Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Γενικού Λυκείου - Επιλογής) - Βιβλίο Μαθητή
Αντρέ Μπρετόν, «Τα γραπτά φεύγουν» Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Μπαλάντα για την έγκριση του κόσμου» Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος
Α41
Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ

1. Το χτύπημα κι ο θάνατος

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
 
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί σύντροφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπο του ο ταύρος μουκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κιόλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.
 

μτφρ. Νίκος Γκάτσος
(1911-1992)

οξείδιο: εδώ: το σκούριασμα.
νίκελ: μεταλλικό στοιχείο χρησιμοποιούμενο στην επικάλυψη μεταλλικών αντικειμένων για να μην οξειδώνονται (να μη σκουριάζουν).
ιριδίζω: παρουσιάζω τα χρώματα της ίριδας.
βουβώνας: η κοιλότητα που σχηματίζεται μεταξύ του ανωτέρου τμήματος των ποδιών και της κοιλιάς.

ΣΧΟΛΙΟ

Οι ήχοι των ξένων ποιητικών τρόπων, που διακρίνονται στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του Λόρκα, υποχωρούν στο δεύτερο για να εξαφανιστούν, καθώς ο ποιητής ανακαλύπτει όλο και περισσότερο τη γονιμότητα των στοιχείων της λαϊκής ισπανικής παράδοσης, ιδιαίτερα εκείνης της Ανδαλουσίας. Με το Ρομανθέρο Χιτάνο (Τσιγγάνικες παραλογές) τα στοιχεία αυτά, ζυμωμένα με τη σοφιστικότητα της έντεχνης, της λόγιας ποίησης, θα δώσουν μιαν από τις πλέον ενδιαφέρουσες εκφράσεις του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Όμως είναι με το «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» που η συγχώνευση του δημοτικού με το λόγιο στοιχείο στον Λόρκα θα φτάσει στην υψηλότερη έκφραση της. Με το ελεγειακό αυτό ποίημα, που συντίθεται από τέσσερα μέρη, ο Λόρκα πραγματεύεται ένα χαρακτηριστικό θέμα της ισπανικής ποίησης, το ταυρομαχικό, το οποίο είχαν λαμπρύνει στο παρελθόν ποιητές, όπως ο Λόπε ντε Βέγα και ο Μανουέλ Ματσάδο. «Το χτύπημα κι ο θάνατος» είναι το πρώτο μέρος του έργου, που αρχίζει με τον προσδιορισμό της ώρας του θανάτου του ταυρομάχου Μεχίας, ο οποίος επαναλαμβάνεται αντιστικτικά μετά από κάθε στίχο ως ένας τρόπος για να εκφραστεί η διαστολή και η ακινητοποίηση του χρόνου τη στιγμή του μεγάλου κακού. Αμέσως έπειτα εισάγεται το μοτίβο του νεκρικού σεντονιού (του σκεπασμένου νεκρού), χαρακτηριστικό του θέματος του θανάτου στον Λόρκα. Έπονται αποσπασματικές εικόνες μεγάλης παραστατικότητας, σε μιαν ανακόλουθη χρονική διάταξη, που δηλώνει την ένταση της συγκίνησης μπροστά στο φριχτό γεγονός. Η διακριτική συνομιλία του Λόρκα με τον υπερρεαλισμό γίνεται στις εικόνες αυτές αισθητή. Το χτύπημα κι ο θάνατος, που αποτελεί την εισαγωγή και συγχρόνως το κέντρο του όλου ποιήματος, κλείνει κυκλικά, με την εικόνα του σκοτεινιάσματος της μέρας ως μεταφορά της ώρας του θανάτου.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
  1. Προσδιορίστε τα χρονικά επίπεδα των εικόνων του ποιήματος.
  2. Σχολιάστε τον στίχο Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
  3. Προσδιορίστε τα σημεία του ποιήματος όπου κινητοποιούνται οι αισθήσεις.

eikona

 

FEDERICO GARCIA LORCA (Φουέντε Βακέρος, Γρανάδα 1898 – Βιζνάρ, Γρανάδα 1936). Ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γιος αγρότη και δασκάλας, σπούδασε αρχικά νομικά στη Γρανάδα, τα οποία όμως εγκατέλειψε για τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική. Το 1919 έρχεται στη Μαδρίτη και γνωρίζεται με σημαντικούς διανοούμενους της εποχής του (τον ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί και τον σκηνοθέτη κινηματογράφου Λουίς Μπουνιουέλ). Γίνεται ευρύτερα γνωστός με το ποιητικό του έργο Τσιγγάνικες παραλογές (1928) και καθιερώνεται με την ελεγεία του Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας (1935). Λίγο μετά το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου (1936), δολοφονείται από τους εθνικιστές αντάρτες. Σημαντικότατη επίσης είναι η θεατρική του παραγωγή και αντιπροσωπευτικά τα έργα του: Ο ματωμένος γάμος (1933), Γέρμα (1934), Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1936).