5

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΚΡΑΤΗ

Τον ίδιο καιρό που ο Καμβύσης είχε αναλάβει την εκστρατεία εναντίον της Αιγύπτου, κίνησαν και οι Λακεδαιμόνιοι με το στρατό τους εναντίον της Σάμου και του Πολυκράτη, που ήταν γιος του Αιάκη και με κίνημα είχε γίνει κύριος της Σάμου. Στην αρχή μάλιστα χώρισε στα τρία την πόλη και τη μοιράστηκε με τους αδελφούς του Παντάγνωτο και Συλοσώντα· ύστερα όμως, σκοτώνοντας τον ένα και εξορίζοντας τον νεότερο Συλοσώντα, έμεινε ο μόνος κύριος της Σάμου. Κυρίαρχος λοιπόν, συνομολόγησε με τον Άμαση, το βασιλιά της Αιγύπτου, στενή και επίσημη φιλία, στέλνοντας δώρα ο ίδιος και παίρνοντας ανάλογα από εκείνον.

Μέσα σε λίγο χρόνο ραγδαία μεγάλωσε η δύναμη του Πολυκράτη, κι όλος ο κόσμος μιλούσε γι’ αυτήν τόσο στην Ιωνία όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα· γιατί όπου και να κινούσε το στρατό του, όλα τού πήγαιναν κατευχήν. Κατέχοντας ναυτική δύναμη εκατό πλοία με πενήντα κουπιά και χίλιους τοξότες, αλώνιζε τον κόσμο, τους αναστάτωνε όλους δίχως να κάνει για κανένα διάκριση. Και αυτό με το επιχείρημα ότι θα υποχρεώσει, όπως έλεγε, κάθε φίλο περισσότερο, αν του δώσει πίσω όσα του πήρε, παρά αν εξαρχής δεν του είχε πάρει τίποτε. Έτσι είχε ήδη κυριεύσει πολλά νησιά αλλά και πολλές πόλεις της στεριάς. Ανάμεσά τους και προπάντων τους Λεσβίους, που έσπευσαν μ’ όλο τους το στρατό να βοηθήσουν τους Μιλησίους, τους νίκησε σε ναυμαχία και τους έπιασε αιχμαλώτους – αυτοί είναι που δέσμιοι έσκαψαν όλη την τάφρο γύρω από το τείχος της Σάμου.

Η μεγάλη όμως αυτή ευτυχία του Πολυκράτη δεν έμεινε απαρατήρητη από τον Άμαση, αλλά τον έβαλε σε πολλές σκέψεις. Βλέποντας λοιπόν ο Άμασης την ευτυχία του φίλου του συνεχώς να μεγαλώνει, κάθισε και του έγραψε ένα γράμμα μ’ αυτό το περιεχόμενο και τού το ταχυδρόμησε στη Σάμο: «Ο Άμασης στον Πολυκράτη αυτά έχει να του πει. Είναι χαρά αληθινή να μαθαίνεις πως κάποιος δικός σου, δεμένος με στενή φιλία μαζί σου, ευτυχεί· αλλά εμένα οι τόσο μεγάλες σου τύχες δεν μ’ αρέσουν, γιατί το ξέρω πως το θείο φθονεί. Γι’ αυτό και ο ίδιος θέλω, και όσους αγαπώ, σε κάποια πράγματα να έχουμε καλή τύχη, σε κάτι όμως να στραβώνει η τύχη, και έτσι να περνάει η ζωή μου με εναλλαγές, όχι συνεχώς και μόνο να ευτυχώ. Γιατί εγώ δεν άκουσα και δεν ξέρω κανένα που να πλέει στην ευτυχία, και να μην τέλειωσε τη ζωή του κακήν κακώς. Δείξε μου λοιπόν εμπιστοσύνη και κάνε μέσα στην ευτυχία σου αυτό που θα σου πω. Κοίταξε να βρεις τι σου είναι πολυτιμότερο, που αν το χάσεις, θα πονέσει η ψυχή σου πιο πολύ, κι αυτό βγάλ’ το από πάνω σου, να μην το ξαναδεί μάτι ανθρώπου. Κι αν μετά ταύτα συμβεί να μην συναλλάζουν πάλι οι ευτυχίες σου με πάθη, συνέχισε την ίδια τακτική θεραπείας που σου λέω».

Τα σκέφτηκε καλά αυτά ο Πολυκράτης, συλλογίστηκε πως είναι ορθές οι συμβουλές του Άμαση, κι άρχισε να γυρεύει με τι πιο πολύ από τα πολύτιμα πράγματα που είχε θα μπορούσε να λυπήσει την ψυχή του, αν το έχανε. Και ψάχνοντας βρήκε το εξής: είχε και το φορούσε ένα χρυσόδετο δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο από σμαράγδι, δώρο του Θεόδωρου, γιου του Τηλεκλή από τη Σάμο. Όταν λοιπόν το πήρε απόφαση να πετάξει από πάνω του αυτό το δαχτυλίδι, να τι έκανε. Μάζεψε το πλήρωμα για ένα καράβι με πενήντα κουπιά, επιβιβάστηκε κι ο ίδιος, κι έδωσε ύστερα διαταγή ν’ ανοιχτούν στο πέλαγος. Κι όταν ξανοίχτηκε μακριά από το νησί, βγάζει το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και μπρος στα μάτια όλου του πληρώματος το ρίχνει βαθιά στη θάλασσα. Το ’κανε αυτό, κι ύστερα πήρε ξανά το δρόμο του γυρισμού, κι όταν έφτασε σπίτι του ένιωθε πράγματι δυστυχισμένος.

Την πέμπτη όμως, ίσως την έκτη μέρα από τότε που έγιναν αυτά, συνέπεσε να του συμβεί το εξής: Κάποιος ψαράς έπιασε ένα μεγάλο, έξοχο ψάρι και νόμιζε πως όφειλε να το προσφέρει δώρο στον Πολυκράτη. Έφερε λοιπόν το ψάρι ως την πόρτα του Πολυκράτη και έλεγε πως θα ήθελε να τον δει προσωπικά. Κι όταν εκείνος έδωσε τη συγκατάθεσή του, προσφέροντας αυτός το ψάρι, του έλεγε: «Βασιλιά μου, έπιασα αυτό εδώ, αλλά δεν πήρα το δικαίωμα να το πάω στην αγορά, μ’ όλο που είμαι άνθρωπος που ζει από το έργο των χειρών του· νόμισα πως σ’ εσένα πρέπει, ότι είναι αντάξιο της δικής σου βασιλείας. Σου το ’φερα λοιπόν και στο προσφέρω». Και εκείνος, πολύ ευχαριστημένος με τα λόγια του ψαρά, του αποκρίνεται: «Λαμπρά σκέφτηκες και έπραξες, και σου χρωστούμε διπλή χάρη: και για τα λόγια σου και για το δώρο σου. Έλα, λοιπόν, το βράδυ να φας μαζί μας».

Ο ψαράς θεωρώντας όλα αυτά μεγάλη του τιμή τραβούσε για το σπίτι του, ενώ οι υπηρέτες ανοίγοντας το ψάρι βρίσκουν μέσ’ στην κοιλιά του να λάμπει το δαχτυλίδι του Πολυκράτη. Μόλις το είδαν, το πήραν γρήγορα στα χέρια τους, όλο χαρά το έφεραν στον Πολυκράτη, και παραδίδοντας το δαχτυλίδι του διηγούνταν με ποιο τρόπο βρέθηκε. Τότε αυτός κατάλαβε ότι το πράγμα είναι από θεού. Γράφει λοιπόν σ’ ένα γράμμα όλα όσα έκανε και πώς του βγήκαν, και αφού το τέλειωσε και το σφράγισε, το στέλνει στην Αίγυπτο.

Διαβάζοντας ο Άμασης το γράμμα που έφτασε από τον Πολυκράτη, έμαθε ότι είναι αδύνατο άνθρωπος άνθρωπο να τον γλιτώσει από ό,τι μέλλεται να του συμβεί και πως δεν πρόκειται τα τέλη του Πολυκράτη να ’ναι καλά, ενόσω η τύχη του δεν λέει ν’ αλλάξει, αφού και ό,τι είναι έτοιμος να χάσει, το ξαναβρίσκει. Στέλνοντας λοιπόν κήρυκα στη Σάμο του μήνυσε πως διαλύει τη φιλία που τους έδενε. Και το ’κανε αυτό όχι για άλλο λόγο, αλλά μήπως, όταν δεινή και μεγάλη συμφορά πέσει επάνω στον Πολυκράτη, πονέσει ως τα κατάβαθα η ψυχή του, για άνθρωπο δικό και φίλο.

ΗΡΟΔΟΤΟΣ. Ιστορίαι III 39-43

μτφρ. Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Το παρόν αποτελεί μέρος του ψηφιακού εμπλουτισμού των σχολικών βιβλίων (Ψηφιακό Σχολείο) και διατίθεται μόνο για εκπαιδευτική χρήση και στο πλαίσιο για το οποίο διαμορφώθηκε.