γιατί οι ποσοτικές μεταβολές τις οποίες επέφεραν στην οικονομία οι Ανακαλύψεις δεν αρκούσαν για μια ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Θα εξετάσουμε ποιο ρόλο έπαιξε η οργάνωση της ζωής στις πόλεις, η αναδιοργάνωση του θεσμού του κράτους, η νομοθεσία και η νέα οργάνωση της εργασίας για την αναμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων και για τις νέες κατευθύνσεις στην επιστήμη.


2.1.1. Οικονομική και κοινωνική ζωή στον Μεσαίωνα

Κατανάλωναν οι άνθρωποι κατά τον Μεσαίωνα όπως εμείς;

«Το χρήμα υπάρχει για να το ξοδεύουμε», όπως έγραφε ο Θωμάς Ακινάτης, (Tommaso d' Aquino), θέλοντας να υπογραμμίσει ότι το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο. Το χρήμα όμως, τότε, τον 13ο αιώνα, άρχισε να παίζει ρόλο στην κοινωνική ζωή. Η ζωή κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα ήταν κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένη, ώστε το χρήμα δεν ήταν αναγκαίο. Όσα κατανάλωναν οι άνθρωποι τόσα και παρήγαν.

Κατά τον Μεσαίωνα, η κοινωνική δομή συνήθως δίνεται με το σχήμα μιας μεγάλης και συμπαγούς πυραμίδας, η οποία συνέδεε τον Θεό με τα δημιουργήματα του. Στο ενδιάμεσο καθένας είχε μια σταθερή θέση, ο βασιλιάς ή ο αυτοκράτορας (στη Γερμανία), ο φεουδάρχης, ο δουλοπάροικος. Πρόκειται βέβαια για ένα ιδεατό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο η θέση καθενός συνδεόταν με τη θέση των άλλων και ήταν αναγκαία για ιη συνοχή του συνόλου. Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν και τόσο αρμονική ούτε και ομοιόμορφη.

Οι κάτοικοι της Δύσης, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στην πλειονότητά τους ζουν σε μια αγροτική κοινωνία, τεμαχισμένη σε φέουδα. Στο πλαίσιο των φεουδαρχικών σχέσεων, η κυρίαρχη δύναμη του φεουδάρχη, στον οποίο ανήκει η γη του φέουδου, υποστηρίζεται από το στρατό του και από την πίστη στην ιεραρχία. Υπό το μεγαλογαιοκτήμονα, το φεουδάρχη, συγκεντρώνεται και οργανώνεται ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που απασχολείται κυρίως με την καλλιέργεια της γης.

Οι αγρότες ήταν δουλοπάροικοι και εργάζονταν στο φέουδο με αντάλλαγμα την τροφή, την ασφάλεια, τη συντήρησή τους. Οι ίδιοι και οι απόγονοι ιούς θα έπρεπε να μείνουν στην ίδια θέση για πάντα και χωρίς δικαίωμα μετακίνησης.

Η πλέον οργανωμένη δύναμη, η μεγαλύτερη ισχύς και ο περισσότερος πλούτος ανήκαν στην Εκκλησία. Η παπική εξουσία συμβολιζόταν με τον ήλιο, ο οποίος έπρεπε να δίνει ζωή και ενότητα σε εκείνο τον κόσμο, ενώ από την άλλη μεριά οι αυτοκράτορες ή οι βασιλείς είχαν ως σύμβολο τη σελήνη. Οι τελευταίοι δε θα έπρεπε παρά να αντανακλούν τον ήλιο της παπικής εξουσίας. Τούτο όμως δεν έγινε δεκτό από την κοσμική εξουσία και από από τον 13ο μέχρι τον

15ο αιώνα ξέσπασαν μεγάλες διαμάχες.

Παράλληλα με την κοσμική Εκκλησία, υπήρχε η μοναστηριακή τάξη. Τα μοναστήρια ευδοκιμούσαν χάρη στην αυτονομία και στην ιεραρχημένη τάξη. Η οργάνωσή τους ήταν ανάλογη με την κοινωνική οργάνωση του εξωτερικού κόσμου. Δεν έλειπαν όμως και εδώ οι διαφωνίες, οι συγκρούσεις και οι αιρέσεις, που συνοπτικά και παραστατικά απεικονίστηκαν στη μορφή του Σατανά.

«Είμαστε άνθρωποι φτιαγμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού κι όμως, μας χρησιμοποιούν σαν να ήμασταν άγρια ζώα», διαμαρτύρονταν οι επαναστατημένοι αγρότες στην Αγγλία του 1381 (Ε. Weber, A Modern History of Europe, I, i). Κάποιοι από τους δουλοπάροικους σι οποίοι δεν άντεχαν τη στερημένη ζωή στο φέουδο και τις προσβολές του φεουδάρχη κατέφευγαν στις πόλεις, όμως κι εκεί η ζωή δεν ήταν τόσο ρόδινη όσο τη φαντάζονταν.

Το ποσοστό των Ευρωπαίων που ζούσε σε πόλεις κατά τον 11ο αιώνα δεν ήταν πάνω από το 5%. Τρεις αιώνες αργότερα αυτή η αναλογία τετραπλασιάστηκε. Τον 12ο αιώνα στο Λονδίνο ζούσαν 20.000 άνθρωποι. Στη Βενετία, σιη Φλωρεντία, στη Γένουα έμεναν 50-100.000 άνθρωποι. Το Μιλάνο, η μεγαλύτερη πόλη, αριθμούσε 200.000 κατοίκους.

Η ζωή στις μεσαιωνικές πόλεις είναι διαφορετική από τη ζωή στο φέουδο, αλλά παρουσιάζει και πολλές αναλογίες με αυτό. Αντίστοιχα προς τη φεουδαρχική γαιοκτησία εμφανίζεται η συντεχνιακή ιδιοκτησία. Οι συντεχνίες ήταν κλειστές επαγγελματικές ομάδες, το επάγγελμα ήταν κληρονομικό, όπως και τα εργαλεία, ενώ η πελατεία ήταν σταθερή. Επικρατούσε η ιεραρχία ανάμεσα στους πρωτομάστορες και στους μαθητευόμενους, ενώ απουσίαζε ο καταμερισμός της εργασίας. Κάθε εργάτης έπρεπε να είναι σε θέση να κατασκευάζει οτιδήποτε χρειαζόταν σιη συντεχνία. Ο μάστορας έπρεπε να κατέχει όλη την τέχνη του επαγγέλματος του. Παρατηρείται όμως μια κλιμάκωση και σας συντεχνίες. Στη Φλωρεντία, για παράδειγμα, ο ε υψηλότερη στάθμη τοποθετούνταν οι συντεχνίες των επιχειρηματιών, όπως έμποροι, χρηματιστές, κοσμηματοπώλες, και σε χαμηλότερη οι κρεοπώλες, οι αρτοποιοί, οι υφαντές, κτλ.

Υπήρχε και ένα πλήθος περιστασιακών εργατών, των οποίων η εργασία δεν απαιτούσε μαθητεία, δεν ήταν επομένως συντεχνιακού τύπου, και ζούσαν σαν μεροκαματιάρηδες. Πολλοί ήταν πρώην δουλοπάροικοι• οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν τον όχλο. Ενώ τα μέλη των συντεχνιών είχαν οργανωμένη ζωή και συγκεκριμένα συμφέροντα, ο όχλος δεν ακολουθούσε μια πειθαρχημένη ζωή και μετείχε σε διάφορες εξεγέρσεις, οι οποίες όμως σπάνια οδήγησαν σε κάποιο αποτέλεσμα, δηλαδή σε κάποια κοινωνική αλλαγή.

Ενώ η ζωή στην ύπαιθρο ήταν απομονωμένη, στις πόλεις αρχίζει να εμφανίζεται εκείνη η κίνηση η οποία θα συνεχιστεί στις επόμενες ιστορικές-κοινωνικές περιόδους. Οι πόλεις του Μεσαίωνα αυτοδιοικούνταν, υπήρχε ένα σύστημα διοίκησης και φορολογίας. Αρχίζει να οργανώνεται ένας νέος τύπος ζωής, εισάγεται το ωράριο, ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και εμφανίζεται η κοινωνία της αγοράς, δηλαδή ρυθμίζεται το κόστος της εργασίας, των πρώτων υλών, των προϊόντων.


2.1.2. Αναγέννηση και ανακαλύψεις

Η Αναγέννηση είναι μια μεταβατική εποχή από τη φεουδαρχία στη βιομηχανική εποχή, διαρκεί από τα τέλη του 14ου μέχρι και τον 16ο αιώνα. Σε γενικές γραμμές, συνδέεται με την ανάπτυξη των πόλεων και την εμφάνιση των πρώτων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της σύγχρονης αστικής τάξης. Πρόκειται για τηνεποχή η οποία προετοιμάζει την επιστημονική επανάσταση

Eικόνα

του 17ου αιώνα» και τον Διαφωτισμό.

Η Αναγέννηση (Renaissance) δεν έχει θεωρηθεί απλή ανανέωση (renovatio), αλλά μια μεγάλη τομή στην καλλιτεχνική, πολιτιστική, κοινωνική, πολιτική και εν γένει στην ιστορική ζωή. Το αναγεννησιακό πνεύμα προβάλλει την ατομικότητα, τη σωματικότητα, την κίνηση, όπως παραδειγματικά εδράστηκαν στην τέχνη. Ο ζωγράφος, όπως γράφει ο Αλμπέρτι, «θα πρέπει να οικειώνεται όλες τις μορφές της γνώσης που σχετίζονται με την τέχνη του. και ιδιαίτερα την Ιστορία, την ποίηση και τα Μαθηματικά». Με άλλα λόγια, η Αναγέννηση εκφράζεται στο πρότυπο του homo universalis, και στην ενότητα επιστήμης και τέχνης. Πρόκειται βέβαια για την έκφραση του ιδεώδους προτύπου της εποχής, το οποίο τροφοδότησε την εξιδανικευμένη εικόνα της Αναγέννησης. Η αντίληψη αυτή βασίζεται στο ότι οι μεγαλύτεροι δημιουργοί της Αναγέννησης είναι στοχαστές και μαθηματικοί, εφευρέτες, αρχιτέκτονες και μηχανικοί, όπως πρωτοποριακά εκφράζει το παράδειγμα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι (L. da Vinci). 11 Αναγέννηση είναι η εποχή της ανακάλυψης νέων τρόπων έκφρασης αλλά και παραγωγής.

Συνοπτικά, όπως εκφράζεται και στην τέχνη, σημειώνεται η προοδευτική μετακίνηση από τη θεοκρατία στον ανθρωποκεντρισμό, η μεταφορά της κοινωνικής δύναμης από τους ευγενείς και τον κλήρο στη νέα τάξη των αστών, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες.

Στο θρησκευτικό τομέα, όπως διαβάζουμε στον Αλμπέρτι (Alberti), βασική πηγή για την εποχή, «οι ιερείς θέλουν να ξεπερνούν όλους τους άλλους σε λαμπρότητα και μεγαλεία, θέλουν να συντηρούν πολυάριθμα καλοσυντηρημένα και λαμπροστολισμένα άλογα, θέλουν να εμφανίζονται δημόσια με πλήθος ακολούθους, ενώ η κλίση τους προς την απραγία και η σκαιή τους φαυλότητα αυξάνει από μέρα σε μέρα...» Το πνεύμα αυτό ερχόταν σε αντίθεση με το ασκητικό μοναστηριακό πνεύμα.

Το κίνημα της Μεταρρύθμισης (16ος αιώνας) έρχεται να αποκαταστήσει την κατάπτωση των θρησκευτικών ηθών, να θέσει σε ορθολογική βάση τις θρησκευτικές αξίες. Η πειθαρχία, η εργατικότητα, η λιτότητα και το πνεύμα της οικονομίας του προτεσταντισμού ευνόησαν ένα σύγχρονο εξορθολογισμένο επιχειρηματικό πνεύμα.

Στον οικονομικό τομέα, ενώ κατά τον Μεσαίωνα το χρήμα δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο και η παραγωγική δραστηριότητα δεν αποσκοπούσε στην εξασφάλιση πλεονάσματος, την εποχή της Αναγέννησης τα πράγματα παίρνουν πολύ διαφορετική κατεύθυνση. Το φιορίνι και το βενε-

τσιάνικο δουκάτο, ήδη τον 13ο αιώνα, προσέφεραν ένα σύμβολο της νέας οικονομίας και ένα μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών. Εμφανίζεται το πιστωτικό κεφάλαιο και το τραπεζικό σύστημα, που ευνοούν τόσο την ανάπτυξη του πολιτισμού όσο και την αλλαγή στα ηθικά πρότυπα, την οποία πολλοί αισθάνονται ως «διαφθορά» του ανθρώπου. Ας σημειωθεί ότι για πρώτη φορά υιοθετείται ο δανεισμός με τόκο.

Οι αρχές της ενότητας που διέπουν την τέχνη έχει θεωρηθεί ότι εκφράζουν το νέο ορθολογικό πνεύμα. Στην τέχνη κυριαρχούν οι ορθές αναλογίες, η αρμονία των σχέσεων, η οποία μπορεί να προσδιοριστεί αριθμητικά, η προοπτική, η οποία αναλύεται με μαθηματικούς υπολογισμούς. Από την άλλη μεριά, στην οικονομία, δίνεται έμφαση σιη δυνατότητα υπολογισμού, σι ο σχεδιασμό οικονομικών κινήσεων, στην οργάνωση της εργασίας, στην τήρηση λογιστικών βιβλίων, προκειμένου να υπολογιστεί ορθολογικά το κέρδος ή η ζημία στις νέες μεταβαλλόμενες σχέσεις της αγοράς. Ο αστός, ο νέος επιχειρηματίας, έχει να αντιμετωπίσει τόσο την εχθρότητα της παλαιάς αριστοκρατίας όσο και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, την αυξομείωση των τιμών, τον ανταγωνισμό εκ μέρους των αγορών άλλων πόλεων. Την επισφαλή του άνοδο και τον κίνδυνο μεταστροφής της τύχης του επιχειρεί να αντισταθμίσει αναπτύσσοντας ένα λογικό και μεθοδικό σχέδιο.

Στο μονόλογο του Φάουστ ο Γκαίτε αποδίδει το κλίμα αυτής της εποχής, ενώ διακρίνεται και το νήμα που τη συνδέει με τον 18ο αιώνα, τον αιώνα του Διαφωτισμού. Το πρώτα λόγιο του Φάουστ στο έργο εκφράζουν την αποδοκιμασία για τη σχολαστική γνώση:


Αχ! σπούδασα Φιλοσοφία
και Νομική και Πατρική
και αλί μου και Θεολογία
με κόπο και με επιμονή.
Και να με εδώ με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα.


Η γνώση της μεσαιωνικής Φιλοσοφίας κρίνεται άγονη απέναντι στο πάθος για την εφαρμογή και τη χρηστικότητα της γνώσης, για την εκμετάλλευση και τη μετατροπή των δυνάμεων της φύσης.

Η φύση, αυτή την εποχή, αρχίζει να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης αλλά και μετατροπής διά της γνώσης με υποκείμενο τον άνθρωπο. Οι αλχημιστές αυτής της περιόδου, υποσχόμενοι ότι με τη φιλοσοφική λίθο θα μπορούσαν να μετατρέψουν ένα ευτελές μέταλλο σε χρυσάφι, εξέφραζαν και τη γενική επιδίωξη για επέμβαση στη φύση και στην κοινωνία, για μια αλλαγή προς όφελος του δρώντος ατόμου.

Από τον περίπλου του Μαγελλάνου (χειρόγραφο του 16ου αιώνα).
Από τόν περίπλου του Μαγελλάνου (χειρόγραφο του 16ου αιώνα).

Μια άλλη όψη της εποχής, η οποία την κάνει να ξεχωρίζει, προσδιορίζει αλλά και προσδιορίζεται από την οικονομική ζωή, είναι οι ανακαλύψεις.

Τα μεγάλα ταξίδια υποκινούνται προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα εμπορικά συμφέροντα, αλλά οι ταξιδευτές επικαλούνται και την επιδίωξη να διαδώσουν το λόγο του Θεού. Ήδη στις αρχές του 16ου αιώνα είχαν ανακαλυφθεί η Αφρική, η Νότια Ασία, η Αμερική, τα νησιά της Καραϊβικής και είχαν ήδη χαρτογραφηθεί. Πρόκειται για τη νέα εποποιία του ανθρώπου, του νέου ευρωπαϊκού ανθρώπου, αυτή τη φορά, ο οποίος αγωνίζεται με τα στοιχεία της φύσης, τα ξεμαγεύει και τα κατακτά.

Στη μεγάλη επιχείρηση των ανακαλύψεων μετείχαν τόσο η Εκκλησία όσο και τα ευρωπαϊκά κράτη, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Αγγλία, η Γαλλία. Η παπική εξουσία, με την ιδιότητα του εγγυητή της πνευματικής συνοχής όλων των λαών και αποβλέποντας σε μια παγκόσμια ηγεμονία, αποφασίζει να παρέμβει στην κατανομή των εδαφών. Σύμφωνα με την παπική απόφαση (Inter Cetera, 1493), ο κόσμος θα μοιραζόταν ανάμεσα στους Πορτογάλους και στους Ισπανούς. Πρόκειται για μια κίνηση που τροφοδοτεί τις συζητήσεις για το Δίκαιο. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φραγκίσκος A' (Francois), επικαλούμενος το Φυσικό Δίκαιο, αμφισβητεί τη νομιμότητα της παπικής αυθεντίας. Στην Ολλανδία, ο νομομαθής Ούγκο Γκρότιους (Hugo Grotius) γράφει το Mare Liberum (1609), υποστηρίζοντας ότι η ελευθερία του εμπορίου και των θαλασσών περιλαμβάνεται στα φυσικά δικαιώματα (βλ. 2.2.1.).

Από τον 16ο αιώνα, και ιδιαίτερα κατά τον 17ο, αναδεικνύεται η υπεροχή της Βόρειας Ευρώπης. Η Αγγλία, η Γαλλία, η Ολλανδία οικοδομούν τις αποικιοκρατικές τους αυτοκρατορίες επωφελούμενες από την αδυναμία των οικονομικών δομών της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες ήταν πολύ στενά συνδεδεμένες με την Καθολική Εκκλησία. Οι μεγάλες εταιρείες, που οργανώνονται σε ανώνυμες ενώσεις, περισσότερο ή λιγότερο συνδεδεμένες με το κράτος, ελέγχουν όλο το εμπόριο και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη μετατροπή των χωρών τους σε αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες. Πρόκειται για τις εταιρείες Ανατολικών και Δυτικών Ινδιών της

Αγγλίας και της Ολλανδίας. Και στη Γαλλία οι εταιρείες παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο, αλλά η βασιλική εξουσία παρεμβαίνει στις δραστηριότητες τους.

Η Βόρεια Ευρώπη γίνεται το νευραλγικό κέντρο της οικονομίας, το Άμστερνταμ και το Λονδίνο αναδεικνύονται σε μητροπόλεις του παγκόσμιου εμπορίου. Οργανώνονται εμπορικά δίκτυα πρακτορείων και παρουσιάζεται μια πρωτοφανής, παγκόσμια πλέον, εμπορική κίνηση. Πολύτιμα μέταλλα, ζάχαρη, βαμβάκι, καπνός, καφές, κακάο, ρύζι, νέα φυτά, μπαχαρικά, διακινούνται σε μεγάλες ποσότητες, ενώ το εμπόριο των δούλων συνέβαλε ακόμη περισσότερο στη συσσώρευση του πλούτου.

Με το άνοιγμα των αγορών και τη συσσώρευση πλούτου αρχίζουν να φαίνονται οι αδυναμίες των συντεχνιών. Η τάση προστασίας των συντεχνιών απέναντι στα μέλη της είχε μετατραπεί σε προστατευτισμό. Όσοι ήταν μέλη των συντεχνιών επιδίωκαν να διασφαλίσουν το επάγγελμά τους, να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα και τα κέρδη τους, όχι να τα πολλαπλασιάσουν εισερχόμενοι σε έναν αβέβαιο κύκλο μεταβολών. Αυτοί οι επαγγελματίες αναγνωρίζονταν και ως πολίτες. Με τη δύναμη που είχαν αποκτήσει, πίεζαν την πολιτική Αρχή της πόλης για τη λήψη περιοριστικών μέτρων στην κίνηση του εμπορίου. Με λίγα λόγια, η λειτουργία των συντεχνιών δε ζημίωνε μόνο τους εξωτερικούς εργάτες, οι οποίοι αποκλείονταν από την κλειστή οργάνωση της συντεχνίας και, συνεπώς, από τη συμμετοχή τους στην ιδιότητα του πολίτη, το συντεχνιακό πνεύμα περιόριζε και την ίδια την ανάπτυξη της συντεχνίας.

Με τις ανακαλύψεις όμως, το άνοιγμα των αγορών, την εμφάνιση νέων κέντρων, την άνοδο της εμπορευματικής τάξης, και στο όνομα ευρύτερων συμφερόντων, άρχισαν να πλήττονται ο προστατευτισμός και τα τοπικά συμφέροντα, και να αναδύεται ένα νέο φιλελεύθερο πνεύμα.

Στην παγκόσμια οικονομία αναδεικνύεται η υπεροχή της Ευρώπης. Μέσα από τις νέες οικονομικές και πολιτικές σχέσεις, με την ανάπτυξη της εξουσίας του κράτους (βλ. 2.1.5.) και της αστικής τάξης, γίνεται φανερή η παρακμή της αριστοκρατίας όσο και η αδυναμία της αγροτικής τάξης.

Με αφετηρία την τελειοποίηση της ναυσιπλοΐας, αναπτύσσεται η τεχνολογία, οι φτηνές πρώτες ύλες αναζωογονούν την παραγωγή των αγαθών, η εισροή των πολύτιμων μετάλλων ισχυροποιεί τις οικονομίες των εθνικών κρατούν που αρχίζουν να εμφανίζονται, ενώ καθίσταται αναγκαία η μελέτη των νέων φαινομένων της οικονομίας. Τα μεγάλα ταξίδια ενεργοποίησαν τους τομείς της Αστρονομίας, της Μηχανικής και των Μαθηματικών για την κατασκευή τελειότερων εργαλείων και πλοίων. Οι ανακαλύψεις συνέβαλαν εξαιρετικά στην ανάπτυξη της Γεωγραφίας, στην τελειοποίηση της τέχνης της Χαρτογραφίας, στην ανάπτυξη της Βοτανικής, της Ιατρικής, εν γένει στη συσσώρευση γνώσης.

Γ. Εβέλιου, Σεληνογραφία 1647
Γ. Εβέλιου, Σεληνογραφία 1647

Σε γενικές γραμμές, όμως, εκτιμάται ότι τα αποτελέσματα αυτής της περιόδου αφορούν τη συσσώρευση του πλούτου, η οποία βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας, ειδικά της δουλείας, και στο κέρδος. Η αποδοτικότητα της εργασίας, η οργάνωση της παραγωγής σε σχέση με τις δυνατότητες της αγοράς θα αρχίσουν να αναπτύσσονται από τον 18ο αιώνα, με την εκβιομηχάνιση, την κατάργηση της δουλείας και τις νέες συνθήκες εργασίας. Η δουλεία δεν καταργείται τόσο από ηθικά κίνητρα, όσο, κυρίως, για λόγους ορθολογικότερης οργάνωσης της εργασίας και της κοινωνίας.




2.1.3. Αστικοποίηση

Η πόλη στην Ευρώπη έχει πολύ μεγάλη παράδοση, με δεδομένο ότι ξεκινά από τις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας, επιβιώνει ως θεσμός κατά τον Μεσαίωνα και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μετάβαση στην αστική-βιομηχανική κοινωνία.

Εικόνα

Η πόλη, εξαρχής συνδεδεμένη με τον πολίτη, την πολιτική και τον πολιτισμό, αποτέλεσε το «φυσικό» χώρο της αστικής τάξης. Οι πόλεις κατά την Αρχαιότητα, αλλά και οι μεσαιωνικές πόλεις, ήταν αυτόνομες, συνήθως μάλιστα είχαν και δικό τους στρατό. Με την εμφάνιση των εθνικών κρατών προβάλλει η εθνική τάξη, η αστική τάξη με τη σύγχρονη σημασία της λέξης.

Τον 12ο αιώνα στο Λονδίνο ζούσαν 20.000 άνθρωποι. Περί τα μέσα του 19ου αιώνα ζουν 3.500.000. Με την ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, όπως παρακολουθήσαμε, παρουσιάζεται το φαινόμενο των μεγάλων μητροπόλεων.

Αλλά τι είναι η πόλη; Η πόλη χαρακτηρίζεται από μια συγκέντρωση, συνήθως πυκνή, κτισμάτων και ανθρώπων. Η οικονομική ζωή βασίζεται στη βιοτεχνία, στη βιομηχανία, στο εμπόριο και όχι στη γεωργία, υπάρχει μια ικανοποιητική αγορά, αναπτυγμένο συγκοινωνιακό δίκτυο, εκπαιδευτικά ιδρύματα και υπηρεσίες. Η ζωή στην πόλη παρουσιάζει μια αναπτυγμένη θεσμική οργάνωση.

Εικόνα

Στις αναλύσεις σοσιαλιστών συγγραφέων, όπως των Μαρξ και Ένγκελς, στα μέσα του περασμένου αιώνα, τονίζεται η σχέση της αστικής ζωής με την οικονομία και με ένα σύστημα εκμετάλλευσης των εργατών από τους ιδιοκτήτες βιομήχανους και επιχειρηματίες. Το μεγαλόπρεπο θέαμα των πόλεων και η συγκέντρωση του πλούτου συνδέεται αφ' ενός με την εξατομίκευση, και αφ' ετέρου με την εξαθλίωση της πλειονότητας. Τονίζεται, επίσης, η εμπορευματοποίηση της γης, η οποία φέρνει τις χαμηλότερες κοινωνικά τάξεις σε δυσμενέστερη θέση, εν(ό ευνοεί το κέρδος μιας σειράς επιχειρήσεων. Η πόλη θεωρείται το επίκεντρο των κοινωνικών και οικονομικών διαδικασιών και ο προσφορότερος τόπος γιο τη μελέτη τους. Έχει τονιστεί βέβαια από άλλους θεωρητικούς στην εποχή μας και μια άλλη διάσταση της πόλης, ο τρόπος ζωής. Η αστική ζωή συνδέεται με

την πολιτισμική συμπεριφορά. Η πόλη μελετάται ως ο φυσικός χώρος του ανθρώπου, όπου εκδηλώνονται στην ενότητά τους οι δραστηριότητές του, πνευματικές, τεχνικές, οικονομικές, πολιτισμικές.

Η πόλη, συνοπτικά, αποτελεί ένα σύνθετο θέμα, προνομιακό τόπο για τη μελέτη ενός κοινωνικού συστήματος και του πολιτισμού. Από τη Βιομηχανική Επανάσταση παρατηρείται η διαρκής τάση για συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις, με αποτέλεσμα σήμερα ο μισός πληθυσμός της γης να ζει σε πόλεις. Ευλόγα η πόλη αποτέλεσε ξεχωριστό αντικείμενο, το οποίο σήμερα μελετά η Αστική Κοινωνιολογία.


2.1.4. Από την κοινότητα στην κοινωνία

Ορισμένες σχέσεις θεωρούμε ότι είναι αυθόρμητες, φυσικές, ενώ άλλες ότι είναι συμβατικές. Επίσης, συνηθίζουμε να αντιπαραθέτουμε τις σύγχρονες σχέσεις ως ατομικιστικές και αποξενωμένες στις παραδοσιακές σχέσεις, με την ιδέα ότι ήταν σχέσεις αλληλεγγύης.

Π. Μπρέγκελ, Αγροτικός χορός (1565)
Π. Μπρέγκελ, Αγροτικός χορός (1565)

Με τη Βιομηχανική Επανάσταση τονίζεται η ραγδαία μεταβολή στους κοινωνικούς όρους της ζωής. Δίνεται έμφαση στη συσσώρευση του πλούτου και οι άνθρωποι μεταφέρονται μαζικά στις πόλεις, όπου ενσωματώνονται στις αγορές. Επιβιώνουν άραγε αρετές όπως η αλληλεγγύη, η αμοιβαιότητα, η αίσθηση της κοινότητας; Ο Τένις (Ε. Tonnies, 1855-1936)

ένας Γερμανός κοινωνιολόγος που ασχολήθηκε με αυτό το πρόβλημα, χρησιμοποίησε ως βασικές έννοιες-εργαλεία για τη μελέτη των τύπων στους οποίους μπορούν να υπαχθούν οι κοινωνικές σχέσεις ή οι κοινωνικοί δεσμοί τις έννοιες «κοινότητα» και «κοινωνία».

Ο όρος κοινότητα, σύμφωνα με τα παραδείγματα του Τένις, ανταποκρίνεται σε τύπους σχέσεων όπως η σχέση της μητέρας με το παιδί της, η σχέση του άντρα με τη γυναίκα, η σχέση

Φ. Λεζέ, Η πόλη (1919)
Φ. Λεζέ, Η πόλη (1919)
αδελφού και αδελφής. Πρόκειται για δεσμούς που βασίζονται στο ένστικτο, στην παρόρμηση και σε ό,τι είναι κληρονομημένο από τη φύση ή την παράδοση. Ανταποκρίνονται σε σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, στους κατοίκους ενός χωριού ή γενικότερα των αγροτικών κοινωνιών. Στις σχέσεις αυτές επικρατεί η ηλικία, η σοφία, η δύναμη, η ισχύς του ηγέτη. Πλάι στην αμεσότητα των σχέσεων εμφανίζεται ο φόβος απέναντι στη μεγαλύτερη ισχύ. Δεν είναι ανεξήγητο το ότι αυτές οι άμεσες, φυσικές και αλληλέγγυες σχέσεις εμφανίζονται σε παλαιούς τύπους αυτοκρατοριών, στη φεουδαρχία, κτλ.

Ενώ η ζωή στις κοινότητες φαίνεται να οργανώνεται μέσα από τις αυθόρμητες σχέσεις, η κοινωνία βασίζεται στη λογική. Στην κοινωνία, τη θέληση τη διαμορφώνει και την κατευθύνει η σκέψη οι σχέσεις, οι συμπεριφορές, οι πράξεις ρυθμίζονται μέσω συμφερόντων και συμβάσεων. Με την εμφάνιση της βιομηχανικής κοινωνίας, τη ζωή στις μεγαλοπόλεις, την ανάπτυξη των σύνθετων και ανταγωνιστικών οικονομικοί σχέσεων, αν δε ρυθμίζονταν οι σχέσεις διά των συμβάσεων θα ήταν αδύνατη η κοινωνική ζωή. Η ίδια η πολιτική και η κοινωνική ζωή εμφανίζονται, κατά συνέπεια, ως αποτέλεσμα κοινωνικών συμφωνιών, συμβάσεων και συμβολαίων.


2.1.5. II γένεση των εθνικών κρατών

Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κληρονομείται η ιδέα μιας καθολικής δύναμης, την οποία κατά τον Μεσαίωνα εκφράζει η Καθολική Εκκλησία. Στην πραγματικότητα, ο μεσαιωνικός κόσμος εμφανίζει την όψη ενός μωσαϊκού από 500 περίπου τοπικές εξουσίες, ανεξάρτητες και ημιαυτόνομες πόλεις-κράτη, των οποίων τα σύνορα είναι ασαφή και μεταξύ των οποίων διεξάγονται συχνά πόλεμοι. Έλειπαν οι αποτελεσματικοί κεντρικοί διοικητικοί μηχανισμοί, καθώς η εξουσία ήταν τοπικού και προσωπικού χαρακτήρα.

Από τον 14ο αιώνα η παντοδύναμη Εκκλησία υποχρεώνεται σε υποχωρήσεις απέναντι στη

βασιλική εξουσία. Ταυτόχρονα αρχίζει να αποσυντίθεται η φεουδαρχία. Το εμπόριο αποκτά αυξανόμενη σημασία και στην ύπαιθρο. Τον 14ο αιώνα ξεσπούν σε όλη την Ευρώπη εξεγέρσεις εκ μέρους των δουλοπάροικων, οι οποίοι μαζικά καταφεύγουν στις πόλεις. Τον ίδιο αιώνα μεταδίδεται η θανατηφόρα πανούκλα, η οποία ξεκληρίζει τον πληθυσμό, συμπληρώνοντας τη νοσηρή όψη της εποχής. Η φτώχεια, η εξαθλίωση και η αρρώστια πλήττουν την Ευρώπη.

Όμως τον 10ο αιώνα σημειώνεται μια σημαντική ανατροπή της πολιτικής γεωγραφίας. Η ιδέα της καθολικής δύναμης αρχίζει να αντικαθίσταται από εθνικά πρότυπα. Η δομή του κράτους που εμφανίζεται είναι ιεραρχική, παρατηρείται η αλυσιδωτή διάρθρωση των σχέσεων και η διαπλοκή ανάμεσα σε μικρότερα συμφέροντα και εξουσίες, ενώ στην κορυφή της πυραμίδας τοποθετείται η μοναρχική εξουσία.

Ο μονάρχης θεωρείται ότι εκπροσωπεί το κοινό συμφέρον των υπηκόων του. Η απόλυτη εξουσία του μονάρχη σήμαινε την ανάδυση μιας μορφής κράτους, του απολυταρχικού, που βασίζεται στην απορρόφηση μικρότερων και ασθενέστεροι εξουσιών και την υπαγωγή τους σε μεγαλύτερες και ισχυρότερες δομές. Σήμαινε ακόμη την ενισχυμένη ικανότητα διακυβέρνησης σε μια ενοποιημένη εδαφική περιοχή και την ικανότητα επιτήρησης των λαών που υπάγονται στο κράτος. Τα νέα κράτη συντελούν στην ανάπτυξη μιας νέας μορφής ταυτότητας, της εθνικής ταυτότητας.

Η απόλυτη μοναρχία διεκδικούσε το δικαίωμα να αποτελεί την ύψιστη πηγή του νόμου, να είναι συγκεντρωτική και αδιαίρετη. Εμφανίζονται και οργανώνονται όμως στο πλαίσιο της οι διοικητικοί μηχανισμοί, η γραφειοκρατία, η ορθολογική φορολογία, το ενιαίο νόμισμα, ο θεσμός της διπλωματίας, νέες διαδικασίες νομοθεσίας. Τα κράτη στα οποία συναντάμε την απολυταρχία, μεταξύ 15ου και 18ου αιώνα, είναι η Γαλλία, η Αγγλία, η Πρωσία, η Αυστρία, η Ισπανία, η Ρωσία, η Σουηδία.

Από τον 18ο αιώνα, χάρη στις πολιτικές επαναστάσεις, πραγματοποιείται βαθμιαία η μετάβαση στη σύγχρονη μορφή του κράτους. Σύμφωνα με αυτή, επικεφαλής του κράτους είναι μια κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη των αντιπροσώπων των πολιτών, οι οποίοι αντιπρόσωποι είναι και οι νομοθέτες. Οι σχέσεις, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της κυβέρνησης και των πολιτών προσδιορίζονται από εκ των προτέρων γνωστούς κανόνες. Η ιδιότητα του πολίτη επανεμφανίζεται στην Ιστορία και ο προσδιορισμός της αποτελεί σημαντικό πρακτικό και θεωρητικό ζήτημα.

Σε γενικές γραμμές, η νέα μορφή του κράτους, το εθνικό κράτος, ευνόησε την ανάπτυξη της αστικής τάξης, από την οποία μάλιστα υποστηρίχθηκε, συνέβαλε στη διάδοση του εμπορίου και,

όπως όπως είδαμε στην προηγουμένη ενότητα, στην εμφάνιση της αποικιοκρατίας, ενώ περιόρισε την ισχύ της Καθολικής Εκκλησίας. Τα προβλήματα που αφορούν τη νομιμοποίησή του, την προέλευση και τα όρια της ισχύος του, κ.ά., αποτέλεσαν αντικείμενα του Δικαίου και της πολιτικής θεωρίας, που αναδεικνύονται ως ζωτικής σημασίας αντικείμενα της γνώσης (βλ. 2.2.1.).


2.1.6. Η Βιομηχανική Επανάσταση

Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα σημειώνεται κατακόρυφη άνοδος των τιμών, κυρίως των αγροτικών προϊόντων. Οι απαιτήσεις της αγοράς αποτελούν μια ανεξήγητη αλλά και αδυσώπητη πραγματικότητα. Στα μέσα του 16ου αιώνα το γαλλικό και το ισπανικό κράτος πλήττονται από μεγάλη οικονομική κρίση. Αναζητείται απεγνωσμένα δανειοδότηση. Στις συναλλαγές που ακολουθούν, η κερδοσκοπία φτάνει στο κατακόρυφο. Στις πόλεις παρουσιάζεται υπερπληθυσμός, ενώ οι μισθοί είναι χαμηλοί και όχι σταθεροί. Με τον εκχρηματισμό της οικονομίας, όλοι χρειάζονται όλο και περισσότερα χρήματα, ακόμη περισσότερο όσοι βρίσκονται οε ανώτερες κοινωνικά τάξεις. Παρουσιάζεται το φαινόμενο να πουλούν πολλοί ευγενείς τους τίτλους τους σε ανερχόμενους αστούς, η Εκκλησία ιερά λείψανα και «συγχωροχάρτια», οι χαμηλότερες τάξεις εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και συσσωρεύονται στις πόλεις προσφέροντας την εργασία τους για μισθούς που βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Επικρατεί η κοινωνία της αγοράς, η οποία όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί.

Στο πεδίο της τεχνικής και της οικονομίας παρουσιάζονται κινήσεις για τη συμπίεση του κόστους παραγωγής των προϊόντων. Μια σειρά από εφευρέσεις από τον 17ο αιώνα συμβάλλουν στη μείωση του κόστους της παραγωγής και των τιμών. Σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο του 1623, ο εφευρέτης αμείβεται και κατοχυρώνει τυπικά την εφεύρεσή του. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του πολιτισμού, γίνονταν βέβαια πάντα εφευρέσεις, στη νέα όμως ιστορική περίοδο αρχίζουν να ενσωματώνονται οργανωμένα στην παραγωγή.

Η βιομηχανική παραγωγή δε βασίζεται απλώς στην εισαγωγή νέων μηχανών, όπως της ατμομηχανής, στην παραγωγική διαδικασία. Είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας η οποία επέφερε σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική, στην πολιτική και στην οικονομική ζωή. Η ιδιοκτησία της γης χρησιμοποιείται ως εμπόρευμα. Η ιδιοκτησία του χώρου όπου εκτελείται το έργο, τα εργαλεία, οι πηγές της πρώτης ύλης και η εργατική δύναμη συγκεντρώνονται στα χέρια του επιχειρηματία. Στο κοινωνικό πεδίο, σχηματίζεται αφ'ενός η καπιταλιστική τάξη, η τάξη που κατέχει τα νέα μέσα παραγωγής, και αφ'ετέρου η εργατική.

Η ατμομηχανή του Τζ. Βατ (1769)
Η ατμομηχανή του Τζ. Βατ (1769)

Ενώ κατά τον Μεσαίωνα οι άνθρωποι όσα κατανάλωναν τόσα και ξόδευαν, με τη Βιομηχανική Επανάσταση δίνεται έμφαση στη συσσώρευση κεφαλαίου και στην αποκόμιση όσο το δυνατό μεγαλύτερου κέρδους. Η γη αρχίζει να χρησιμοποιείται όχι απλώς ως πηγή προϊόντων για την επιβίωση, αλλά ως αυτό το οποίο μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί αποφέροντας κέρδος. Έτσι, δίνεται έμφαση στη γη ως ιδιοκτησία.

Τον 16ο αιώνα ψηφίζεται στην Αγγλία ο περίφημος Νόμος των Περιφράξεων. Τα κομμάτια της γης τα οποία μπορούσαν ελεύθερα να χρησιμοποιούν οι καλλιεργητές για τη βοσκή των προβάτων τους και για την ξυλεία τους ιδιωτικοποιούνται. Με αυτό τον τρόπο οι φεουδάρχες αυξάνουν τη γαιοκτησία τους και μετατρέπονται σε επιχειρηματίες. Παράλληλα οι γαιοκτήμονες αρχίζουν να χρησιμοποιούν τα κτήματα ως βοσκότοπους, προκειμένου να εμπορευτούν το μαλλί. Όσοι χωρικοί ζούσαν στις περιοχές αυτές υποχρεώνονταν να τις εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στις πόλεις, όπου ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες. «Τα πρόβατα έτρωγαν ανθρώπους», κατά την έκφραση της εποχής. Αναπτύχθηκε η βιομηχανία του μαλλιού

και στη συνέχεια η βιομηχανία τον βάμβακα, η οποία ενσωμάτωσε τις μεγαλύτερες τεχνικές βελτιώσεις και αποτέλεσε παράδειγμα εργοστασιακής παραγωγής. Οι τεχνικές βελτιώσεις αφορούσαν τις πρώτες ύλες, τη χρήση του γαιάνθρακα και την εισαγωγή της ατμομηχανής.

Η εργοστασιακή παραγωγή έδωσε ένα καταφύγιο στους πρώην δουλοπάροικους οι οποίοι, όπως είδαμε, κατέφευγαν στις πόλεις, όπου είτε ήταν αποκλεισμένοι από τις συντεχνίες είτε κακοπληρώνονταν. Στην αρχή της βιομηχανικής παραγωγής, επειδή υπήρχε πολύ μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια, σε πλήρη αντίθεση με τις σημερινές συνθήκες, οι εργατικές δυνάμεις στρατολογούνταν υποχρεωτικά, διά της βίας. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και αστυνομικά μέτρα και ποινές κατά των περιπλανωμένων. Χαρακτηριστικά, για όποιον συλλαμβανόταν για τρίτη φορά να ζητιανεύει προβλεπόταν η ποινή του θανάτου. Από τις αρχές του 18ου αιώνα όμως άρχισαν να εμφανίζονται οι πρόδρομοι της σύγχρονης ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων ανάμεσα στους επιχειρηματίες και στους εργαζομένους.

Συνοπτικά, η Βιομηχανική Επανάσταση τοποθετείται τον 18ο αιώνα στην Αγγλία ως αποτέλεσμα μακροχρόνιας διαδικασίας - πραγματοποιείται κατεξοχήν χάρη στις νέες σχέσεις ιδιοκτησίας και εργασίας. Εκδηλώνεται μέσα από τη χρήση της μηχανής, της ατμομηχανής αλλά και μέσα από την ανάπτυξη των μεταφορικών μέσων, του σιδηρόδρομου, του ατμόπλοιου, που έδιναν τη δυνατότητα μεταφοράς των ανθρώπων και των προϊόντων, και διευκόλυναν το διεθνές εμπόριο.

Τον 19ο αιώνα η Βιομηχανική Επανάσταση εξαπλώνεται στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική. Επιχειρείται η όσο το δυνατό μεγαλύτερη αξιοποίηση των επιστημονικών δεδομένων σιη βιομηχανία με σκοπό τη βελτίωση της παραγωγής, τη μείωση του κόστους και την αποκόμιση μεγαλύτερου κέρδους. Το κέρδος, σε ένα σημαντικό του μέρος, δε χρησιμοποιείται για καταναλωτικούς σκοπούς, αλλά για την τελειοποίηση της τεχνολογίας, την αγορά νέων μηχανημάτων, για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η διαμόρφωση των σχέσεων σε όλους τους τομείς της ζωής γίνεται όλο και πιο σύνθετη. Η ανάπτυξη της οικονομίας και της τεχνικής ακολουθεί μια πορεία η οποία δεν είναι ούτε κατανοητή ούτε και προβλέψιμη, ενώ επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής. Ως εκ τούτου, γίνεται επιτακτική η ανάγκη να μελετηθούν συστηματικά τα νέα οικονομικά φαινόμενα.