Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου)

13ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1. Ασυναίρετα δευτερόκλιτα επίθετα

158. α) Τρικατάληκτα με 3 γένη (σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον)

 

(θ. σοφο-, σοφη-, σοφο-)

(θ. δικαιο-, δικαια-, δικαιο-)

Ενικός αριθμός

ον.

σοφὸς

σοφ

σοφὸν

δίκαιος

δικαία

δίκαιον

γεν.

σοφοῦ

σοφῆς

σοφοῦ

δικαίου

δικαίας

δικαίου

δοτ.

σοφῷ

σοφῇ

σοφῷ

δικαίῳ

δικαίᾳ

δικαίῳ

αιτ.

σοφὸν

σοφὴν

σοφὸν

δίκαιον

δικαίαν

δίκαιον

κλ.

σοφὲ

σοφὴ

σοφὸν

δίκαιε

δικαία

δίκαιον

 

Πληθυντικός αριθμός

ον.

σοφοὶ

σοφαὶ

σοφὰ

δίκαιοι

δίκαιαι

δίκαια

γεν.

σοφῶν

σοφῶν

σοφῶν

δικαίων

δικαίων

δικαίων

δοτ.

σοφοῖς

σοφαῖς

σοφοῖς

δικαίοις

δικαίαις

δικαίοις

αιτ.

σοφοὺς

σοφὰς

σοφὰ

δικαίους

δικαίας

δίκαια

κλ.

σοφοὶ

σοφαὶ

σοφὰ

δίκαιοι

δίκαιαι

δίκαια

 

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

σοφὼ

σοφὰ

σοφὼ

δικαίω

δικαία

δικαίω

γεν., δοτ.

σοφοῖν

σοφαῖν

σοφοῖν

δικαίοιν

δικαίαιν

δικαίοιν

 

Επίθετα σε ος, -η, -ον: ἀγαθὸς (-ή, -όν), ἁγνός, θερμός, κακός, καλός, πιστός, σεμνός, ὑψηλός· ἀρχικός, ἠθικός, θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός· ἐαρινός, νυκτερινός, χειμερινός - φίλος (φίλη, φίλον), ἴσος, κοῦφος, μέσος, ἀνθρώπινος (·ίνη, -ινον), κρίθινος, λίθινος, ξύλινος κ.ά.- Επίσης τα ρήματ. επίθ. σε -τός: ἁλωτὸς (-ή, τόν), βατός, γραπτός, δυνατός, θαυμαστός κ.ά. (§ 393)· τα τακτικά αριθμητικά: πρῶτος (πρώτη, πρῶτον), τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, ἕκτος, ἕβδομος, ὄγδοος,... εἰκοστός,... ἑκατοστός,... χιλιοστός κτλ. (§ 208) κ.ά.

Επίθετα σε -ος, -α, -ον: ἀραιὸς (-ά, -όν), δεξιός, παλαιός, στερεός· καθαρός, λαμπρός, μικρός, πονηρός - ἀνδρεῖος (-εία, -εῖον), ἀρχαῖος, γενναῖος, νέος, λεῖος, ὡραῖος· διψαλέος, θαρραλέος, πειναλέος - ἅγιος (-ία, -ιον), ἄξιος, βέβαιος, ἐπιτήδειος, πλούσιος, τέλειος κ.ά.- Επίσης τα ρηματ. επίθ. σε -τέος: γραπτέος, διαβατέος, εὐεργετητέος, ὠφελητέος κ.ά. (§ 393)· τα απόλυτα αριθμητικά σε πληθυντικό: διακόσιοι (-αι, -α), τριακόσιοι, τετρακόσιοι,... χίλιοι,... μύριοι κτλ. (§ 207, γ)· τα χρονικά αριθμητικά: δευτεραῖος, τριταῖος, τεταρταῖος κτλ.·τα αναλογικά αριθμητικά: διπλάσιος (-ία, -ιον), τριπλάσιος, τετραπλάσιος κτλ. (§ 208 ), το τακτικό αριθμητ. δεύτερος (-έρα, -ερον) κ.ά.

 

Παρατηρήσεις

159. Το θηλυκό των τρικατάληκτων επιθέτων σε -ος:

1) λήγει σε -η, αν πριν από την κατάληξη -ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από το ρ: ἀγαθός, ἀγαθή — πιστός, πιστή· λήγει σε , αν πριν από την κατάλ. -ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ρ: ἅγιος, ἁγία — γενναῖος, γενναία — φαιδρός, φαιδρὰ (εκτός από το ὄγδοος, ὀγδόη

2) στην ονομαστική, γεν. και κλητ. του πληθυντικού τονίζεται όπου και όπως τονίζεται στις ίδιες πτώσεις το αρσενικό: ἡ ἁγία — αἱ ἅγιαι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιαι (όπως οἱ ἅγιοι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιοιἡ γενναία — αἱ γενναῖαι, τῶν γενναίων, ὦ γενναῖαι (όπως οἱ γενναῖοι,τῶν γενναίων, ὦ γενναῖοιἡ φαιδρὰ — αἱ φαιδραί, τῶν φαιδρῶν, ὦ φαιδραὶ (όπως οἱ φαιδροί, τῶν φαιδρῶν, ὦ φαιδροί). Έτσι και αἱ μύριαι (= δέκα χιλιάδες), τῶν μυρίων, ὦ μύριαι (όπως οἱ μύριοι, τῶν μυρίων, ὦ μύριοιαἱ μυρίαι (= αναρίθμητες), τῶν μυρίων, ὦ μυρίαι (όπως οἱ μυρίοι, τῶν μυρίων, ὦ μυρίοι).

 

160. β) Δικατάληκτα με τρία γένη (σε -ος, -ον)

 

(θ. ἀφθονο-)

(θ. τιμωρο-)

Ενικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

ἄφθονος

τὸ

ἄφθονον

ὁ ἡ

τιμωρὸς

τὸ

τιμωρν

γεν.

τοῦ τῆς

ἀφθόνου

τοῦ

ἀφθόνου

τοῦ τῆς

τιμωροῦ

τοῦ

τιμωροῦ

δοτ.

τῷ τῇ

ἀφθόνῳ

τῷ

ἀφθόνῳ

τῷ τῇ

τιμωρῷ

τῷ

τιμωρῷ

αιτ.

τὸν τήν

ἄφθονον

τὸ

ἄφθονον

τὸν τὴν

τιμωρὸν

τὸ

τιμωρὸν

κλ.

(ὦ)

ἄφθονε

(ὦ)

ἄφθονον

(ὦ)

τιμωρὲ

(ὦ)

τιμωρὸν

 

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ αἱ

ἄφθονοι

τὰ

ἄφθονα

οἱ αἱ

τιμωροὶ

τὰ

τιμωρὰ

γεν.

τῶν

ἀφθόνων

τῶν

ἀφθόνων

τῶν

τιμωρῶν

τῶν

τιμωρῶν

δοτ.

τοῖς ταῖς

ἀφθόνοις

τοῖς

ἀφθόνοις

τοῖς ταῖς

τιμωροῖς

τοῖς

τιμωροῖς

αιτ.

τοὺς τὰς

ἄφθονους

τὰ

ἄφθονα

τοὺς τὰς

τιμωροὺς

τὰ

τιμωρὰ

κλ.

(ὦ)

ἄφθονοι

(ὦ)

ἄφθονο

(ὦ)

τιμωροὶ

(ὦ)

τιμωρὰ

 

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., τώ, κλ. (ὦ) ἀφθόνω, γεν., δοτ. τοῖν ἀφθόνοιν

ον., αιτ., τώ, κλ. (ὦ) τιμωρώ, γεν., δοτ. τοῖν τιμωροῖν

 

Παρατηρήσεις

161. Από τα δευτερόκλιτα επίθετα είναι δικατάληκτα:

α) τα περισσότερα από τα σύνθετα σε -ος: ὁ, ἡ ἄγονος, τὸ ἄγονον — ὁ, ἡ ἀθάνατος, τὸ ἀθάνατον - ὁ, ἡ ἄκαιρος, τὸ ἄκαιρον - ὁ, ἡ ἄκαρπος, τὸ ἄκαρπον - ὁ, ἡ ἀξιόμαχος, τὸ ἀξιόμαχον - ὁ, ἡ ἔνδοξος, τὸ ἔνδοξον κ.ά.

β) τα απλά επίθετα αἴθριος, αἰφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος, γαμήλιος, δόκιμος, ἕωλος (= παλιός), ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος, χέρσος, τιθασὸς (= εξημερωμένος, ήμερος)·

γ) μερικά επίθετα σε -ος, που χρησιμοποιούνται (στο αρσεν. και το θηλ.) και ως ουσιαστικά: ὁ, ἡ ἀγωγός, τὸ ἀγωγὸν (= αυτός που οδηγεί, που φέρνει) — ὁ, ἡ βοηθός, τὸ βοηθὸν (= αυτός που βοηθεί) — ὁ, ἡ τιμωρός, τὸ τιμωρὸν (= αυτός που τιμωρεί) — ὁ, ἡ τύραννος, τὸ τύραννον (= τυραννικός).

 

2. Συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα

162. Μερικά δευτερόκλιτα επίθετα, που πριν από το χαρακτήρα τους ο έχουν άλλο ο ή ε, συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα επίθετα αυτά λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα (πβ. § 99). Από αυτά άλλα είναι τρικατάληκτα (με τρία γένη) και άλλα δικατάληκτα (με τρία γένη).

 

α) Τρικατάληκτα με τρία γένη

(θ. χρυσεο-)

(θ. χρυσεᾱ)

(θ. χρυσεο-)

Ενικός αριθμός

ον.

(χρύσεος)

χρυσοῦς

(χρυσέᾱ)

χρυσῆ

(χρύσεον)

χρυσοῦν

γεν.

(χρυσέου)

χρυσοῦ

(χρυσέας)

χρυσῆς

(χρυσέου)

χρυσοῦ

δοτ.

(χρυσέῳ)

χρυσῷ

(χρυσέᾳ)

χρυσῇ

(χρυσέῳ)

χρυσῷ

αιτ.

(χρύσεον)

χρυσοῦν

(χρυσέαν)

χρυσῆν

(χρύσεον)

χρυσοῦν

 

Πληθυντικός αριθμός

ον.

(χρύσεοι)

χρυσοῖ

(χρύσεαι)

χρυσαῖ

(χρύσεα)

χρυσᾶ

γεν.

(χρυσέων)

χρυσῶν

(χρυσέων)

χρυσῶν

(χρυσέων)

χρυσῶν

δοτ.

(χρυσέοις)

χρυσοῖς

(χρυσέαις)

χρυσαῖς

(χρυσέοις)

χρυσοῖς

αιτ.

(χρυσέους)

χρυσοῦς

(χρυσέας)

χρυσᾶς

(χρύσεα)

χρυσᾶ

 

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ.

(χρυσέω)

χρυσ

(χρυσέα)

χρυσᾶ

(χρυσέω)

χρυσὼ

γεν., δοτ.

(χρυσέοιν)

χρυσοῖν

(χρυσέαιν)

χρυσαῖν

(χρυσέοιν)

χρυσοῖν

 

Κατά το (χρύσεος) χρυσοῦς κλίνονται: (κυάνεος) κυανοῦς, (κυανέα) κυανῆ, (κυάνεον) κυανοῦν· λινοῦς, λινῆ, λινοῦν· φοινικοῦς, φοινικῆ, φοινικοῦν· χαλκοῦς, χαλκῆ, χαλκοῦν κ.ά.

Όμοια κλίνονται τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά σε -πλοῦς, -πλῆ, -πλοῦν: (ἁπλόος) ἁπλοῦς, (ἁπλόη) ἁπλῆ, (ἁπλόον) ἁπλοῦν (γεν. τοῦ ἁπλοῦ, τῆς ἁπλῆς, τοῦ ἁπλοῦ κτλ.)· διπλοῦς, διπλῆ, διπλοῦν· τριπλοῦς, τριπλῆ, τριπλοῦν κτλ., καθώς και τα πολλαπλοῦς, -ῆ, -οῦν· ποσαπλοῦς, -ῆ, -οῦν (βλ. § 209).

 

β) Δικατάληκτα με 3 γένη (σε -ους -ουν)

(θ. εὐνοο·)

Ενικός αριθμός

ον.

(εὔνοος)

εὔνους

τὸ

(εὔνοον)

εὔνουν

γεν.

τοῦ

τῆς

(εὐνόου)

εὔνου

τοῦ

(εὐνόου)

εὔνου

δοτ.

τῷ

τῇ

(εὐνόῳ)

εὔνῳ

τῷ

(εὐνόῳ)

εὔνῳ

αιτ.

τὸν

τὴν

(εὔνοον)

εὔνουν

τό

(εὔνοον)

εὔνουν

 

Πληθυντικός αριθμός

ον.

o

αἱ

(εὔνοοι)

εὖνοι

τὰ

(εὔνοα)

εὔνοα

γεν.

τῶν

(εὐνόων)

εὔνων

τῶν

(εὐνόων)

εὔνων

δοτ.

τοῖς

ταῖς

(εὐνόοις)

εὔνοις

τοῖς

(εὐνόοις)

εὔνοις

αιτ.

τοὺς

τὰς

(εὐνόους)

εὔνους

τὰ

(εὔνοα)

εὔνοα

 

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ.

τὼ

(εὐνόω)

εὔνω

τὼ

(εὐνόω)

εὔνω

γεν., δοτ.

τοῖν

(εὐνόοιν)

εὔνοιν

τοῖν

(εὐνόοιν)

εὔνοιν

Κατά το εὔνους κλίνονται επίθετα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό τις λέξεις νοῦς, πλοῦς, ῥοῦς, χροῦς· π.χ. ἄνους, δύσνους, κακόνους, κουφόνους, σύννους· ἄπλους, δύσπλους, εὔπλους· εὔρους· ἄχρους, εὔχρους κ.ά.

 

Παρατηρήσεις

163. Τα συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα:

1) σχηματίζονται όπως και τα αντίστοιχα συνηρημένα ουσιαστικά της β΄ και της α΄ κλίσης (βλ. § 99 και § 92)·

2) δεν έχουν κλητική.

164. Στα τρικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -οῦς όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στη λήγουσα, ακόμη και όταν δεν τονίζεται κανένα από τα φωνήεντα που συναιρούνται (αντίθετα με τον κανόνα § 54): (χρύσεος) χρυσοῦς — (σιδήρεος) σιδηροῦς — (ἀργύρεαι) ἀργυραῖ (από αναλογία προς τις πτώσεις που τονίζονται κανονικά στη λήγουσα· πβ. § 100, 2).

165. Στα δικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -ους:

1) το οα στο τέλος του πληθ. των ουδετέρων μένει ασυναίρετο: εὔνοα, εὔχροα·

2) η λήγουσα -οι της ονομ. του πληθ. των αρσενικών λογαριάζεται βραχύχρονη, αν και προκύπτει από συναίρεση: εὖνοι, εὖπλοι (από αναλογία προς τα ασυναίρετα: οἱ φαῦλοι

3) όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στην παραλήγουσα, ακόμη και όταν η λήγουσα προκύπτει από συναίρεση τονισμένου φωνήεντος: τοῦ (εὐνόου) εὔνου, τῶν (εὐνόων) εὔνων (από αναλογία προς τους τύπους που κανονικά τονίζονται στην παραλήγουσα: εὔνοος – εὔνους, εὔνοοι – εὖνοι κτλ.).

 

3. Αττικόκλιτα επίθετα

166. Μερικά επίθετα κλίνονται κατά την αττική δεύτερη κλίση (βλ § 101) και λέγονται αττικόκλιτα. Των επιθέτων αυτών το αρσενικό και το θηλυκό λήγει σε -ως και το ουδέτερο σε -ων.

 

Παραδείγματα

(θ. ἱλεω-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

ἵλεως

τὸ

ἵλεων

οἱ αἱ

ἵλε

τὰ

ἵλεα

γεν.

τοῦ τῆς

ἵλεω

τοῦ

ἵλεω

τῶν

ἵλεων

τῶν

ἵλεων

δοτ.

τῷ τῇ

ἵλε

τῷ

ἵλε

τοῖς ταῖς

ἵλεῳς

τοῖς

ἵλεῳς

αιτ.

τὸν τὴν

ἵλεων

τὸ

ἵλεων

τοὺς τὰς

ἵλεως

τὰ

ἵλεα

κλ.

(ὦ)

ἵλεως

(ὦ)

ἵλεων

(ὦ)

ἵλε

(ὦ)

ἵλεα

 

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ. τώ, κλ. (ὦ) ἵλεω — γεν., δοτ. τοῖν ἵλεῳν

 

Παρατηρήσεις

167. Τα αττικόκλιτα επίθετα:

1) είναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἀγήρως, τὸ ἀγήρων — ὁ, ἡ ἀξιόχρεως, τὸ ἀξιόχρεων — ὁ, ἡ λεπτόγεως, τό λεπτόγεων (= αυτός που έχει γη λεπτή, όχι λιπαρή) κ.ά.· τρικατάληκτο είναι μόνο το επίθ. πλέως, πλέα, πλέων (που το θηλυκό του σχηματίζεται κατά την α΄ κλίση)· αλλά τα σύνθετά του είναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἔμπλεως, τὸ ἔμπλεων·

2) στην ονομαστ., αιτιατ. και κλητ. του πληθυντικού του ουδετέρου έχουν κατάληξη -α κατά τα ουδέτερα της κοινής β΄ κλίσης: ἵλεα, ἀξιόχρεα (όπως: δίκαια).

14ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

168. Τα τριτόκλιτα επίθετα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα τους, όπως και τα ουσιαστικά, σε φωνηεντόληκτα και συμφωνόληκτα (π.β. § 107).

Α΄. Φωνηεντόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης

169 α) Τρικατάληκτα (σε -ῠς, -ειᾰ, -ῠ)

(θ. βαθυ-, βαθε-)

(θ. θηλυ-, θηλε-)

Ενικός αριθμός

ον.

βαθὺ-ς

βαθεῖα

βαθὺ

θῆλυ-ς

θήλειᾰ

θῆλυ

γεν.

βαθέ-ος

βαθείας

βαθέ-ος

θήλε-ος

θηλείας

θήλε-ος

δοτ.

βαθεῖ

βαθείᾳ

βαθεῖ

θήλει

θηλείᾳ

θήλει

αιτ.

βαθὺ-ν

βαθεῖαν

βαθὺ

θῆλυ-ν

θήλειᾰν

θῆλυ

κλ.

βαθὺ

βαθεῖα

βαθὺ

θῆλυ

θήλειᾰ

θῆλυ

Πληθυντικός αριθμός

ον.

βαθεῖς

βαθεῖαι

βαθέ-α

θήλεις

θήλειαι

θήλε-α

γεν.

βαθέ-ων

βαθειῶν

βαθέ-ων

θηλέ-ων

θηλειῶν

θηλέ-ων

δοτ.

βαθέ-σι

βαθείαις

βαθέ-σι

θήλε-σι

θηλείαις

θήλε-σι

αιτ.

βαθεῖς

βαθείας

βαθέ-α

θήλεις

θηλείας

θήλε-α

κλ.

βαθεῖς

βαθεῖαι

βαθέ-α

θήλεις

θήλειαι

θήλε-α

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ. τώ,

κλ. (ὦ)

βαθεῖ

βαθεία

βαθεῖ

θήλει

θηλεία

θήλει

γεν. δοτ. τοῖν

βαθέ-οιν

βαθείαιν

βαθέ-οιν

θηλέ-οιν

θηλείαιν

θηλέ-οιν

Παρατηρήσεις

170. Τα τριτόκλιτα επίθετα σε -υς,-εια, -υ:

1) στο αρσεν. (και στο ουδέτερο) είναι γενικώς οξύτονα: βαθύς, βαρύς, βραδύς, γλυκύς, δασύς, εὐθύς, εὐρύς, ἡδύς, θρασύς, ὀξύς, παχύς, ταχύς, τραχύς κ.ά.· βαρύτονα είναι μόνο το θῆλυς, θήλεια, θῆλυ και το ἥμισυς, ἡμίσεια, ἥμισυ (γεν. του ἡμίσεος, τῆς ἡμισείας, τοῦ ἡμίσεος κτλ.)·

2) παρουσιάζονται με δύο θέματα: το ένα σε -υ, από το οποίο σχηματίζονται η ονομαστ., αιτιατ. και κλητ. του ενικού του αρσεν. και του ουδετέρου, και το άλλο σε -ε, από το οποίο σχηματίζονται όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών·

3) συναιρούν το χαρακτήρα ε με το ακόλουθο ε ή ι σε ει· το ἥμισυς συναιρεί πολλές φορές και το ε+α στο τέλος του ουδετέρου σε -η: τὰ ἡμίσεα και τὰ ἡμίση.

4) την κλητ. του ενικού του αρσεν. τη σχηματίζουν χωρίς κατάληξη -ς (ὦ βαθύ, ὦ ταχύ, ὦ θῆλυ, ὦ ἥμισυ) και την αιτιατ. του πληθ. όμοια με την ονομαστική (τοὺς βαθεῖς, τοὺς ταχεῖς· πβ. § 112, 4: τοὺς πήχεις).

5) το θηλυκό το σχηματίζουν με την κατάληξη -jα: βαθέ-jα, όπου το ε+j συναιρείται σε -ει: βαθεῖα.

β) Δικατάληκτα (σε -ῠς, -ῠ, γεν. -υος ή -εος)

171. Κατά την γ΄ κλίση κλίνονται και μερικά σύνθετα δικατάληκτα επίθετα σε -υς (αρσ. και θηλ.), (ουδέτ.), γεν. -υος ή-εος, με β΄ συνθετικό ουσιαστικό φωνηεντόληκτο σε -υς (γεν. -υος ή -εως).

Παραδείγματα

(θ. εὐβοτρυ -)

(θ. διπηχυ-, διπηχε-)

Ενικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

εὔβοτρυ-ς

τὸ

εὔβοτρυ

ὁ ἡ

δίπηχυ-ς

γεν.

τοῦ τῆς

εὐβότρυ-ος

τοῦ

εὐβότρυ-ος

τοῦ τῆς

διπήχε-ος

δοτ.

τῷ τῇ

εὐβότρυ-ϊ

τῷ

εὐβότρυ-ϊ

τῷ τῇ

διπήχει

αιτ.

τὸν τήν

εὔβοτρυ-ν

τὸ

εὔβοτρυ

τὸν τὴν

δίπηχυν

κλ.

(ὦ)

εὔβοτρυ

(ὦ)

εὔβοτρυ

(ὦ)

δίπηχυ

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ αἱ

εὐβότρυ-ες

τὰ

εὐβότρυ-α

οἱ αἱ

διπήχεις

γεν.

τῶν

εὐβοτρύ-ων

τῶν

εὐβοτρύ-ων

τῶν

διπηχέ-ων

δοτ.

τοῖς ταῖς

εὐβότρυ-σι

τοῖς

εὐβότρυ-σι

τοῖς ταῖς

διπήχε-σι

αιτ.

τοὺς τὰς

εὐβότρῡ-ς

τὰ

εὐβότρυ-α

τοὺς τὰς

διπήχεις

κλ.

(ὦ)

εὐβότρυ-ες

(ὦ)

εὐβότρυ-α

(ὦ)

διπήχεις

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Δυϊκ. αρ. και για τα 3 γένη

ον.

τὸ

δίπηχυ

τὰ

διπήχε-α και διπήχη

ον., αιτ., κλ.

εὐβότρυ-ε

γεν.

τοῦ

διπήχε-ος

τῶν

διπηχέ-ων

γεν., δοτ.

εὐβοτρύ-οιν

δοτ.

τῷ

διπήχει

τοῖς

διπήχε-σι

ον., αιτ., κλ.

διπήχει

αιτ.

τὸ

δίπηχυ

τὰ

διπήχε-α (-η)

γεν., δοτ.

διπηχέ-οιν

κλ.

(ὦ)

δίπηχυ

(ὦ)

διπήχε-α (-η)

Κατά το εὔβοτρυς (= αυτός που έχει άφθονα σταφύλια) κλίνονται: πολύιχθυς, φίλιχθυς· λεύκοφρυς, σύνοφρυς· ἄδακρυς, πολύδακρυς, φιλόδακρυς κ.ά.

Κατά το δίπηχυς κλίνονται: τρίπηχυς, τετράπηχυς κτλ., διπέλεκυς, τριπέλεκυς κτλ.

Β΄. Συμφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης

I. Αφωνόληκτα

α) Τρικατάληκτα

172. 1. Σε -ας, -ασα, -αν

(θ. παντ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

πᾶς

πᾶσα

πᾶν

πάντ-ες

πᾶσαι

πάντ-α

γεν.

παντ-ὸς

πάσης

παντ-ὸς

πάντ-ων

πασῶν

πάντ-ων

δοτ.

παντ-ὶ

πάσῃ

παντ-ὶ

πᾶσι

πάσαις

πᾶσι

αιτ.

πάντ-α

πᾶσαν

πᾶν

πάντ-ας

πάσας

πάντ-α

κλ.

πᾶς

πᾶσα

πᾶν

πάντ-ες

πᾶσαι

πάντ-α

Όμοια κλίνονται: ἅπας, ἅπασα, ἅπαν· σύμπας, σύμπασα, σύμπαν· ἁπαξάπας, ἁπαξάπασα, ἁπαξάπαν.

173. 2. Σε -εις, -εσσα, -εν

(θ. χαριεντ-, χαριετ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

χαρίεις

χαρίεσσα

χαρίεν

χαρίεντ-ες

χαρίεσσαι

χαρίεντ-α

γεν.

χαρίεντ-ος

χαριέσσης

χαρίεντ-ος

χαριέντ-ων

χαριεσσῶν

χαριέντ-ων

δοτ.

χαρίεντ-ι

χαριέσσῃ

χαρίεντ-ι

χαρίεσι

χαριέσσαις

χαρίεσι

αιτ.

χαρίεντ-α

χαρίεσσαν

χαρίεν

χαρίεντ-ας

χαριέσσας

χαρίεντ-α

κλ.

χαρίεν

χαρίεσσα

χαρίεν

χαρίεντ-ες

χαρίεσσαι

χαρίεντ-α

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

αρσ. χαρίεντ-ε

θηλ. χαριέσσα

ουδ. χαρίεντ-ε

γεν., δοτ.

αρσ. χαριέντ-οιν

θηλ. χαριέσσαιν

ουδ. χαριέντ-οιν

Κατά το χαρίεις, -εσσα, -εν (= γεμάτος χάρη. χαριτωμένος) κλίνονται επίθετα που σημαίνουν πλησμονή (βλ. § 397, 4): ἀστερόεις, ἠνεμόεις και ἀνεμόεις (= αυτός που έχει πολύ άνεμο ή γρήγορος όπως ο άνεμος), ἰχθυόεις, ὑλήεις (= γεμάτος δάση), φωνήεις (= αυτός που έχει φωνή) κ.ά.

174. 3 Σε -ων, -ουσα, -ον

(θ. ἀκοντ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ἄκων

ἄκουσα

ἆκον

ἄκοντ-ες

ἄκουσαι

ἄκοντ-α

γεν.

ἄκοντ-ος

ἀκούσης

ἄκοντ-ος

ἀκόντ-ων

ἀκουσῶν

ἀκόντ-ων

δοτ.

ἄκοντ-ι

ἀκούσῃ

ἄκοντ-ι

ἄκουσι

ἀκούσαις

ἄκουσι

αιτ.

ἄκοντ-α

ἄκουσαν

ἆκον

ἄκοντ-ας

ἀκούσας

ἄκοντ-α

κλ.

ἆκον

ἄκουσα

ἆκον

ἄκοντ-ες

ἄκουσαι

ἄκοντ-α

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

αρσ. ἄκοντ-ε

θηλ. ἀκούσα

ουδ. ἄκοντ-ε

γεν., δοτ.

αρσ. ἀκόντ-οιν

θηλ. ἀκούσαιν

ουδ. ἀκόντ-οιν

Κατά το ἄκων (= μη θέλοντας, ακούσιος) κλίνεται και το ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκὸν (= θέλοντας, εκούσιος), γεν. ἑκόντ-ος, ἑκούσης, ἑκόντ-ος κτλ.

β) Δικατάληκτα

175. Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι δικατάληκτα με τρία γένη. Αυτά είναι σύνθετα με β΄ συνθετικό ουσιαστικό τριτόκλιτο αφωνόληκτο (χάρις, ἐλπίς, πούς, ὀδούς κ.ά) και κλίνονται συνήθως όπως το β΄ συνθετικό τους:

1) ὁ, ἡ εὔχαρις, τὸ εὔχαρι· γεν. εὐχάριτ-ος· δοτ. εὐχάριτ-ι· αιτ. τόν, τὴν εὔχαρι-ν, τὸ εΰχαρι — οἱ, αἱ εὐχάριτ-ες, τὰ εὐχάριτ-α· γεν. τῶν εὐχαρίτ-ων· δοτ. εὐχάρι-σι κτλ.·

2) ὁ, ἡ εὔελπις, τὸ εὔελπι· γεν. εὐέλπιδ-ος· δοτ. εὐέλπιδ-ι· αιτ. τόν, τὴν εὔελπι-ν, τὸ εὔελπι· κλ. αρσ. και θηλ. ὦ εὔελπις, ουδ. ὦ εὔελπι· οἱ, αἱ εὐέλπιδ-ες, τὰ εὐέλπιδ-α· γεν. τῶν εὐελπίδ-ων, δοτ. τοῖς εὐέλπι-σι κτλ.·

3) ὁ, ἡ δίπους, τὸ δίπουν· γεν. δίποδ-ος· δοτ. δίποδ-ι· αιτ. τόν, τὴν δίποδ-α (και δίπουν), τὸ δίπουν· κλ. αρσ. και θηλ. ὦ δίπους, ουδ. ὦ δίπου· οἱ, αἱ δίποδες, τὰ δίποδ-α· γεν. τῶν διπόδ-ων· δοτ. δίποσι κτλ.·

4) ὁ, ἡ μονόδους, τὸ μονόδουν· γεν. μονόδοντ-ος· δοτ. μονόδοντ-ι· αιτ. τόν, τὴν μονόδοντ-α, τὸ μονόδουν κτλ. — οἱ, αἱ μονόδοντ-ες, τὰ μονόδοντ-α· γεν. τῶν μονοδόντ-ων· δοτ. μονόδουσι κτλ.

Όμοια κλίνονται: ἄχαρις, ἄπελπις, φέρελπις, ἄπους, μονόπους, τρίπους κτλ.

γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)

176. Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης, απλά ή σύνθετα, είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης:

ὁ, ἡ βλάξ, γεν. βλακ-ὸς κτλ.· ὁ, ἡ κόλαξ, γεν. κόλακ-ος κτλ.· ὁ, ἡ ἅρπαξ, γεν. ἅρπαγ-ος κτλ.· ὁ, ἡ γαμψώνυξ, γεν. γαμψώνυχ-ος κτλ.· ὁ, ἡ λογάς, γεν. λογάδ-ος κτλ.·ὁ, ἡ μιγάς, γεν. μιγάδ-ος κτλ.· ὁ, ἡ φυγάς, γεν. φυγάδ-ος κτλ.·ὁ, ἡ ἄπαις, γεν. ἄπαιδ-ος κτλ.· ὁ, ἡ πένης, γεν. πένητ-ος κτλ.·ὁ, ἡ ἡμιθνής, γεν. ἡμιθνῆτ-ος κτλ.· ὁ, ἡ ἀγνὼς (= άγνωστος ή αυτός που αγνοεί), γεν. ἀγνῶτ-ος κτλ.· ὁ, ἡ φιλόγελως, γεν. φιλογέλωτ-ος κτλ. (αλλά και κατά την αττική β΄ κλίση: ὁ, ἡ φιλόγελως, γεν. φιλόγελω, δοτ. φιλόγελῳ κτλ.).

II. Ενρινόληκτα και υγρόληκτα

177. α) Τρικατάληκτα

(θ. μελαν-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

μέλας

μέλαινα

μέλαν

μέλαν-ες

μέλαιναι

μέλαν-α

γεν.

μέλαν-ος

μελαίνης

μέλαν-ος

μελάν-ων

μελαινῶν

μελάν-ων

δοτ.

μέλαν-ι

μελαίνῃ

μέλαν-ι

μέλα-σι

μελαίναις

μέλα-σι

αιτ.

μέλαν-α

μέλαιναν

μέλαν

μέλαν-ας

μελαίνας

μέλαν-α

κλ.

μέλαν

μέλαινα

μέλαν

μέλαν-ες

μέλαιναι

μέλαν-α

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

αρσ. μέλαν-ε

θηλ. μελαίνα

ουδ. μέλαν-ε

γεν., δοτ.

αρσ. μελάν-οιν

θηλ. μελαίναιν

ουδ. μελάν-οιν

Όμοια κλίνεται και το επίθετο ὁ τάλας, ἡ τάλαινα, τὸ τάλαν (γεν. τοῦ τάλαν-ος, τῆς ταλαίνης, τοῦ τάλαν-ος κτλ.).

Παρατηρήσεις

177. Σε όλα τα τριτόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα το θηλυκό:

1) λήγει σε βραχύχρονο: βαθύς, βαθεῖα· πᾶς, πᾶσα· ἑκών, ἑκοῦσα· μέλας, μέλαινᾰ·

2) στη γεν. του πληθ. τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα: τῶν βαθειῶν, πασῶν, ἑκουσῶν, μελαινῶν (πβ. § 159, 2).

178. β) Δικατάληκτα

(θ. εὐδαιμον-)

Ενικός αριθμός

ον.

εὐδαίμων

τὸ

εὔδαιμον

γεν.

τοῦ

τῆς

εὐδαίμον-ος

τοῦ

εὐδαίμον-ος

δοτ.

τῷ

τῇ

εὐδαίμον-ι

τῷ

εὐδαίμον-ι

αιτ.

τὸν

τὴν

εὐδαίμον-α

τὸ

εὔδαιμον

κλ.

(ὦ)

εὔδαιμον

(ὦ)

εὔδαιμον

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ

αἱ

εὐδαίμον-ες

τὰ

εὐδαίμον-α

γεν.

τῶν

εὐδαιμόν-ων

τῶν

εὐδαιμόν-ων

δοτ.

τοῖς

ταῖς

εὐδαίμο-σι

τοῖς

εὐδαίμο-σι

αιτ.

τοὺς

τὰς

εὐδαίμον-ας

τὰ

εὐδαίμον-α

κλ.

(ὦ)

εὐδαίμον-ες

(ὦ)

εὐδαίμον-α

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. εὐδαίμον-ε

γεν., δοτ. εὐδαιμόν-οιν

(θ. σωφρον-)

Ενικός αριθμός

ον.

σώφρων

τὸ

σῶφρον

γεν.

τοῦ

τῆς

σώφρον-ος

τοῦ

σώφρον-ος

δοτ.

τῷ

τῇ

σώφρον-ι

τῷ

σώφρον-ι

αιτ.

τὸν

τὴν

σώφρον-α

τὸ

σῶφρον

κλ.

(ὦ)

σῶφρον

(ὦ)

σῶφρον

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ

αἱ

σώφρον-ες

τὰ

σώφρον-α

γεν.

τῶν

σωφρόν-ων

τῶν

σωφρόν-ων

δοτ.

τοῖς

ταῖς

σώφρο-σι

τοῖς

σώφρο-σι

αιτ.

τοὺς

τὰς

σώφρον-ας

τὰ

σώφρον-α

κλ.

(ὦ)

σώφρον-ες

(ὦ)

σώφρον-α

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. σώφρον-ε

γεν., δοτ. σωφρόν-οιν

Όμοια κλίνονται τα επίθετα 1) σε -ων, -ον (γεν. -ονος): ὁ, ή κακοδαίμων, τὸ κακόδαιμον· ὁ, ἡ ἀγνώμων, τό ἄγνωμον· ὁ, ἡ εὐσχήμων, τὸ εὔσχημον· ὁ, ἡ μεγαλοπράγμων, τὸ μεγαλόπραγμον· ὁ, ἡ ἐλεήμων, τὸ ἐλεῆμον· ὁ, ἡ μνήμων, τὸ μνῆμον· ὁ, ἡ ἄφρων, τὸ ἄφρον· ὁ, ἡ μεγαλόφρων, τὸ μεγαλόφρον κ.ά.·

2) σε -ην, -εν (γεν. -ενος): ὁ, ἡ ἄρρην, τὸ ἄρρεν (γεν. ἄρρενος, δοτ. ἄρρενι, αιτ. τὸν, τὴν ἄρρενα, τὸ ἄρρεν, κλ. ὦ ἄρρεν και για τα τρία γένη· οἱ, αἱ ἄρρενες, τὰ ἄρρενα, γεν. τῶν ἀρρένων, δοτ. τοῖς, ταῖς ἄρρεσι, αιτ. τοὺς, τὰς ἄρρενας, τὰ ἄρρενα, κλ. ὦ ἄρρενες, ὦ ἄρρενα

3) σε -ωρ, -ορ (γεν. -ορος): ὁ, ἡ ἀπάτωρ, τὸ ἀπάτορ (γεν. ἀπάτορος, δοτ. ἀπάτορι, αιτ. τὸν, τὴν ἀπάτορα, τὸ ἀπάτορ, κλ. ὦ ἀπάτορ και για τα τρία γένη· οἱ, αἱ ἀπάτορες, γεν. τῶν ἀπατόρων, δοτ. ἀπάτορσι, αιτ. τούς, τὰς ἀπάτορας, τὰ ἀπάτορα, κλ. ὦ ἀπάτορες, ὦ ἀπάτορα)· έτσι και ὁ, ἡ ἀμήτωρ, τὸ ἀμῆτορ κ.ά.

Παρατηρήσεις

179. Τα δικατάληκτα ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης:

1) έχουν αρχικό θέμα σε -ον, -εν, -ορ (εὐδαιμον-, ἀρρεν-, ἀπατορ-), αλλά στην ονομ. του ενικού του αρσεν. και θηλ. δεν παίρνουν κατάληξη και το βραχύχρονο φωνήεν που είναι πριν από το χαρακτήρα το εκτείνουν σε μακρόχρονο, το ο σε ω και το ε σε η: (εὐδαιμον-) εὐδαίμων, (ἀρρεν-) ἄρρην, (ἀπατορ-) ἀπάτωρ·

2) έχουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: ὦ ἐλεῆμον, ὦ ἄρρεν, ὦ ἀπάτορ (πβ. § 128, 2)·

3) όταν είναι σύνθετα σε -ων (γεν. -ονος) κανονικά στην κλητ. του ενικού του αρσεν. και του θηλ. και στην ονομ., αιτιατ. και κλητ. του ενικού του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο, όχι όμως πιο πάνω από την τελευταία συλλαβή του α΄ συνθετικού: εὐδαίμων, ὦ εὔδαιμον – τὸ εὔδαιμον· εὐγνώμων, ὦ εὔγνωμον – τὸ εὔγνωμον· μεγαλοπράγμων, ὦ μεγαλόπραγμον – τὸ μεγαλόπραγμον (αλλά: μεγαλόφρων, ὦ μεγαλόφρον – τὸ μεγαλόφρον· επίσης και ἀμνήμων, ὦ άμνῆμον – τὸ ἀμνῆμον κ.ά.). Πβ. § 39, 5.

γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)

180. Μερικά ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά είναι απλά ή σύνθετα με β΄ συνθετικό τριτόκλιτο ενρινόληκτο ή υγρόληκτο και κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης: ὁ, ἡ μάκαρ (= μακάριος, ευτυχισμένος), γεν. μάκαρ-ος, δοτ. μάκαρ-ι, αιτ. μάκαρ-α κτλ. — ὁ, ἡ ἄχειρ, γεν. ἄχειρ-ος, δοτ. ἄχειρ-ι, αιτ. ἄχειρ-α κτλ. — ὁ, ἡ μακρόχειρ, γεν. μακρόχειρ-ος, δοτ. μακρόχειρ-ι, αιτ. μακρόχειρ-α κτλ. — ὁ, ἡ ὑψαύχην, γεν. ὑψαύχεν-ος, δοτ. ὑψαύχεν-ι, αιτ. ὑψαύχεν-α κτλ. (πβ. § 176).

III. Σιγμόληκτα δικατάληκτα (αρσ. και θηλ. σε -ης, ουδ. σε -ες)

181.                                                    (θ. ἀληθεσ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

ἀληθὴς

τὸ

ἀληθὲς

οἱ αἱ

ἀληθεῖς

τὰ

ἀληθῆ

γεν.

τοῦ τῆς

ἀληθοῦς

τοῦ

ἀληθοῦς

τῶν

ἀληθῶν

τῶν

ἀληθῶν

δοτ.

τῷ τῇ

ἀληθεῖ

τῷ

ἀληθεῖ

τοῖς ταῖς

ἀληθέσι

τοῖς

ἀληθέσι

αιτ.

τὸν τὴν

ἀληθῆ

τὸ

ἀληθὲς

τοὺς τὰς

ἀληθεῖς

τὰ

ἀληθῆ

κλ.

(ὦ)

ἀληθὲς

(ὦ)

ἀληθὲς

(ὦ)

ἀληθεῖς

(ὦ)

ἀληθῆ

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. ἀληθεῖ    γεν., δοτ. ἀληθοῖν

(θ. πληρεσ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

πλήρης

τὸ

πλῆρες

οἱ αἱ

πλήρεις

τὰ

πλήρη

γεν.

τοῦ τῆς

πλήρους

τοῦ

πλήρους

τῶν

πλήρων

τῶν

πλήρων

δοτ.

τῷ τῇ

πλήρει

τῷ

πλήρει

τοῖς ταῖς

πλήρεσι

τοῖς

πλήρεσι

αιτ.

τὸν τὴν

πλήρη

τὸ

πλῆρες

τοὺς τὰς

πλήρεις

τὰ

πλήρη

κλ.

(ὦ)

πλῆρες

(ὦ)

πλῆρες

(ὦ)

πλήρεις

(ὦ)

πλήρη

Δυϊκός άριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. πλήρει   γεν., δοτ. πλήροιν

(θ. συνηθεσ-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

συνήθης

τὸ

σύνηθες

οἱ αἱ

συνήθεις

τὰ

συνήθη

γεν.

τοῦ τῆς

συνήθους

τοῦ

συνήθους

τῶν

συνήθων

τῶν

συνήθων

δοτ.

τῷ τῇ

συνήθει

τῷ

συνήθει

τοῖς ταῖς

συνήθεσι

τοῖς

συνήθεσι

αιτ.

τὸν τὴν

συνήθη

τὸ

σύνηθες

τοὺς τὰς

συνήθεις

τὰ

συνήθη

κλ.

(ὦ)

σύνηθες

(ὦ)

σύνηθες

(ὦ)

συνήθεις

(ὦ)

συνήθη

Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. συνήθει             γεν., δοτ. συνήθοιν

Κατά το ἀληθὴς κλίνονται πολλά οξύτονα: ἀγενής, ἀκριβής, ἀσεβής, ἀσθενής, ἀμελής, ἀτυχής, δυστυχής, ἐπιμελής, εὐγενής, εὐσεβής, εὐτυχής, σαφής, ψευδής κ.ά.

Κατά το πλήρης κλίνονται επίθετα: σε -ήρης: ὁ, ἡ μονήρης, τὸ μονῆρες· ὁ, ἡ ξιφήρης, τὸ ξιφῆρες· ὁ, ἡ ποδήρης, τὸ ποδῆρες κ.ά. —  σε -ώδης: ὁ, ἡ δυσώδης, τὸ δυσῶδες· ὁ, ἡ εὐώδης, τό εὐῶδες — σε -ώλης: ὁ, ἡ ἐξώλης, τὸ ἐξῶλες (= εντελώς χαμένος)· ὁ, ἡ προώλης, τὸ προῶλες (= από πριν χαμένος, άξιος να χαθεί πριν από την ώρα του)· ὁ, ἡ πανώλης, τὸ πανῶλες (= εντελώς χαμένος· και με ενεργ. σημ.: αυτός που καταστρέφει τα πάντα) κ.ά.

Κατά το συνήθης κλίνονται επίθετα: σε -ήθης: ὁ, ἡ εὐήθης, τὸ εὔηθες (= αγαθός, απλοϊκός, ανόητος)· ὁ, ἡ χρηστοήθης, τὸ χρηστόηθες κ.ά. —  σε -έθης: ὁ, ἡ εὐμεγέθης, τό εὐμέγεθες· ὁ, ἡ παμμεγέθης, τὸ παμμέγεθες κ.ά. — σε -άντης: ὁ, ἡ ἀνάντης, τὸ ἄναντες (= ανηφορικός)· ὁ, ἡ κατάντης, τό κάταντες (= κατηφορικός)· ὁ, ἡ προσάντης, τὸ πρόσαντες (= ανηφορικός, απόκρημνος) κ.ά. Επίσης τα επίθετα ὁ, ἡ αὐθάδης, τὸ αὔθαδες· ὁ, ἡ αὐτάρκης, τὸ αὔταρκες κ.ά.

Παρατηρήσεις

182. Τα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες έχουν θέμα σε –εσ-.

Στα επίθετα αυτά:

1) η ενική ονομαστική του αρσενικού και του θηλ. σχηματίζεται χωρίς κατάληξη, αλλά το βραχύχρονο φων. ε που είναι πριν από το χαρακτήρα εκτείνεται σε η: θ. ἀληθεσ- = ὁ, ἡ ἀληθής· θ. συνηθεσ- = ὁ, ἡ συνήθης· θ. πληρεσ- = ὁ, ἡ πλήρης· όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών σχηματίζονται από το θέμα σε -εσ-, αλλά ο χαρακτ. σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα αποβάλλεται, και τα δύο αυτά φωνήεντα συναιρούνται (θ. ἀληθεσ-: ἀληθέσ-ος, ἀληθέ-ος = ἀληθοῦς· θ. συνηθεσ-: συνήθεσ-α συνήθε-α = συνήθη κτλ., βλ. § 64, 1· πβ. § 134, 3 και § 137, 3)·

2) η ενική κλητική του αρσενικού και του θηλυκού και η ενική ονομαστική, αιτ. και κλητ. του ουδετέρου είναι όμοιες με το θέμα (χωρίς κατάληξη): ὦ ἐπιμελές, τὸ ἐπιμελές·

3) η δοτ. του πληθ. σχηματίζεται με απλοποίηση των δύο σ: τοῖς ἀληθέσ-σι - ἀληθέσι (πβ. § 137, 4)·

4) η αιτιατ. του πληθ. στο αρσενικό και το θηλ. είναι όμοια με την ονομαστική του πληθ.: οἱ ἀληθεῖς – τοὺς ἀληθεῖς (πβ. § 112, 4 και § 170, 4).

183. Τα βαρύτονα σιγμόληκτα επίθ. της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες:

1) στην ενική κλητ. του αρσενικού και του θηλ. και στην ενική ονομαστ., αιτιατική και κλητ. του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο (αν είναι υπερδισύλλαβα): ὁ, ἡ συνήθης, ὦ σύνηθες – τὸ σύνηθες· ὁ, ἡ αὐθάδης, ὦ αὔθαδες – τὸ αὔθαδες· όσα όμως λήγουν σε -ώδης, -ώλης, -ήρης: ὁ, ἡ εὐώδης, ὦ εὐῶδες – τὸ εὐῶδες· ὁ, ἡ ἐξώλης, ὦ ἐξῶλες – τὸ έξῶλες· ὁ, ἡ ποδήρης, ὦ ποδῆρες – τὸ ποδῆρες·

2) στη γεν. του πληθ. τονίζονται στην παραλήγουσα αντίθετα με τον κανόνα (§ 54) από αναλογία πρός τη γεν. του ενικού: τῶν συνηθέσ-ων, συνηθέ-ων = συνήθων (όπως τοῦ συνήθουςτῶν πληρέσ-ων, πληρέ-ων = πλήρων (όπως τοῦ πλήρουςτῶν εὐωδέσ-ων, εὐωδέ-ων = εὐώδων (όπως τοῦ εὐώδους).

15ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΑΝΩΜΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

184. Τα πιο συνηθισμένα ανώμαλα επίθετα της αρχαίας ελληνικής είναι τα ακόλουθα πέντε:

1. πολύς, πολλή, πολύ (ετερόκλιτο· πβ. § 149)

(θ. πολυ- και πολλο-)

Ενικός αριθμός

ον.

πολὺ-ς

πολλὴ

τὸ

πολὺ

γεν.

τοῦ

πολλοῦ

τῆς

πολλῆς

τοῦ

πολλοῦ

δοτ.

τῷ

πολλῷ

τῇ

πολλῇ

τῷ

πολλῷ

αιτ.

τὸν

πολὺ-ν

τὴν

πολλὴν

τὸ

πολὺ

κλ.

(ὦ)

πολὺ

(ὦ)

πολλὴ

(ὦ)

πολὺ

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ

πολλοὶ

αἱ

πολλαὶ

τὰ

πολλὰ

γεν.

τῶν

πολλῶν

τῶν

πολλῶν

τῶν

πολλῶν

δοτ.

τοῖς

πολλοῖς

ταῖς

πολλαῖς

τοῖς

πολλοῖς

αιτ.

τοὺς

πολλοὺς

τὰς

πολλὰς

τὰ

πολλὰ

κλ.

(ὦ)

πολλοὶ

(ὦ)

πολλαὶ

(ὦ)

πολλὰ

2. μέγας, μεγάλη, μέγα (ετερόκλιτο· πβ. § 149)

(θ. μεγα- και μεγαλο-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

μέγα-ς

μεγάλη

μέγα

μεγάλοι

μεγάλαι

μεγάλα

γεν.

μεγάλου

μεγάλης

μεγάλου

μεγάλων

μεγάλων

μεγάλων

δοτ.

μεγάλῳ

μεγάλῃ

μεγάλῳ

μεγάλοις

μεγάλαις

μεγάλοις

αιτ.

μέγα-ν

μεγάλην

μέγα

μεγάλους

μεγάλας

μεγάλα

κλ.

μέγα

μεγάλη

μέγα

μεγάλοι

μεγάλαι

μεγάλα

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

αρσ. μεγάλω

θηλ. μεγάλα

ουδ. μεγάλω

γεν., δοτ.

αρσ. μεγάλοιν

θηλ. μεγάλαιν

ουδ. μεγάλοιν

3. πρᾶος, πραεῖα, πρᾶον (ετερόκλιτο· πβ. § 149)

(θ. πραο- και πραε-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

πρᾶος

πραεῖα

πρᾶον

πρᾶοι

πραεῖαι

πραέ-α

γεν.

πράου

πραείας

πράου

πραέ-ων

πραειῶν

πραέ-ων

δοτ.

πράῳ

πραείᾳ

πράῳ

πραέ-σι

πραείαις

πραέ-σι

αιτ.

πρᾶον

πραεῖαν

πρᾶον

πράους

πραείας

πραέ-α

κλ.

πρᾶε

πραεῖα

πρᾶον

πρᾶοι

πραεῖαι

πραέ-α

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

αρσ. πράω

θηλ. πραεία

ουδ. πράω

γεν. δοτ.

αρσ. πράοιν

θηλ. πραείαιν

ουδ. πράοιν

4. ὁ σῶς, ἡ σῶς, τὸ σῶν (ελλειπτικό· πβ. § 153)

(θ. σα- και σω-)

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

ον.

ὁ ἡ

σῶς

τὸ

σῶν

οἱ αἱ

σῷ

τὰ

(σά-α)

σᾶ

αιτ.

τὸν τὴν

σῶν

τὸ

σῶν

τοὺς τὰς

σῶς

τὰ

(σά-α)

σᾶ

5. ὁ φροῦδος, ἡ φρούδη, τὸ φροῦδον (ελλειπτικό· πβ. § 153)

Ενικός:

φροῦδος

φρούδη

(και ἡ φροῦδος)

τὸ

φροῦδον

Πληθυντ.:

οἱ

φροῦδοι

αἱ

φροῦδαι

(και αἱ φροῦδοι)

τὰ

φροῦδα

16ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ

185. Οι μετοχές (βλ. § 251, β) κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα με τρία γένη και είναι δευτερόκλιτες ή τριτόκλιτες.

α) Μετοχές δευτερόκλιτες

186. Οι δευτερόκλιτες μετοχές λήγουν σε -μένος, -μένη, -μενον και κλίνονται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ον (πβ. § 158, σοφός, -ή, -όν· ξένος, ξένη, ξένον): λυόμενος, λυομένη, λυόμενον· γεν. λυομένου, λυομένης, λυομένου κτλ. — λυσόμενος, λυσομένη, λυσόμενον· γεν. λυσομένου, λυσομένης, λυσομένου κτλ.

Έτσι και: λυσάμενος, λυσαμένη, λυσάμενον· λελυμένος, λελυμένη, λελυμένον· τιμώμενος, τιμωμένη, τιμώμενον· ποιούμενος, ποιουμένη, ποιούμεvov· δηλούμενος, δηλούμενη, δηλούμενον· δεικνύμενος, δεικνυμένη, δεικνύμενον· τιθέμενος, τιθεμένη, τιθέμενον κτλ.

β) Μετοχές τριτόκλιτες.

187. Οι τριτόκλιτες μετοχές λήγουν:

1) σε -ᾶς, -ᾶσᾰ, -ᾰν (πβ. § 172: πᾶς, πᾶσα, πᾶν — ἅπας, ἅπασα, ἅπαν):

Ενικ.

ον.

λύσας, λύσασα, λῦσαν

ἱστάς, ἱστᾰσα, ἱστὰν

γεν.

λύσαντος, λυσάσης, λύσαντος κτλ.

ἱστάντος, ἱστάσης, ἱστάντος κτλ.

κλ.

ὦ λύσας, λύσασα, λῦσαν

ἱστάς, ἱστᾰσα, ἱστὰν

Πληθ.

ον.

λύσαντες, λύσασαι, λύσαντα,

ἱστάντες, ἱστᾶσαι, ἱστάντα

γεν.

λυσάντων, λυσασῶν, λυσάντων

ἱστάντων, ἱστασῶν, ἱστάντων

δοτ.

λύσασι, λυσάσαις, λύσασι κτλ.

ἱστᾶσι, ἱστάσαις, ἱστᾶσι κτλ.

Δυϊκ.

τὼ

λύσαντε, λυσάσᾱ, λύσαντε

ἱστάντε, ἱστάσᾱ, ἱστάντε

τοῖν

λυσάντοιν, λυσάσαιν, λυσάντοιν

ἱστάντοιν, ἱστάσαιν ἱστάντοιν

Έτσι και: γράψας, γράψασα, γράψαν                 Έτσι και: ἐμπιμπλάς, -ᾶσα, -ὰν

μείνας, μείνασα, μεῖναν                                                              βάς, βᾶσα, βὰν

ἀγγείλας, ἀγγείλασα, ἀγγεῖλαν κ.ά.                    ἀποδράς, ἀποδρᾶσα, ἀποδρὰν

2) σε -είς, -εῖσα, -ὲν (πβ.   § 173: χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν):

Ενικ.

ον.

λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲν

Πληθ.

ον.

λυθέντες, λυθεῖσαι, λυθέντα

γεν.

λυθέντος, λυθείσης, λυθέντος κτλ.

γεν.

λυθέντων, λυθεισῶν, λυθέντων

δοτ.

λυθεῖσι, λυθείσαις, λυθεῖσι κτλ.

κλ.

(ὦ) λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲν

Δυϊκ.

τὼ

λυθέντε, λυθείσᾱ, λυθέντε

τοῖν

λυθέντοιν, λυθείσαιν, λυθέντοιν

Έτσι και: γραφείς, γραφεῖσα, γραφὲν — πληγείς, πληγεῖσα, πληγὲν

τιθείς, τιθεῖσα, τιθέν — ἱείς, ἱεῖσα, ἱὲν

ῥυείς, ῥυεῖσα, ῥυὲν κ.ά.

3)  σε -ούς, -οῦσα, -ὸν (πβ. § 122, δ: ὁ ὀδούς, τοῦ ὀδόντος):

Ενικ.

ον.

διδούς, διδοῦσα, διδὸν

Πληθ.

ον.

διδόντες, διδοῦσαι, διδόντα

γεν.

διδόντος, διδούσης, διδόντος κτλ.

γεν.

διδόντων, διδουσῶν, διδόντων

δοτ.

διδοῦσι, διδούσαις, διδοῦσι κτλ.

κλ.

(ὦ) διδούς, διδοῦσα, διδὸν

Δυϊκ.

τὼ

διδόντε, διδούσᾱ,διδόντε

τοῖν

διδόντοιν, διδούσαιν,διδόντοιν

Έτσι και:         (του ἁλίσκομαι     μετ. αορ. β΄)      ἁλούς, ἁλοῦσα, ἁλόν

                      (του γιγνώσκω     μετ. αορ. β΄)      γνούς, γνοῦσα, γνὸν

                      (του ζῶ               μετ. αορ. β΄)      βιούς, βιοῦσα, βιὸν κ.ά.

4) σε -ύς, -ῦσα, -ὺν (πβ. § 122, δ: ἱμάς, ἱμάντος):

Ενικ.

ον.

δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺν

Πληθ.

ον.

δεικνύντες, δεικνῦσαι, δεικνύντα

γεν.

δεικνύντος, δεικνύσης, δεικνύντος κτλ.

γεν.

δεικνύντων, δεικνυσῶν, δεικνύντων

δοτ.

δεικνῦσι, δεικνύσαις, δεικνῦσι κτλ.

κλ.

(ὦ) δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺν

Δυϊκ.

τὼ

δεικνύντε, δεικνύσᾱ, δεικνύντε

τοῖν

δεικνύντοιν, δεικνύσαιν, δεικνύντοιν

Έτσι και: (του ἀπόλλυμι μετ. ενεστ.) ἀπολλύς, ἀπολλῦσα, ἀπολλὺν (του δύομαι μετ. αορ. β΄), δύς, δῦσα, δὺν (του φύομαι μετ. αορ. β΄), φύς, φῦσα, φὺν κ.ά.

σε -ων, -ουσα, -ον (πβ. § 174: ἄκων, ἄκουσα, ἆκον - ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκόν):

Ενικ.

ον.

λύων, λύουσα, λῦον

Ενικ.

ον.

φυγών, φυγοῦσα, φυγόν

γεν.

λύοντος, λυούσης, λύοντος κτλ.

γεν.

φυγόντος, φυγούσης, φυγόντος κτλ.

κλ.

(ὦ) λύων, λύουσα, λῦον

κλ.

(ὦ) φυγών, φυγοῦσα, φυγὸν

Πληθ.

ον.

λύοντες, λύουσαι, λύοντα

Πληθ.

ον.

φυγόντες, φυγοῦσαι, φυγόντα

γεν.

λυόντων, λυουσῶν, λυόντων

γεν.

φυγόντων, φυγουσῶν, φυγόντων

δοτ.

λύουσι, λυούσαις, λύουσι κτλ.

δοτ.

φυγοῦσι, φυγούσαις, φυγοῦσι κτλ.

Δυϊκ.

τὼ

λύοντε, λυούσᾱ λύοντε

Δυϊκ.

τὼ

φυγόντε, φυγούσᾱ, φυγόντε

τοῖν

λυόντοιν, λυούσαιν, λυόντοιν

τοῖν

φυγόντοιν, φυγούσαιν, φυγόντοιν

Έτσι και: λύσων, λύσουσα, λῦσον           Έτσι και: (εἰμὶ) ὤν, οὖσα, ὂν

γράφων, γράφουσα, γράφον                              (αἱρῶ) ἑλών, ἑλοῦσα, ἑλὸν

γράψων, γράφουσα, γράψον κ.ά.                       (ὁρῶ) ἰδών, ἰδοῦσα, ἰδὸν κ.ά.

6) σε -ῶν, -ῶσα, -ῶν (πβ. § 122, ε: Ξενοφών -ῶντος):

Ενικ.

ον.

τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν

Πληθ.

ον.

τιμῶντες, τιμῶσαι, τιμῶντα

γεν.

τιμῶντος, τιμώσης, τιμῶντος κτλ.

γεν.

τιμώντων, τιμωσῶν, τιμώντων

δοτ.

τιμῶσι, τιμώσαις, τιμῶσι κτλ.

κλ.

(ὦ) τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν

Δυϊκ.

τὼ

τιμῶντε, τιμώσᾱ, τιμῶντε

τοῖν

τιμώντοιν, τιμώσαιν, τιμώντοιν

Έτσι και: ὁρῶν, ὁρῶσα, ὁρῶν – φοιτῶν, φοιτῶσα, φοιτῶν κ.ά.

όμοια και (του ἐλαύνω μετ. μέλλ.) ἐλῶν, ἐλῶσα, ἐλῶν κ.ά.

7) σε -ῶν, -οῦσα, -οῦν (πβ. § 122, δ: πλακοῦς -οῦντος):

Ενικ.

ον.

δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν

Πληθ.

ον.

δηλοῦντες, δηλοῦσαι, δηλοῦντα

γεν.

δηλοῦντος, δηλούσης, δηλοῦντος κτλ.

γεν.

δηλούντων, δηλουσῶν, δηλούντων

δοτ.

δηλοῦσι, δηλούσαις, δηλοῦσι κτλ.

κλ.

(ὦ) δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν

Δυϊκ.

τὼ

δηλοῦντε, δηλούσα, δηλοῦντε

τοῖν

δηλούντοιν, δηλούσαιν, δηλούντοιν

Έτσι και: ποιῶν, ποιοῦσα, ποιοῦν — ἐλευθερῶν, ἐλευθεροῦσα, ἐλευθεροῦν — ἀγγελῶν, ἀγγελοῦσα, ἀγγελοῦν — μενῶν, μενοῦσα, μενοῦν κ.ά.

8) σε -ώς, -υῖα, -ός: λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκὸς που κλίνεται έτσι:

 

(θ. λελυκοτ-)

(θ. λελυκυσ-)

(θ. λελυκοτ-)

Ενικός αριθμός

ον.

λελυκὼς

λελυκυῖα

λελυκὸς

γεν.

λελυκότος

λελυκυίας

λελυκότος

δοτ.

λελυκότι

λελυκυίᾳ

λελυκότι

αιτ.

λελυκότα

λελυκυῖαν

λελυκὸς

κλ.

λελυκὼς

λελυκυῖα

λελυκὸς

Πληθυντικός αριθμός

ον.

λελυκότες

λελυκυῖαι

λελυκότα

γεν.

λελυκότων

λελυκυιῶν

λελυκότων

δοτ.

λελυκόσι κτλ.

λελυκυίαις κτλ.

λελυκόσι κτλ.

Δυϊκός αριθμός

ον., αιτ., κλ.

λελυκότε

λελυκυίᾱ

λελυκότε

γεν., δοτ.

λελοκότοιν

λελυκυίαιν

λελυκότοιν

Έτσι και: ἠγγελκώς, -κυῖα, -κός· γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός·

(του άχρ. ρ. εἴκω = μοιάζω· παρακ. ἔοικα) εἰκώς, εἰκυῖα, εἰκός·

(του ἀποθνῄσκω, παρακ. τέθνηκα) τεθνηκώς -κυῖα, -κός·

(του άχρ. ρ. δείδω = φοβούμαι, παρακ. δέδοικα) δεδοικώς, -κυῖα, -κός ή δεδιώς, δεδιυῖα, δεδιός· (του ρ. οἶδα = γνωρίζω) εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός·

(του ρ. γίγνομαι) γεγονώς, γεγονυῖα, γεγονὸς κ.ά.

9) σε -ώς, -ῶσα, -ὼς (ή -ός): ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς (βλ. § 39, 4) που κλίνεται έτσι:

Εν.

ον.

ἑστὼς

ἑστῶσα

τὸ

ἑστὼς (ή ἑστὸς)

γεν.

τοῦ

ἑστῶτος κτλ.

τῆς

ἑστώσης κτλ.

τοῦ

ἑστῶτος κτλ.

κλ.

(ὦ)

ἑστώς

(ὦ)

ἑστῶσα

(ὦ)

ἑστὼς (ή ἑστὸς)

Πληθ.

ον.

οἱ

ἑστῶτες

αἱ

ἑστῶσαι

τὰ

ἑστῶτα

γεν.

τῶν

ἑστώτων

τῶν

ἑστωσῶν

τῶν

ἑστώτων

δοτ.

τοῖς

ἑστῶσι κτλ.

ταῖς

ἑστώσαις κτλ.

τοῖς

ἑστῶσι κτλ.

Δυϊκ.

τὼ

ἑστῶτε

τὼ

ἑστώσᾱ

τὼ

ἑστῶτε

τοῖν

ἑστώτοιν

τοῖν

ἑστώσαιν

τοῖν

ἑστώτοιν

Έτσι και: (του ἀποθνῄσκω, παρακ. τέθνηκα) β΄ τύπος: τεθνεώς, τεθνεῶσα, τεθνεὼς ή τεθνεός.

188. Η κλητ. του ενικού των τριτόκλιτων μετοχών στο αρσεν. (όπως και στο θηλ. και στο ουδ.) σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική: ὦ λύσας, ὦ λυθείς, ὦ διδούς, ὦ δεικνύς, ὦ λύων, ὦ τιμῶν κτλ.

17ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ

1. Βαθμοί και παραθετικά των επιθέτων

189. Η ιδιότητα ή ποιότητα που φανερώνει ένα επίθετο μπορεί να υπάρχει σε δύο ή περισσότερα όντα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Για να δηλώσουν το διαφορετικό αυτό βαθμό, τα επίθετα έχουν κανονικά ξεχωριστούς τύπους (μονολεκτικούς ή περιφραστικούς) που λέγονται βαθμοί των επιθέτων: σοφός μὲν Σοφοκλῆς, σοφώτερος δ' Εὐριπίδης, ἀνδρῶν δ' ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτηςφίλος, μᾶλλον φίλος, μάλιστα φίλος.

190. Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις:

1) Όταν το επίθετο φανερώνει απλώς μια ιδιότητα ή ποιότητα ενός όντος, χωρίς σύγκριση προς άλλο, λέγεται επίθετο θετικού βαθμού ή απλώς θετικό: ὁ δίκαιος ἀνήρ.

2) Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς ένα άλλο ή προς πολλά άλλα που λογαριάζονται σαν ένα, λέγεται επίθετο συγκριτικού βαθμού, ή απλώς συγκριτικό: οὗτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου – χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων.

3) Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα του ίδιου είδους, λέγεται επίθετο υπερθετικού βαθμού ή απλώς υπερθετικό· και:

α) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, απόλυτα, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα, λέγεται υπερθετικό απόλυτο: οὗτός ἐστι δικαιότατος·

β) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον πιο μεγάλο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί λέγεται υπερθετικό σχετικό: Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων.

191. Το συγκριτικό και το υπερθετικό ενός επιθέτου μαζί λέγονται μ' ένα όνομα παραθετικά του επιθέτου.

192. Όπως στη νέα ελληνική, έτσι και στην αρχαία, τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται ή με μία λέξη (και τότε λέγονται μονολεκτικά) ή με δύο λέξεις (και τότε λέγονται περιφραστικά).

2. Κανονικός σχηματισμός μονολεκτικών παραθετικών

193. Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, σχηματίζονται κανονικά από το θετικό, αφού στο θέμα (του αρσεν. γένους) προστεθούν ορισμένες καταλήξεις που λέγονται παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες παραθετικές καταλήξεις είναι:

για το συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερον·

για το υπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.

Έτσι τα παραθετικά που σχηματίζονται με τις παραπάνω καταλήξεις είναι δευτερόκλιτα επίθετα, τρικατάληκτα με τρία γένη. Π.χ.

πτωχὸς

(θ. πτωχο-)

συγκρ.

πτωχό-τερος,

πτωχο-τέρα,

πτωχό-τερον

υπερθ.

πτωχό-τατος,

πτωχο-τάτη,

πτωχό-τατον

βαρὺς

(θ. βαρυ-)

συγκρ.

βαρύ-τερος,

βαρυ-τέρα,

βαρύ-τερον

υπερθ.

βαρύ-τατος,

βαρυ-τάτη,

βαρύ-τατον

ἀληθὴς

(θ. ἀληθεσ-)

συγκρ.

ἀληθέσ-τερος,

ἀληθεσ-τέρα,

ἀληθέσ-τερον

υπερθ.

ἀληθέσ-τατος,

ἀληθεσ-τάτη,

ἀληθέσ-τατον

μέλας

(θ. μελαν-)

συγκρ.

μελάν-τερος,

μελαν-τέρα,

μελάν-τερον

υπερθ.

μελάν-τατος,

μελαν-τάτη,

μελάν-τατον

χαρίεις

(θ. χαριετ-)

συγκρ.

χαριέσ-τερος,

χαριεσ-τέρα,

χαριέσ-τερον

(πβ. § 173 καί § 70, 3)

υπερθ.

χαριέσ-τατος,

χαριεσ-τάτη,

χαριέσ-τατον

ἄχαρις

(θ. ἀχαριτ-)

συγκρ.

ἀχαρίσ-τερος,

ἀχαρισ-τέρα,

ἀχαρίσ-τερον

(πβ. § 70, 3)

υπερθ.

ἀχαρίσ-τατος,

ἀχαρισ-τάτη,

ἀχαρίσ-τατον

3. Τα παραθετικά σε -ότερος, -ότατος και -ώτερος, -ώτατος

194. Τα παραθετικά των δευτερόκλιτων επιθέτων διατηρούν το χαρακτήρα του θετικού ο, αν προηγείται συλλαβή φύσει ή θέσει μακρόχρονη (βλ. § 33)· τον εκτείνουν σε ω, αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:

ξηρός

ξηρό-τερος

ξηρότατος

πτωχός

πτωχό-τερος

πτωχό-τατος

γενναῖος

γενναιό-τερος

γενναιό-τατος

θερμός

θερμό-τερος

θερμό-τατος

ἔνδοξος

ἐνδοξό-τερος

ἐνδοξό-τατος

αλλά: νέος νεώ-τερος νεώ-τατος· σοφός σοφώ-τερος σοφώ-τατος

4. Αναλογικός σχηματισμός παραθετικών

195. Τα παραθετικά μερικών επιθέτων της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζονται κανονικά με την απλή προσθήκη των παραθετικών καταλήξεων -τερος, -τατος στο θέμα τους, παρά διαμορφώνονται από αναλογία προς τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά (πβ. τα νεοελ.: ελαφρός — ελαφρύτερος όπως το βαρύτερος, χοντρός — χοντρύτερος όπως το παχύτερος, αντί για τα κανονικά ελαφρότερος, χοντρότερος).

Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:

α) -έστερος, -έστατος

Κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (ἀληθής, ἀληθέσ-τερος, ἀληθέσ-τατος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. -ονος), καθώς και τα επίθετα ἄκρατος (=αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), ἄσμενος (= ευχαριστημένος), ἐρρωμένος (= δυνατός) και πένης:

σώφρων

(θ. σωφρον-)

σωφρον-έσ-τερος

σωφρον-έσ-τατος

εὐδαίμων

(θ. εὐδαιμον-)

εὐδαιμον-έσ-τερος

εὐδαιμον-έσ-τατος κ.ά.

ἄκρατος

(θ. ἀκρατο-)

ἀκρατ-έσ-τερος

ἀκρατ-έσ-τατος

(και ἀκρατό-τατος)

ἄσμενος

(θ. ἀσμενο-)

ἀσμεν-έσ-τερος

ἀσμεν-έσ-τατος

(και ἀσμενώ-τερος

ἀσμενώ-τατος)

ἐρρωμένος

(θ. ἐρρωμενο-)

ἐρρωμεν-έσ-τερος

ἐρρωμεν-έσ-τατος

πένης

(θ. πενητ-)

πεν-έσ-τερος

πεν-έσ-τατος

β) -ούστερος, -ούστατος

Το επίθετο ἁπλοῦς και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθ. το όνομα νοῦς σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τα παραθετικά σε -έστερος, -έστατος με συναίρεση):

ἁπλοῦς

(θ. ἁπλοο-)

ἁπλούστερος

ἁπλούστατος

(από το)

ἁπλο-έσ-τερος

ἁπλο-έσ-τατος)

εὔνους

(θ. εὐνοο-)

εὐνούστερος

εὐνούστατος

(από το)

εὐνο-έσ-τερος

εὐνο-έσ-τατος)

γ) -ίστερος, -ίστατος

Τα μονοκατάληκτα επίθετα ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (= φλύαρος), κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατά τα παραθετικά του ἄχαρις: ἀχαρίστερος, ἀχαρίστατος· βλ. § 193):

ἅρπαξ

(θ. ἁρπαγ-)

ἁρπαγ-ίσ-τερος

ἁρπαγ-ίσ-τατος

βλὰξ

(θ. βλακ-)

βλακ-ίσ-τερος

βλακ-ίσ-τατος

λάλος

(θ. λαλο-)

λαλ-ίσ-τερος

λαλ-ίσ-τατος

κλέπτης

(θ. κλεπτα-)

κλεπτ-ίσ-τερος

κλεπτ-ίσ-τατος

πλεονέκτης

(θ. πλεονεκτα-)

πλεονεκτ-ίσ-τερος

πλεονεκτ-ίσ-τατος

δ) -αίτερος, -αίτατος

Το επίθ. παλαιός σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρ. πάλαι σε -αίτερος, -αίτατος:

παλαιός                          παλαίτερος                  παλαίτατος

Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:

γεραιός (= γέροντας, σεβαστός)     γεραί-τερος    γεραί-τατος

σχολαῖος (=αργός, αργοκίνητος)    σχολαί-τερος             σχολαί-τατος

Από αυτά αποσπάστηκε η κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, με την οποία σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:

ἴσος

ἰσ-αί-τερος

ἰσ-αί-τατος

ὄψιος (= ὄψιμος)

ὀψι-αί-τερος

ὀψι-αί-τατος

(πλησίος)

ττλησι-αί-τερος

πλησι-αί-τατος

πρῷος (από το πρώιος = πρωινός)

πρῳ-αί-τερος

πρῳ-αί-τατος

εὔδιος

εὐδι-αίτερος

εὐδι-αί-τατος

(και

εὐδιέσ-τερος

εὐδιέσ-τατος)

ἥσυχος

ἡσυχ-αί-τερος

ἡσυχ-αίτατος

(και

ἡσῠχώ-τερος

ἡσῠχώ-τατος)

ἴδιος

ἰδι-αί-τερος

ἰδι-αί-τατος

(και)

ἰδιώ-τερος

ἰδιώ-τατος)

φίλος

φιλ-αί-τερος

φιλ-αίτατος

(και

φιλ-ίων ή φίλ-τερος

φίλ-τατος)

5. Ανώμαλα παραθετικά (σε -ίων, -ιστος)

196. Μερικά επίθετα της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζουν τα παραθετικά τους με τις παραθετικές καταλήξεις -τερος, -τατος, παρά παίρνουν στο συγκριτικό την κατάληξη -ίων (αρσ. και θηλ.), -ιον (ουδέτ.) και στο υπερθετικό την κατάληξη -ιστος, -ίστη, -ιστον. Επειδή τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, λέγονται ανώμαλα παραθετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

(θέμα)

1. αἰσχρός

ὁ, ἡ αἰσχίων

τὸ αἴσχιον

αἴσχιστος

(αἰσχ-, πβ. αἶσχ-ος)

2. ἐχθρὸς

ὁ, ἡ ἐχθίων

τὸ ἔχθιον

ἔχθιστος

(ἐχθ-, πβ. ἔχθ-ος = έχθρα)

και ομαλά

ἐχθρό-τερος

ἐχθρό-τατος

(ἐχθρο-)

3. ἡδὺς

ὁ, ἡ ἡδίων

τὸ ἥδιον

ἥδιστος

(ἡδ-)

4. καλός

ὁ, ἡ καλλίων

τὸ κάλλιον

κάλλιστος

(καλλ-, πβ. κάλλ-ος)

5. μέγας

ὁ, ἡ μείζων

τὸ μεῖζον

μέγιστος

(μεγ-)

6. ῥᾴδιος

ὁ, ἡ ῥᾴων

τὸ ῥᾷον

ῥᾷστος

(ῥα-)

7. ταχύς

ὁ, ἡ θάττων

τὸ θᾶττον

τάχιστος

(θαχ-)

8. ἀγαθὸς

ὁ, ἡ ἀμείνων

τὸ ἄμεινον

ἄριστος

(ἀμεν- και ἀρ-, πβ. ἀρ-ετὴ)

»

ὁ, ἡ βελτίων

τὸ βέλτιον

βέλτιστος

(βελτ-)

»

ὁ, ἡ κρείττων

τὸ κρεῖττον

κράτιστος

(κρετ-, κρατ-, πβ. κράτ-ος)

»

ὁ, ἡ λῴων

τὸ λῷον

λῷστος

(λω-)

9. κακός

ὁ, ἡ κακίων

τὸ κάκιον

κάκιστος

(κακ-)

»

ὁ, ἡ χείρων

τὸ χεῖρον

χείριστος

(χερ-, χειρ-)

10. μακρός

μακρό-τερος

μακρό-τατος

(ομαλά)

»

μήκιστος

(μηκ-, πβ. μῆκ-ος)

11. μικρός

μικρό-τερος

μικρό-τατος

(ομαλά)

»

ὁ, ἡ ἐλάττων

τὸ ἔλαττον

ἐλάχιστος

(ἐλαχ-)

»

ὁ, ἡ ἥττων

τὸ ἧττον

επίρρ. ἥκιστα

(ἡκ-)

12. ὀλίγος

ὁ, ἡ μείων

τὸ μεῖον

ὀλίγιστος

(με-, ὀλιγ-)

13. πολὺς

ὁ, ἡ πλείων

τὸ πλέον

πλεῖστος

(πλε-)

6. Κλίση των συγκριτικών σε -ίων, -ιον (και -ων, -ον)

197. Τα συγκριτικά σε -ίων, -ιον (ή -ων, -ον) είναι δικατάληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης με τρία γένη και κλίνονται κατά το ακόλουθο παράδειγμα (πβ. § 178):

(θ. βελτιον-, βελτιοσ-)

Ενικός αριθμός

ον.

βελτίων

τὸ

βέλτιον

γεν.

τοῦ

τῆς

βελτίον-ος

τοῦ

βελτίον-ος

δοτ.

τῷ

τῇ

βελτίον-ι

τῷ

βελτίον-ι

αιτ.

τὸν

τὴν

βελτίον-α ή βελτίω

τὸ

βέλτιον

κλ.

(ὦ)

βέλτιον

(ὦ)

βέλτιον

Πληθυντικός αριθμός

ον.

οἱ

αἱ

βελτίον-ες ή βελτίους

τὰ

βελτίον-α ή βελτίω

γεν.

τῶν

βελτιόν-ων

τῶν

βελτιόν-ων

δοτ.

τοῖς

ταῖς

βελτίοσι(ν)

τοῖς

βελτίοσι(ν)

αιτ.

τοὺς

τὰς

βελτίον-ας ή βελτίους

τὰ

βελτίον-α ή βελτίω

κλ.

(ὦ)

βελτίον-ες ή βελτίους

(ὦ)

βελτίον-α ή βελτίω

Δυϊκός (και για τα τρία γένη)

ον., αιτ., κλ. βελτίον-ε

γεν., δοτ. βελτιόν-οιν

7. Περιφραστικά παραθετικά. Παραθετικά μετοχών

198. Τα περιφραστικά παραθετικά (βλ. § 192) σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, με το θετικό του επιθέτου και με ορισμένο ποσοτικό επίρρημα εμπρός από αυτό. Έτσι ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με το επίρρ. μᾶλλον και ο υπερθ. με το επίρρ. μάλιστα εμπρός από το θετικό:

θετ. ἐπιμελὴς             συγκρ. μᾶλλον ἐπιμελὴς      υπερθ. μάλιστα ἐπιμελὴς

(πβ. τα νεοελλ.: μικρός — πιο μικρός — ο πιο μικρός ή πολύ μικρός).

199. Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά. Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.

200. 1) Μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος· συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων· ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: αντρειωμένος – πιο αντρειωμένος – ο πιο αντρειωμένος ή πολύ άντρειωμένος).

2) Μονοκατάληκτα επίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων· ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς. Έτσι και τα εὔελπις, κόλαξ, ὑβριστής, φιλόγελως κ.ά.

8. Ελλειπτικά παραθετικά

201. Σε μερικά επίθετα λείπει ο θετικός βαθμός ή και ένας από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά.

Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

1.

(ἄνω)

συγκρ.

ἀνώ-τερος

υπερθ.

ἀνώ-τατος

2.

(κάτω)

»

κατώ-τερος

»

κατώ-τατος

3.

(πρὸ)

»

πρό-τερος

»

πρῶτος (πρό-ατος)

4.

(ὑπὲρ)

»

ὑπέρ-τερος

»

ὑπέρ-τατος

5.

(ἐπικρατῶν)

»

ἐπικρατ-έστερος

»

6.

(προτιμώμενος)

»

προτιμό-τερος

»

7.

»

ὕστερος

»

ὕστατος

8.

»

»

ὕπατος

9.

»

»

ἔσχατος

202. Μερικά επίθετα δε σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι:

1) όσα φανερώνουν ύλη: λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος· τοπική ή χρονική σχέση: χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος· μέτρο: σταδιαῖος, πηχυαῖος· καταγωγή, συγγένεια: πατρῷος, μητρικός· μόνιμη κατάσταση: θνητός, νεκρὸς κ.ά.

2) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό ἀ- (βλ. § 423, α): ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ά.

3) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το επίθετο πᾶς ή την πρόθ. ὑπὲρ (που έχουν μόνα τους υπερθετική σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος – ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος κ.ά.

9. Παραθετικά επιρρημάτων

203. Πολλά επιρρήματα (βλ. § 362)της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι' αυτό σχηματίζουν παραθετικά (όπως και στη νέα: ωραία – ωραιότερα ή πιο ωραία – ωραιότατα ή πάρα πολύ ωραία).

Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική:

1) Επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατ. του ουδετ. του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικό έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατ. του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:

(δίκαιος)

δικαίως

δικαιότερον

δικαιότατα

(σοφὸς)

σοφῶς

σοφώτερον

σοφώτατα

(ἀληθὴς)

ἀληθῶς

ἀληθέστερον

ἀληθέστατα

(σώφρων)

σωφρόνως

σωφρονέστερον

σωφρονέστατα

(ἡδὺς)

ἡδέως

ἥδιον

ἥδιστα

(καλὸς)

καλῶς

κάλλιον

κάλλιστα κ.ά.

2) Τα επιρρήματα εὖ (αντίστοιχο του επιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον και πολύ:

εὖ – ἄμεινον – ἄριστα καιβέλτιον – βέλτιστα και κρεῖττον – κράτιστα.

ὀλίγονμεῖον – ὀλίγιστα και ἔλαττον – ἐλάχιστα καιἧττον – ἥκιστα.

πολύ – πλέον – πλεῖστα (ήπλεῖστον).

3) Το επίρρ. μάλα (= πολύ), που οι τρεις βαθμοί του είναι: θετ. μάλα – συγκριτ. μᾶλλον – υπερθ. μάλιστα.

4) Μερικά τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις -τέρω, -τάτω:

θετ.

ἄνω

συγκρ.

ἀνωτέρω

υπερθ.

ἀνωτάτω

»

ἄπωθεν (=μακριά)

»

ἀπωτέρω

»

ἀπωτάτω

»

ἐγγὺς (= κοντά)

»

ἐγγυτέρω

»

ἐγγυτάτω και

»

»

»

ἐγγύτερον

»

ἐγγύτατα και

»

»

»

ἔγγιον

»

ἔγγιστα

»

ἔξω

»

ἐξωτέρω

»

ἐξωτάτω

»

ἔσω (και εἴσω)

»

ἐσωτέρω

»

ἐσωτάτω

»

κάτω

»

κατωτέρω

»

κατωτάτω

»

πόρρω

»

πορρωτέρω

»

πορρωτάτω

»

πέρα

»

περαιτέρω

»

5) Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις -(αί)τερον, -(αί)τατα (βλ. § 195, δ)

θετ.

πάλαι

συγκρ.

παλαίτερον

υπερθ.

παλαίτατα

»

πρωὶ

»

πρωιαίτερον

»

πρωιαίτατα ή

»

»

»

πρῳαίτερον

»

πρῳαίτατα

»

ὀψὲ (= αργά)

»

ὀψιαίτερον

»

ὀψιαίτατα

204. Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με το μᾶλλον, μάλιστα και το θετικό· π.χ.

θετ.

σοφῶς

συγκρ.

μᾶλλον σοφῶς

υπερθ.

μάλιστα σοφῶς

»

ἡδέως

»

μᾶλλον ἡδέως

»

μάλιστα ἡδέως