Νεοελληνική Λογοτεχνία (Γ Λυκείου Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Γ. Γιατρομανωλάκης, Βιογραφικό σημείωμα Δ. Νόλλας, Βιογραφικό σημείωμα Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Δημήτρης Νόλλας

Στο δρόμο για το Βούπερταλ

Το Βουπερταλ Ειναι μια πόλη της Γερμανίας, όπου κατοικούν πολλοί μετανάστες. Στο πανδοχείο του Βαγγέλη, ενός μετανάστη από τα Γρεβενά, που ζει πλέον στη Γερμανία τριάντα χρόνια, αυτή τη στιγμή βλέπουμε, εκτός από τον ίδιο, τον ανιψιό του το Μανόλη, που παίζει φλίπερ κι έναν Τούρκο που παρακολουθεί το παιχνίδι. Το σκηνικό αλλάζει, όταν δύο Γερμανοί, νεοναζιστές, μπαίνουν και ζητούν δυο μπύρες. Από τη συλλογή Τα θολά τζάμια, 1994.

Η νύχτα είχε προχωρήσει όταν τα δυο παλικάρια, με τα νερά της βροχής να στάζουν από τα κεφάλια τους και να γλιστρούν πάνω στις δερμάτινες φόρμες, μπήκαν στο μικρό πανδοχείο. Ακούμπησαν στο πάτωμα τα πράγματά τους, κάθησαν σ' ένα τραπέζι και ζήτησαν δύο μπίρες. Αυτός που έδωσε την παραγγελία προσπάθησε να την προφυλάξει από τις επανωτές βροντές που κατρακυλούσαν μέσα στην αίθουσα και φώναξε τόσο δυνατά, που μόνον τότε οι δυο άλλοι μοναδικοί πελάτες γύρισαν και τους κοίταξαν, απορροφημένοι καθώς ήταν με το φλιπεράκι που έπαιζαν.

Ο ξενοδόχος, ένας εξηντάρης από τα Γρεβενά, που είχε δουλέψει περισσότερο από τριάντα χρόνια στην οικοδόμηση του γερμανικού οικονομικού θαύματος, έφερε τα χοντρά ποτήρια κουτσαίνοντας ελαφρά.

Η μικρή επιχείρηση με τα τέσσερα δωμάτια στον πάνω όροφο και τη σάλα της μπιραρίας στο ισόγειο ήταν ένα παλιό υποστατικό κοντά στον Δούναβη, στην άκρη μιας κωμόπολης, κολλητά στα σύνορα με την Αυστρία και δύο χιλιόμετρα μακρυά από τον αυτοκινητόδρομο. Ο Βαγγέλης Παπαβαγγέλης, χήρος κι άκληρος, είχε αγοράσει το πανδοχείο με την αποζημίωση ενός εργατικού ατυχήματος και το κρατούσε με τη βοήθεια ενός ανηψιού του.

Έτσι είχε νομίσει πριν από δέκα χρόνια, πως ο εικοσάχρονος γιός της αδερφής του, με την ελπίδα του μοναδικού κληρονόμου, θα τον βοηθούσε. Αυτός όμως αποδείχτηκε εντελώς ακατάλληλος για το επάγγελμα του πανδοχέα. Ο Μανόλης ήταν ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος, ένας μονόχνωτος με εξάρσεις αισιοδοξίας, εναλλασσόμενες με πτώσεις σε βάραθρα απελπισίας και αποκλειστικής προσήλωσης στα φλίπερ. Όπως τώρα που έπαιζε μοναχικές παρτίδες με θεατή τον τελευταίο πελάτη, ο οποίος συνεχώς επαναλάμβανε, «Λοιπόν, καληνύχτα» και διαρκώς καθυστερούσε να ανέβει στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί.

Στα θετικά του τριαντάχρονου πια Μανόλη έπρεπε να υπολογιστούν η καλή εκμάθηση των γερμανικών και μια σοβαρή ενασχόληση με τη συλλογή γραμματοσήμων, καρτ ποστάλ και σπιρτόκουτων.

Ήταν το μόνο πράγμα που έκανε με αγάπη και μέθοδο, τόσο που έφτασε να κερδίζει άνετα τη ζωή του, χωρίς να νοιάζεται για το πανδοχείο του μπάρμπα του. Ο Βαγγέλης τον ανεχόταν και πότε πότε τον φιλοξενούσε, όπως απόψε, για να 'χει παρέα να μιλάνε ελληνικά και επειδή, όσο και να 'ναι, ο Μανόλης τον βοηθούσε ν' αλλάζει καμιά καμένη λάμπα.

Ο Βαγγέλης είχε καταλάβει πόσο άχρηστος ήταν ο ανηψιός του όταν του είχε ζητήσει να ξαναγράψει την ταμπέλα της μπιραρίας. Ο Μανόλης επί έξι μήνες ανεβοκατέβαινε σε μια σκάλα για να ξύσει την ξεθωριασμένη επιγραφή που είχε καταφάει ο χρόνος κι οι βροχές και χρησιμοποίησε δέκα διαφορετικά πινέλα για να γράψει δυο λέξεις με την ονομασία της ταβέρνας και να ξεπατικώσει έναν μουντό ήλιο κι ένα γκρίζο κύμα από κάτω. Στο τέλος όμως η αστραφτερή επιγραφή της ταβέρνας, «UNSERE DONAU». έλαμψε όπως όταν είχε πρωτολειτουργήσει στις αρχές της δεκαετίας του '30, πριν από εξήντα χρόνια.

Ευτυχώς οι δουλειές πήγαιναν καλά, γιατί το μαγαζί βρισκόταν στην ευθεία που χρησιμοποιούσαν όσοι πηγαινοέρχονταν από τα Βαλκάνια και την Ανατολή, παρακάμπτοντας τους δρόμους μιας Γιουγκοσλαβίας που δεν υπήρχε πια και που οι δρόμοι της, τον τελευταίο καιρό, είχαν γεμίσει ρωγμές και λακούβες.

«Θέλουμε και δυο δωμάτια για απόψε», είπε αυτός που είχε παραγγείλει τις μπίρες.

«Θα πρέπει να βολευτείτε σε ένα», απάντησε ο Βαγγέλης πριν απομακρυνθεί και το νέο ξέσπασμα της βροχής έδειξε πως ο καιρός δεν θα τους επέτρεπε να έχουν άλλη επιλογή. «Άσχημος καιρός, ε;» συνέχισε, χωρίς να έχει όρεξη για γαλιφιές. Προσπαθούσε όμως να καθησυχάσει την ανησυχία που του προξενούσε αυτό το παράξενο δίδυμο που είχε εμφανιστεί μέσα από τη βροχή. «Λίγο θέλει να 'ναι τίποτα ληστές, τίποτα μαχαιροβγάλτες», σκέφτηκε. Με αυτά που συμβαίνανε τον τελευταίο καιρό ο Βαγγέλης έτρεμε τη φτώχεια και τη δυστυχία που κυκλοφορούσαν στους δρόμους. «Με τα πόδια ήρθατε;» συνέχισε τα φιλικά του ανοίγματα, καθώς ηρέμησε συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν και εντελώς μόνος του. Ο Μανόλης κι ο άλλος πελάτης συνέχιζαν να παίζουν φλίπερ.

Οι δυο νέοι άνδρες δεν έδειξαν κατανόηση στην επίθεση κοινωνικής συναναστροφής. Δεν είχε τίποτα το ανησυχητικό ή επιθετικό η εμφάνισή τους, εκτός από το ότι οι ολόσωμες φόρμες από λεπτό μαύρο δέρμα είχαν κολλήσει πάνω τους και τα νερά έσταζαν από παντού. Θα έλεγες πως είχαν βγει μέσα απ' το ποτάμι, μέσα από μια θάλασσα νερό. Με μια ταυτόχρονη κίνηση κατέβασαν το πάνω μέρος της φόρμας και έμειναν με λευκά φανελάκια, που άφηναν ακάλυπτο το στήθος και τις ωμοπλάτες τις στολισμένες με λουλουδάκια τατουάζ. Κάτι μουρμούρισαν για ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο λίγα μέτρα πιο πάνω κι αυτός που λεγόταν Κρίστιαν και είχε μιλήσει πρώτος είπε τρίβοντας το κοντοκουρεμένο κρανίο του με μια χούφτα χαρτοπετσέτες, «Βολφ», είπε στον σύντροφό του, «Βολφ, αυτός δεν θέλει να μας δώσει δύο δωμάτια».

«Είπαμε, έχω μόνον ένα ελεύθερο», είπε ο Βαγγέλης και τραβήχτηκε πίσω από τον πάγκο. «Δεν είναι και τόσο μικρό το κρεβάτι, θα βολευτείτε. Είχα πολλούς νοικάρηδες απόψε».

«Καλά, αφού η ταμπέλα έξω λέει πως έχεις ελεύθερα δωμάτια. Θέλεις να πεις πως εκείνοι οι δύο, αυτοί εκεί κάτω, έχουν ΟΛΑ τα δωμάτια; Το πράγμα αρχίζει να γίνεται διασκεδαστικό, φίλε μου», είπε ο Βολφ και χαμογέλασε δείχνοντας όσο περισσότερο γινόταν τα αστραφτερά του δόντια προς τη μεριά του Μανόλη κι εκείνου του καστανόχρωμου πελάτη με το λεπτό μουστάκι, που παρακολουθούσε πάντα χωρίς μιλιά το σκορ στο φλίπερ.

«Καιρός να ξεκαθαρίσει λίγο η παρανόηση», συνέχισε ο Κρίστιαν σαν να είχε μοιραστεί τα λόγια με τον φίλο του. «Νομίζω, εγώ προσωπικά νομίζω πως μαζευτήκαμε πολλοί σ' αυτήν τη χώρα. Ούτε να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο δεν μπορούμε, τόσο πολλοί μαζευτήκαμε. Μερικοί απ' αυτούς ξεχνάνε πως ό,τι υπάρχει απ' εδώ κι επάνω είναι δικό μας».

«Τέλος πάντων, μια βόλτα βγήκαμε να κάνουμε, είπε γλυκά και καθησυχαστικά ο Βολφ και αμέσως μετά ούρλιαξε με τέτοια βιαιότητα, που στέγνωσε το φανελάκι του, «Δεν βγήκαμε να τους κάνουμε μάθημα».

Ο Μανόλης σαν να ξύπνησε από λήθαργο βαθύ με τη λέξη «μάθημα», που τόσο επιθετικά είχε υπογραμμίσει ο Βολφ, πλησίασε αργά αφήνοντας πίσω τον Τούρκο, που μέχρι τότε παρακολουθούσε αμίλητος τις επιτυχίες του στο φλίπερ. Αυτό το ανθρωπάκι με το τζην πουκάμισο και το πορτοκαλί σουέντ παντελόνι είχε φτάσει μαζί με την οικογένειά του από τα βάθη της Μικράς Ασίας εκείνο το βράδυ, λίγο πριν εμφανιστούν αυτά τα δύο ενοχλητικά πλάσματα. Σε ένα κλειστό φορτηγάκι Μερσέντες, βαρύ μοντέλο του '70, η γυναίκα του. η αδερφή της και τα παιδιά τους ήρθαν και κατέλυσαν οτα δυο δωμάτια που βλέπανε στην πίσω αυλή. Καθυστερούσε για να περάσει κι άλλο η ώρα να νυστάξει και τώρα έδειχνε να τα 'χει χαμένα, γιατί δεν περίμενε μια τέτοια νυχτερινή συνάντηση στον δρόμο για το Βούπερταλ. Δυο μήνες απουσίας στο μακρινό χωριό του τον είχαν κάνει να ξεχάσει πως πρέπει να αντιμετωπίζει και τέτοιες καταστάσεις στη χώρα που ζει και δουλεύει τα τελευταία είκοσι χρόνια κι όπου είχαν γεννηθεί τα παιδιά του.

Ο Μανόλης στάθηκε μπροστά τους αφαιρώντας τον Τούρκο από το οπτικό τους πεδίο, τον κάλυψε και είπε στον Βολφ, που έδειχνε να είναι έτοιμος για κάτι που θα αργούσε να μετανοιώσει, «Σε ξέρω εσένα, σε έχω δει πριν κάνα μήνα σε έναν αγώνα σκοποβολής... Είσαι συλλέκτης κι εσύ. Μαζεύεις τηλεφωνικές κάρτες, έτσι δεν είναι;» Ο Βολφ δεν αντέδρασε και ο Μανόλης συνέχισε, «Είσαι εντάξει, σε ξέρω. Είχες κερδίσει κι ένα μετάλλιο εκείνη τη βραδιά στους αγώνες. Γιατί δεν πας σπίτι σου να κοιμηθούμε κι εμείς; Οι μπίρες είναι κερασμένες».

«Κι εγώ σε ξέρω», είπε επιτέλους ο Βολφ. «Όμως βαριέμαι τα Σαββατόβραδα. Δεν είναι και κανένας σπίτι και βγήκα να κάνω μια βόλτα. Και να που πέφτω πάνω σε ξένους που δεν μ' αφήνουν ούτε ένα δωμάτιο να νοικιάσω».

«Κοίτα, ο φίλος μου δεν είναι ξένος, ο φίλος μου είναι Ελβετός», είπε σταθερά ο Μανόλης και συνέχισε κοιτώντας τον στα μάτια, «Δεν θα 'θελες να τον προσβάλεις!»

«Κανέναν δεν προσβάλλουμε εμείς», φώναξε πάλι δυνατά ο Κρίστιαν. «Έχουμε τρόπους εμείς. Μ' αυτόν τα 'χω βάλει, μ' αυτόν τον κάπελα που δεν μας δίνει δυο δωμάτια να ξεκουραστούμε λίγο και να ετοιμάσουμε τη δουλειά μας. Έχουμε πολλή δουλειά αύριο το πρωί και σημαντική. Έχουμε μια συνέντευξη να κάνουμε». Ο Κρίστιαν φαινόταν τώρα πολύ θυμωμένος κουνώντας απειλητικά το δάχτυλό του προς τη μεριά του Βαγγέλη, που μάλαζε το σακατεμένο πόδι του εδώ και ώρα, αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση. Αναρωτιόταν πού θα βγάλει αυτή η ιστορία, όταν ο Κρίστιαν είπε κοφτά, «Ξυπνήστε τους! Θέλω να τους δω!»

«Είναι τρελό αυτό», κατάφερε να ψελλίσει ο Βαγγέλης, σίγουρος πια για την άσχημη τροπή που παίρνανε τα πράγματα.

Ο Τούρκος δεν κρατήθηκε και μίλησε κομπιαστά. Τα γερμανικά του, όσο προσεγμένα και να ήταν, δεν μαρτυρούσαν Ελβετό. «Η οικογένειά μου είναι. Δεν είναι σωστό να τους ξυπνήσεις, είναι πολύ κουρασμένοι». Η βροχή και τα μπουμπουνητά είχαν σταματήσει και η φωνή του ακούστηκε σαν το αργό σκίσιμο μιας κόλας χαρτιού.

«Τι Ελβετός και μπούρδες!» πετάχτηκε τώρα ο Κρίστιαν σαν αυτόν που έλυσε ένα αίνιγμα ή βρήκε ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό. «Στο πάρκινγκ δεν υπάρχει άλλο αυτοκίνητο παρά μια γριά Μερσέντες που βρωμάει. Άκου Ελβετός... Ελβετός ο κώλος μου! Εξάλλου», συμπλήρωσε με τον τρόπο του επιστήμονα μπροστά στη λύση του προβλήματος πάνω στο οποίο είχαν όλοι σπάσει τα μούτρα τους πριν απ' αυτόν, «εξάλλου κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να 'χει τόσο μεγάλη οικογένεια για να γεμίσει τέσσερα δωμάτια ξενοδοχείου. Τούρκος είσαι, να τι είσαι!» τελείωσε θριαμβευτικά και το λογικό του συμπέρασμα ακούστηκε όπως ο κρότος της πλάκας που πέφτει πάνω σε έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο.

Ο Κρίστιαν έκανε δυο τρία απειλητικά βήματα προς τη μεριά του Τούρκου και έσπρωξε στο πέρασμά του τον Μανόλη, χωρίς να του δώσει την παραμικρή σημασία. Τα βήματά του ήταν αργά και μελετημένα. Το παντελόνι του από λεπτό μαύρο δέρμα τόνιζε τους στενούς γλουτούς και φούσκωνε επιθετικά εκεί, ανάμεσα στα σκέλια του, τόσο που σίγουρα αισθανόταν σαν μικρός θεός όταν είπε, «Θέλω να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη».

Ακούστηκε σαν όλα τα προηγούμενα που είχε πει, κι αυτός κι ο σύντροφός του, να ήταν μια εισαγωγή δευτερεύουσας σημασίας. Ότι έλεγε τώρα ακουγόταν σοβαρά και με σημασία. «Εσύ», είπε αυστηρά στον Τούρκο, «πού νομίζεις πως πηγαίνεις έτσι ξένοιαστα αφήνοντας τα σημάδια σου εδώ κι εκεί: Θα μαζέψεις τώρα αμέσως το αυτοκίνητο σου από μπροστά. Θα το βάλεις, πίσω, θα το κρύψεις, δεν ξέρω τι θα κάνεις, το αυτοκίνητο θα φύγει από τη φάτσα του μαγαζιού. Αύριο το πρωί θα δώσει μια συνέντευξη για την τηλεόραση, μια βαρυσήμαντη εξαγγελία προς τον γερμανικό λαό, ο Ερνστ Ραιμ*. Αυτό το μέρος θα πρέπει να ξαναβρεί, τουλάχιστον για τις ανάγκες της συνέντευξης, κάτι από τα παλιό του χρώμα. Θα αποζημιωθείς βεβαίως για όλην αυτή την ιστορία», είτε απευθυνόμενος στον Βαγγέλη που είχε αρχίσει να συνέρχεται, καθώς ένα λεπτό νωρίτερα πίστευε πως θα μπορούσαν να αρχίσουν τις πιστολιές.

Το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή πως ήταν νεοναζιστές, καθησύχασε τον εαυτό του ο Βαγγέλης. Εντέλει δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, για μια συνέντευξη είχαν έρθει. Καλά, αλλά κι αυτός ο Ραιμ δεν ήταν ένας πεθαμένος; Μπορεί ένας νεκρός να μιλήσει; Και τι να πει;

«Τα γεγονότα θα δείξουν τι μπορεί να κάνει ο Ραιμ», είπε ο Κρίστιαν με στόμφο σαν να είχε αφουγκραστεί τις σκέψεις του Βαγγέλη, «Είπαμε, πρέπει να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους» και συνέχισε με τον τρόπο της διακήρυξης, «Σχεδιάζω μια Ευρώπη δυνατή από την Πετρούπολη στο Γιβραλτάρ κι απ' το Δουβλίνο στην Αθήνα. ΜΙΑ, μοναδική και ομοιόμορφη. Δυνατή στο πνεύμα αλλά και στο σώμα, για να επιζήσει στους δύσκολους καιρούς που βρίσκονται κιόλας εδώ. Ας βάλουμε λοιπόν τα πράγματα όπως ήταν παλιά, γιατί από κάπου πρέπει ν' αρχίσουμε. Μόνον κάτι τέτοιο θα δώσει μια πνοή ζωής σ' αυτό το σκηνικό που είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Πού είναι το κάδρο με την πτήση του Ζέππελιν* κι αυτό με τη φωτογραφία της ποδοσφαιρικής ομάδας; Και η κορνίζα με τον Μπίσμαρκ, και η βιτρίνα με τα τρόπαια του κυνηγετικού συλλόγου; Και η κεφαλή του ζαρκαδιού, τα κέρατα; Πού είναι τα κέρατα;»

Ο Βαγγέλης έριξε μια πλάγια ματιά στον Μανόλη και είπε πως όλα αυτά ήταν στη σοφίτα, εκεί ήταν η θέση τους εδώ και πολλά χρόνια. «Ξέρετε», είπε με μια γελοία αυτοπεποίθηση, «μου ανήκουν αυτά τα πράγματα. Τα είχα αγοράσει μαζί με την μπιραρία».

«Δεν είναι για συζήτηση αυτό το θέμα. Θα δούμε αργότερα σε ποιον ανήκουν. Τώρα πρέπει να 'ρθουν κάτω και να ξαναμπούν στη θέση τους. Τα θέλω όλα κάτω. Το ραντεβού είναι για τις οχτώ και μόλις προλαβαίνουμε να ξεκουραστούμε λίγο».

«Για μια στιγμή» αντιμίλησε ο Μανόλης, που δεν του άρεσε και πολύ η ιδέα να φορτώνεται σκουπίδια μέσα στη νύχτα. Άσε που παραήτανε περίεργοι τούτοι εδώ. Δείχνανε για τσόγλανοι, αλλά λίγο το 'χεις να ήταν από καμιά κρατική υπηρεσία με καταγραμμένες όλες τις παλιατσούρες τις ξεχασμένες τόσα χρόνια, απ' τις οποίες είχε προλάβει να ξαφρίσει δυο αναμνηστικούς φακέλους με γραμματόσημα κι ένα φτηνό νόμισμα με το κεφάλι του Χίντενμπουργκ*. Αυτό όμως που τον είχε θυμώσει περισσότερο δεν ήταν ούτε η πιθανή αποκάλυψη της μικροαπάτης ούτε η προοπτική της καταναγκαστικής εργασίας μες στη νύχτα. Αυτό που τον είχε κάνει να λυσσάξει ήταν που τούτος ο μπουνταλάς, αυτό το ανθρωπάκι με το σουέντ πορτοκαλί παντελόνι, του τίναξε στον αέρα την υπέροχη ελβετική του μπλόφα με το να βιαστεί να μιλήσει και να προδώσει την καταγωγή του. «Για μια στιγμή, κύριοι», επανέλαβε ξινά, χωρίς να αποφύγει ένα υποτιμητικό βλέμμα προς τον Τούρκο, ο οποίος μέχρι πριν από λίγο θαύμαζε τις επιδόσεις του στο φλίπερ.

«Εντάξει, αγαπητοί κύριοι», μπήκε στη μέση ο Βαγγέλης θέλοντας να προλάβει τον ανηψιό του από κάποιο μπέρδεμα της τελευταία στιγμής. «Ασφαλώς και θα βοηθήσουμε».

Ο Βαγγέλης σκέφτηκε πως περίσσευε να γυρίσουν ανάποδα τα πράγματα, ενώ δεν είχαν πάρει άσχημη τροπή με τον Τούρκο λίγο πριν. Τι βιάστηκε να μιλήσει κι αυτός ο κόπανος; Να τος τώρα ο μεμέτης, κοιτώντας το πάτωμα, προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος. Έτσι όπως κατευθυνόταν στις μύτες των ποδιών του προς τη σκάλα, έδειχνε να το 'χει πάρει απόφαση πως θα 'πρεπε να δουλέψει κι άλλο για να εξαγοράσει μιαν άτυπη βίζα εισόδου στη χώρα και να φτάσει ασφαλής στο Βούπερταλ, να κλειδώσει την οικογένειά του στο σπίτι κι ύστερα, θα βλέπαμε ύστερα...

Ύστερα από λίγο, όταν κατέβαιναν τις σκάλες, ο Βαγγέλης προηγήθηκε κρατώντας προσεκτικά ένα χαρτόκουτο με επάργυρα κύπελλα. Ο Τούρκος προσπαθούσε να βολέψει στην αγκαλιά του ένα σύμπλεγμα κεράτων με τις ξύλινες βάσεις τους κι ενώ τα είχε καταφέρει πολύ καλά με την κάθετη σκάλα της σοφίτας, όταν πήγε να κατέβει τη λουστραρισμένη και να κρατηθεί από την κουπαστή της, κατρακύλησε πέφτοντας πάνω στον Βαγγέλη, και τον παρέσυρε μέχρι κάτω στο χολ της μπιραρίας.

Ο πάταγος που δημιούργησαν τα δύο σώματα, αλλά και τα χτυπήματα των κεράτων πάνω στα γυαλιστερά τρόπαια, σήκωσαν τέτοιο θόρυβο, που ο Βολφ τινάχτηκε απότομα από το τραπέζι που είχε γείρει και μισοκοιμόταν πάνω στα διπλωμένα μπράτσα του και το κεφάλι του Μανόλη γλίστρησε από τη νύστα πάνω στο φλίπερ που αναβόσβηνε μια κερδισμένη παρτίδα.

«Τι ώρα είναι;» φώναξε δυνατά ο Βολφ, ενώ ο Κρίστιαν δίπλα του, με το κεφάλι ριγμένο πίσω και τα μάτια ορθάνοιχτα, κοίταζε το ταβάνι.

«Σχεδόν η αιωνιότητα», του απάντησε αυτός και του 'δειξε τον Μανόλη, που έσυρε τα νυσταγμένα βήματά του πίσω από τον πάγκο και ήπιε ένα ποτήρι νερό. «Κοίτα αυτόν τον φυγόπονο, τον σάπιο» σχολίασε με έναν τόνο αληθινής απογοήτευσης στη φωνή του κι αναστέναξε βαθιά. «Τι παρακμή, Θεέ μου».

«Άιντε, άιντε», είπε ο Τούρκος ζωηρά, δίνοντας ένα χέρι στον Βαγγέλη να σηκωθεί και απευθύνθηκε στον Μανόλη. «Τι κάθεσαι; Ξέρεις τι υπάρχει επάνω; Έχει πολλή δουλειά... Άιντε να βοηθήσεις!»

Δεν περίμενε να τον υπακούσει ο μισοζαλισμένος Μανόλης και άρχισε να καρφώνει πρόκες στερεώνοντας ζεύγη κεράτων όπου αυτός νόμιζε καλύτερα.

«Όχι εκεί!» υπέδειξε με αυταρχική φωνή στον Βαγγέλη, που είχε επιστρέψει με μια στοίβα αραχνιασμένες αναμνηστικές φωτογραφίες και τις τοποθετούσε στο περβάζι του μεγάλου παράθυρου που έφερε το ασθενικό φως της αυγής.

«Φτηνά την γλιτώσαμε», είπε ο Βαγγέλης στον Μανόλη, ενώ τοποθετούσε τα κάδρα σύμφωνα με τις υποδείξεις του Τούρκου. «Και πήρα μια τρομάρα στην αρχή... Εντέλει θα μας πάρει η τηλεόραση, ενώ θα μπορούσαν να μας είχαν κάψει. Το φοβήθηκα για μια στιγμή, ξέρεις».

«Μα τι λες, βρε ηλίθιε», ξέσπασε ο Μανόλης σαν να θύμωσε με τον εαυτό του. «Αυτός ο Ραιμ, αυτός ο... ο...» κόμπιασε και χτυπήθηκε σαν να τον κατέλαβε κρίση επιληπτική, «αυτόν τον αρχιναζιστή τον σφάξανε οι ίδιοι οι δικοί του την άνοιξη του '34... Είτε σε κάψουνε είτε παρουσιαστεί ο Ραιμ και δώσει συνέντευξη, και στη μία και στην άλλη περίπτωση θα γίνεις είδηση στο βραδινό δελτίο».

Αυτός ο Μανόλης δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει άνθρωπος, σκέφτηκε ο Βαγγέλης. Όλο την ανάποδη πλευρά των πραγμάτων έβλεπε.

Η μετανάστευση στη Γερμανία [πηγή: ένθετο «Επτά Ημέρες», εφ. «Η Καθημερινή», 13 Δεκ. 1998]  Μπ. Μπρεχτ, «Για τον όρο 'Μετανάστες'» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου]


Ερνστ Ραιμ: από τους στενούς συνεργάτες του Χίτλερ στην κατάληψη της εξουσίας (1933) και επικεφαλής των Ταγμάτων Εφόδου του ναζιστικού παρακρατικού στρατού. Ο Χίτλερ απαλλάχτηκε από τον «λαϊκό» εναγκαλισμό του Ραιμ και των Ταγμάτων του, όταν μέσα σε μία νύχτα, γνωστή ως «η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» (30.6.1934), δολοφόνησε τον Ραιμ μαζί με ανεξακρίβωτο αριθμό πρώην φανατικών στελεχών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.

Ζέππελιν: ογκώδες αερόπλοιο που κατασκευαζόταν στις αρχές του 20ου αιώνα. Πήρε το όνομά του από τον εφευρέτη του, κόμητα Ζέππελιν, και υπήρξε το πρόσκαιρο καύχημα της γερμανικής τεχνολογίας. Κατά τη δεκαετία του 1920 πέταξε σε ογδόντα ώρες από τη βόρειο Γερμανία στη Ν. Υόρκη όπου και ανεφλέγη επί του εδάφους μετά την προσγείωσή του. Ο τεράστιος όγκος του δυσκόλευε την πτήση γι' αυτό και εγκαταλείφθηκε η συνέχιση της κατασκευής του. Στη θύμηση των ανθρώπων παρέμεινε για αρκετό διάστημα, εκφράζοντας μία ρομαντική νοσταλγία του ακατόρθωτου.

φον Χίντενμπουργκ: ένδοξος Γερμανός στρατάρχης του 1ου παγκοσμίου πολέμου και τελευταίος καγκελάριος της Γερμανικής Δημοκρατίας (γνωστότερης ως «δημοκρατία της Βαϊμάρης»), πριν καταλυθεί από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  Προκαταλήψεις - Ρατσισμός

  1. Να επισημάνετε τα σχόλια του αφηγητή για τον Μανόλη και τις δραστηριότητές του και να τις συγκρίνετε με του θείου του, του Βαγγέλη. Πώς χαρακτηρίζετε θείο και ανιψιό στην αρχή του αφηγήματος και πώς στο τέλος;
  2. Με αφορμή τη συμπεριφορά των δυο Γερμανών και τον τρόπο που ο αφηγητής τους παρουσιάζει, να συζητήσετε το βασικό πρόβλημα που ανακύπτει.
  3. Πέρα από τη βίαιη συμπεριφορά να διερευνήσετε και την ιδεολογική στάση των δυο νεοναζιστών με βάση συγκεκριμένες φράσεις του κειμένου, όπως: «Καιρός να ξεκαθαρίσει λίγο η κατάσταση»· «Νομίζω, εγώ προσωπικά νομίζω πως μαζευτήκαμε πολλοί σ' αυτήν τη χώρα»· «Ο Κρίστιαν έκανε... και μελετημένα»· «Θέλω να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη»· «Σχεδιάζω μια Ευρώπη διπλή...».
  4. Ποια η οπτική γωνία του αφηγητή και ο στόχος του πίσω από την αναπαράσταση της σκηνής με τους Γερμανούς;