Αρχές Φιλοσοφίας (Β΄ Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

 

Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε τι είναι η επιστήμη και ποια η σχέση της με τη φιλοσοφία. Επίσης, θα διερευνήσουμε τι είναι η φιλοσοφία της επιστήμης και τι ερωτήματα θέτει. Είναι η επιστημονική γνώση πρότυπο για κάθε είδους γνώση; Θεωρούμε ότι η επιστημονική έρευνα στηρίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. Με ποιον τρόπο όμως η πειραματική διαδικασία ανάγεται σε όρους παρατήρησης;
Είναι δυνατόν να επαληθεύσουμε εμπειρικά μια επιστημονική θεωρία; Είναι λογικά νόμιμη η επαγωγική γενίκευση από μερικές περιπτώσεις, ώστε να διατυπώνουμε νόμους; Πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο εμπειρικός έλεγχος για τη διάψευση μιας θεωρίας;
Είναι η παρατήρηση και το πείραμα "ουδέτερα" και "αντικειμενικά" ή είναι φορτισμένα με θεωρία; Πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις μας για τον κόσμο και οι επιστημονικές θεωρίες; Μήπως η επιστήμη είναι ένα πολύ πιο σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο από ό,τι νομίζουμε;
Η κοινωνία μας είναι μια κοινωνία που εξαρτάται από την τεχνολογία. Ποια είναι η σχέση της επιστήμης με την τεχνολογία και σε τι συνεισφέρει μια "φιλοσοφία της τεχνολογίας"; Είναι η τεχνολογία "ουδέτερη" ή η φύση της προσδιορίζεται από το σύστημα αξιών μας;
Αρκάς, Χαμηλές πτήσεις, εκδ. γράμματα.Γελοιογραφία του Αρκά, Χαμηλές πτήσεις,
Κάνε πουλί να δεις καλό
, εκδ. γράμματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


 

pic42
Ρενέ Μαγκρίτ, Η φιλοσοφική λυχνία, 1936. Ο συνδυασμός οδηγεί σε μια ειρωνική αναφορά στο φως το οποίο υποτίθεται ότι βλέπει κανείς όταν έχει έμπνευση ή βυθίζεται στις σκέψεις του

μεθοδολογίας της, αλλά και της αξίας της για τον άνθρωπο, όταν αυτός ο έλεγχος αφορά συνολικές θεωρήσεις για το τι είναι ή τι πρέπει να είναι η επιστήμη, αποτελεί το περιεχόμενο της φιλοσοφίας της επιστήμης.
Η επιστήμη γεννήθηκε μαζί με τη φιλοσοφία και μέσα από τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία ήταν αυτή που πρώτη

1. Η ανάπτυξη της επι-
στήμης

Η ανάπτυξη της επιστήμης είναι ένα από μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Η επιστήμη μάς παρέχει μια έγκυρη κατανόηση του κόσμου.

Όμως η σημασία της δεν περιορίζεται στην παροχή έγκυρης γνώσης - κάτι που και από μόνο του θα ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Η κατανόηση του κόσμου μάς επιτρέπει να προχωρήσουμε στη δημιουργική και χρήσιμη αλλαγή του. Έτσι, η γνώση μας για τον κόσμο γίνεται οδηγός για την επέμβασή μας στη φύση μέσω της τεχνολογίας. Η επιστημονική γνώση συνδέεται λοιπόν με την πράξη. Στην τελευταία ενότητα αυτού του κεφαλαίου θα εξετάσουμε τη σχέση επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και τα προβλήματα που προκύπτουν από τη σύγχρονη τεχνολογία.
Στην εποχή μας η συσσώρευση γνώσεων ακολουθεί έναν τόσο ιλιγγιώδη ρυθμό, που δικαιολογημένα γεννιούνται αμφιβολίες για την ποιότητα αυτών των γνώσεων και τη σχέση τους με τον άνθρωπο. Πόσο και τι στ’ αλήθεια “προλαβαίνει να μάθει” κάθε γενιά; Πόσο χρήσιμες είναι αυτές οι γνώσεις; Ο κύριος όγκος της συσσωρευμένης γνώσης παράγεται αναμφισβήτητα από την επιστήμη. Γι’ αυτόν τον λόγο ο κριτικός έλεγχος της γνώσης, του τρόπου παραγωγής της και της εγκυρότητάς της είναι κάτι πολύ σημαντικό. Αυτός ο κριτικός έλεγχος της επιστημονικής γνώσης, της

ασχολήθηκε με το πρόβλημα της έγκυρης γνώσης, δηλαδή με το πρόβλημα της επιστήμης. Το αρχαίο ελληνικό ρήμα “επίσταμαι” σημαίνει “γνωρίζω καλά”, “έχω έγκυρη, ορθή, ουσιαστική γνώση”. Στην κοινή γένεσή τους, στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, φιλοσοφία και επιστήμη συμβαδίζουν και θέτουν το κοσμολογικό ερώτημα, τις πρώτες γνωσιολογικές έννοιες και τις πρώτες προσεγγίσεις της έγκυρης γνώσης. Στη συνέχεια, κατά τη χρυσή εποχή της Αθήνας, η φιλοσοφία ωριμάζει και προσφέρει, κυρίως με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τις πρώτες πλήρεις και συστηματικές θεωρίες κατανόησης του κόσμου. Την εποχή αυτή το αντικείμενο μελέτης της φιλοσοφίας διευρύνεται, ώστε να εξετάσει όχι μόνο τα κοσμολογικά ερωτήματα, αλλά και τα ηθικά, τα πολιτικά, τα αξιολογικά. Ο κόσμος πλέον είναι ο ανθρώπινος κόσμος και όχι μόνο ο φυσικός.
Η επιστήμη λοιπόν θεμελιώνεται μαζί με τη φιλοσοφία και πάνω στη φιλοσοφία. Και οι δύο είναι δημιουργήματα του ελληνικού πνεύματος, επιτεύγματα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, που έγιναν στη συνέχεια κτήμα όλου του παγκόσμιου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


πολιτισμού. Σταδιακά κάποιες επιστήμες κατορθώνουν να αναπτύξουν δικά τους κριτήρια και μεθόδους, ώστε να μας δίδουν έγκυρη γνώση για το αντικείμενό τους. Τότε αυτονομούνται από τη φιλοσοφία και ακολουθούν τη δική τους πορεία εξέλιξης. Οι πρώτες επιστήμες που αυτονομήθηκαν -ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα- ήταν τα μαθηματικά (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία) και η ιατρική. Σήμερα έχουμε πάρα πολλές επιστήμες που έχουν αποσπαστεί από τη φιλοσοφία και διδάσκονται στα πανεπιστήμια ως αυτόνομες ενότητες. Εντούτοις, όλες οι επιστήμες βρίσκονται πάντοτε σε έναν διάλογο με τη φιλοσοφία. Η κριτική εξέταση του τι είναι η επιστήμη, ποια η σχέση της επιστήμης με την ανθρώπινη πράξη και την κοινωνία, τι είδους γνώση δίνει, πώς διατυπώνονται οι επιστημονικές θεωρίες και σε τι αρχές στηρίζονται, όλα αυτά είναι προβλήματα που συζητά η φιλοσοφία της επιστήμης, είτε γενικά είτε ειδικά για κάθε επιστήμη ξεχωριστά. Έτσι, μιλάμε για φιλοσοφία των μαθηματικών, της ιατρικής, της βιολογίας, της οικονομίας, της ιστορίας κτλ. Πολλές φορές η φιλοσοφική αυτή συζήτηση πάνω στις αρχές και τα θεμέλια μιας επιστήμης αποβαίνει καρποφόρα για την ίδια την επιστήμη και της ανοίγει νέους δρόμους. Για παράδειγμα, ο προβληματισμός πάνω στα θεμέλια και τις βασικές έννοιες των μαθηματικών, στις αρχές του 20ου αιώνα, μας έδωσε τη σύγχρονη μαθηματική λογική και μια νέα θεμελίωση των μαθηματικών. Πρακτικό αποτέλεσμα της μεγάλης αυτής επανάστασης στα μαθηματικά και τη λογική ήταν η ανάπτυξη της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών υπολογιστών.
2. Η γνώση ως επιστημονική γνώση
Στο προηγούμενο κεφάλαιο εξετάσαμε το πρόβλημα της γνώσης γενικά και προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε κάποια βασικά ερωτήματα, όπως: είναι δυνατή η γνώση, πώς μπορούμε να την ορίσουμε και με ποιους τρόπους να την προσεγγίσουμε; Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε τη γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο ή, με άλλα λόγια, τη γνώση που μας δίνει η επιστήμη. Βέβαια, τη λέξη “επιστήμη” τη χρησιμοποιούμε καθημερινά με έναν πολύ πιο ευρύ τρόπο, που περιλαμβάνει και τις λεγόμενες “ανθρωπιστικές” και “κοινωνικές” επιστήμες. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι παραπάνω γνωστικές δραστηριότητες δεν πρέπει να αποκαλούνται “επιστήμες”, γιατί δε δίνουν “έγκυρη” γνώση, όπως αυτή δηλαδή που δίνει η φυσική. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα, που δε θα το εξετάσουμε εδώ. Σ’ αυτό το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με ό,τι κατ’ εξοχήν ονομάζουμε επιστήμη, δηλαδή τη φυσική επιστήμη στη γενικότητά της.
Το φιλοσοφικό ενδιαφέρον για την ποιότητα της επιστημονικής γνώσης μπορεί να εστιαστεί σε δύο κύρια σημεία. Το πρώτο αφορά το κατά πόσο η επιστημονική γνώση μπορεί να είναι το πρότυπο της γνώσης που θα δώσει απαντήσεις στις φιλοσοφικές αναζητήσεις για τον ορισμό, τα θεμέλια και τις δυνατότητες της γνώσης. Αν τα συμπεράσματα της επιστημονικής έρευνας μας πείθουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο για την αντικειμενική τους αλήθεια, για τον ορθολογισμό στον οποίο στηρίχτηκαν και για την “εναρμόνισή” τους με την εμπειρική πραγματικότητα, τότε γιατί να

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


μη θεωρήσουμε τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας ως πρότυπα ακόμη και για την κατανόηση της ίδιας της έννοιας “γνώση”; Πιο συγκεκριμένα, τι περισσότερο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε ως αιτιολόγηση της πίστης μας σε μια απλή υπόθεση (ή και σε μια πιο σύνθετη θεωρία) από την επιτυχή διεξαγωγή επιστημονικών πειραμάτων;
Είναι γεγονός πως η νεότερη φιλοσοφία, με κύριο εκπρόσωπό της τον Καντ, στράφηκε με θαυμασμό προς το οικοδόμημα της νευτώνειας μηχανικής. Ωστόσο, και οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι συνέχισαν να θαυμάζουν την ταχύτατα εξελισσόμενη φυσική επιστήμη. Ουδέποτε όμως η αναζήτηση της φιλοσοφικής σκέψης “ησύχασε” με κάποιο “υπαρκτό” πρότυπο. Δεν ησύχασε ούτε κι όταν η καθ’ όλα θαυμαστή γνώση που παρείχε η επιστήμη προσφέρθηκε ως πρότυπο στις γνωσιολογικές αναζητήσεις της. Ο λόγος για τον οποίο η φιλοσοφία είναι επιφυλακτική στο να ταυτίσει την έννοια “γνώση” με τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας μας φέρνει στο δεύτερο από τα δύο σημεία που προκαλούν το ενδιαφέρον του φιλοσόφου για την επιστήμη.
Το δεύτερο αυτό σημείο αφορά την ανθρώπινη διάσταση της επιστήμης, τη διάσταση δηλαδή της επιστήμης ως πρακτικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής δραστηριότητας ούτε ο ορθολογισμός ούτε η αντικειμενική κρίση ούτε ακόμη και η προσήλωση των ερευνητών σε μεθοδολογικούς κανόνες μπορούν να θεωρούνται δεδομένα. Τούτο σημαίνει ότι αυτή η πρακτική δραστηριότητα δεν μπορεί να είναι απόλυτα ομοιογενής εξαιτίας σφαλμάτων και αποκλίσεων, που συνοδεύουν υποχρεωτικά κάθε αν
ανθρώπινη δραστηριότητα. Έτσι, επανέρχεται ο ελεγκτικός (κριτικός) ρόλος του φιλοσόφου απέναντι στην ποιότητα της γνώσης που παράγει η επιστήμη. Επομένως, ακόμη κι αν η γνώση “οφείλει” να έχει ως πρότυπο την επιστημονική γνώση, ο φιλόσοφος της επιστήμης ασχολείται υποχρεωτικά με ερωτήματα όπως: Πότε η διαδικασία της επιστημονικής έρευνας είναι αυθεντική; Τι είναι, πρώτα απ’ όλα, “αυθεντική επιστήμη”; Πότε ακριβώς η αναφορά, λόγου χάριν, στην κίνηση των πλανητών είναι αστρονομία και όχι αστρολογία; Πώς η χημεία ξεχώρισε από την αλχημεία; Είναι η ψυχανάλυση επιστήμη; Είναι η μετεωρολογία “αποτελεσματικότερη” από τις προβλέψεις των “μάγων”; Και πάνω απ’ όλα, σε τι διαφέρει ο έλεγχος στον οποίο (οφείλει να) υπόκειται μια επιστημονική θεωρία από αξιολογήσεις άλλου είδους (μη επιστημονικών) θεωρήσεων;
Αυτά και πολλά άλλα παρεμφερή ερωτήματα εμπεριέχονται στο γενικότερο ερώτημα σχετικά με το πώς μπορούμε να περιγράψουμε τα κριτήρια διάκρισης της επιστήμης από τις αποκλίσεις και τις απομιμήσεις της. Τέτοια ερωτήματα δεν είναι “εσωτερικά” της επιστήμης. Δεν μπορούν να απαντηθούν “μέσα” από την επιστήμη και με τις μεθόδους της επιστήμης. Ας δούμε μία σημαντική περίπτωση. Μία συγκεκριμένη επιστήμη θα εξετάσει ένα συγκεκριμένο φαινόμενο που ανήκει στη δικαιοδοσία της και θα το εξηγήσει παρουσιάζοντας την αιτία ή τις αιτίες του, δηλαδή θα επιδιώξει να δώσει μια “αιτιακή εξήγηση”. Κάθε όμως αιτιακή εξήγηση προϋποθέτει την “αρχή της αιτιότητας”, που μας λέει ότι κάθε γεγονός ή φαινόμενο έχει την αιτία του. Από πού όμως αυτή η αρχή αντλεί το

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


κύρος ή την αλήθεια της; Η ίδια η επιστήμη δεν μπορεί να αποδείξει, να εξηγήσει δηλαδή την αρχή της αιτιότητας. Απλώς την προϋποθέτει. Η αρχή της αιτιότητας βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο από αυτό της επιστήμης, βρίσκεται δηλαδή στο επίπεδο της φιλοσοφίας της επιστήμης. Μάλιστα, αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα του επιπέδου αυτού. Η φιλοσοφία ανέκαθεν σχετιζόταν με την επιστήμη και τα θεωρητικά της προβλήματα. Μόνο όμως στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα η φιλοσοφία της επιστήμης αυτονομείται ως ιδιαίτερος κλάδος της φιλοσοφίας, με κύριο στόχο να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα. Στις επόμενες δύο ενότητες θα εξετάσουμε κάποια από τα παραπάνω προβλήματα, κυρίως μέσα από τη διερεύνηση του καθεστώτος της επιστήμης, της μεθόδου της και του τρόπου με τον οποίο διατυπώνονται οι επιστημονικές θεωρίες.
pic43
Η σύγκρουση των μπαλών του μπιλιάρδου είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Χιουμ για τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Το μπιλιάρδο ήταν ένα πάθος των εύπορων τάξεων στα τέλη του 18ου αιώνα στη Βρετανία- ένα πάθος που έφτανε τα όρια της υπερβολής όπως δείχνει η γελοιογραφία του Gillray.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ


ΚΕΙΜΕΝΑ
1. “Η γέννηση της επιστήμης στην αρχαία Ελλάδα σημαδεύεται από τη σιωπηλή απόρριψη της διάκρισης ανάμεσα σε δύο επίπεδα γνώσης, την εμπειρία και την αποκάλυψη, καθώς και σε δύο αντίστοιχα επίπεδα ύπαρξης, το φυσικό και το υπερφυσικό. Οι Ίωνες κοσμολόγοι υποθέτουν ότι όλο το σύμπαν είναι φυσικό και άρα μπορούμε να το συλλάβουμε με τις γνωστικές μας ικανότητες, με τρόπο τόσο κοινό και λογικό όπως όταν γνωρίζουμε ότι η φωτιά καίει και το νερό υγραίνει. Αυτό εννοώ όταν μιλώ για την ανακάλυψη της φύσης. Η αντίληψη αυτή της φύσης επεκτείνεται και στα άυλα πράγματα, που ήταν στην περιοχή του υπερφυσικού. Το υπερφυσικό, όπως είχε διαμορφωθεί από τη μυθολογία, απλώς εξαφανίζεται. Καθετί που υπάρχει είναι φυσικό. Έχουν ίσως ειπωθεί πολλά για να δικαιολογήσουν τη δήλωση ότι η ανακάλυψη της φύσης ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος. Όπως όλα τα μεγάλα επιτεύγματα, ήταν έργο πολύ λίγων ανθρώπων με εξαιρετικές ικανότητες”.
(F.M. Cornford, Before and after Socrates, Cambridge U.P., 1932, σ. 14- 15)

2. “Η υψηλή υπόληψη της επιστήμης δεν εξαντλείται μόνο στην καθημερινή ζωή και στα λαϊκά μέσα ενημέρωσης. Είναι φανερή στον εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό κόσμο και σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας γνώσεων. Πολλές περιοχές μελέτης χαρακτηρίζονται από τους


υποστηρικτές τους ως επιστήμες, με σκοπό να υπονοηθεί ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι τόσο γόνιμες και στέρεα θεμελιωμένες όσο είναι και σε μια παραδοσιακή επιστήμη όπως η φυσική. Οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες βρίσκονται σήμερα παντού. Οι μαρξιστές επιμένουν διακαώς ότι ο ιστορικός υλισμός είναι επιστήμη. Πέραν αυτών, στα αμερικάνικα κολέγια και πανεπιστήμια μπορεί κανείς να διδαχθεί Βιβλιοθηκονομικές Επιστήμες, Δασονομικές Επιστήμες, Διοικητικές Επιστήμες, Ρητορικές Επιστήμες, Γαλακτοκομικές Επιστήμες, Κτηνοτροφικές Επιστήμες, ακόμα και Επιστήμες του Θανάτου. Οι αυτοαποκαλούμενοι “επιστήμονες” που εργάζονται σε τέτοια πεδία συνήθως πιστεύουν ότι ακολουθούν την εμπειρική μέθοδο της φυσικής, η οποία, κατά τη γνώμη τους, συνίσταται στη συλλογή “γεγονότων” μέσω προσεκτικών παρατηρήσεων και πειραμάτων και στη συνακόλουθη συναγωγή νόμων και θεωριών από αυτά τα “γεγονότα” μέσω κάποιου είδους λογικής επεξεργασίας”.
(Α. Τσάλμερς, Τι είναι αυτό που το λέμε επιστήμη, μτφρ. Γ. Φουρτούνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000, σ. xx.)

3. “ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Η μητέρα μου ήθελε ν’ ανοίξω τα μάτια μου, να μάθω τι συμβαίνει στον κόσμο και τα λοιπά και τα λοιπά.
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Κι ακούσατε στην Ολλανδία ότι στην Ιταλία, παραδείγματος χάριν, "συμβαίνω" εγώ;
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Κι επειδή η μητέρα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


ήθελε να δω τι γίνεται και με τις επιστήμες...
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Ιδιαίτερα μαθήματα: δέκα σκούδα το μήνα.
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Μάλιστα, κύριε.
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Και ποια είναι τα ενδιαφέροντά σας;
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Τα άλογα.
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Αχά!
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Δεν τις παίρνω τις επιστήμες, κύριε Γαλιλέι.
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Άμα είν' έτσι, θέλω δεκαπέντε σκούδα το μήνα.
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ: Θα πρέπει να 'χετε μαζί μου υπομονή. Κυρίως γιατί στις επιστήμες όλα είναι αλλιώτικα απ' ό,τι μας λέει η απλή ανθρώπινη λογική".
(Μπ. Μπρεχτ, Η ζωή του Γαλιλαίου, μτφρ. Σ. Ευαγγελάτος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 2000, σ. 19)

 

     
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  
 

1. Αν διαβάσουμε ένα εγχειρίδιο οποιασδήποτε επιστήμης γραμμένο σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή γλώσσα, θα βρούμε πολλούς ελληνικούς όρους. Γιατί συμβαίνει αυτό;
2. Μπορείτε να σκεφτείτε μερικές προϋποθέσεις ή κριτήρια που θα μας βοηθούσαν να ξεχωρίσουμε την επιστημονική γνώση από την κοινή γνώμη;
3. Σε τι νομίζετε ότι διαφέρει η αστρονομία από την αστρολογία;

 
1. Επιστημονική είναι η θεωρία που επιτρέπει τον εμπειρικό της έλεγχο
Έλεγχος και πείραμα είναι ταυτόσημες έννοιες στον χώρο της επιστημονικής έρευνας. Η διάκριση επομένως της επιστημονικής θεωρίας από άλλου είδους θεωρήσεις εξαρτάται κατ’ αρχήν από τη δυνατότητα της επιστημονικής θεωρίας να ελεγχθεί μέσω πειραμάτων. Το κριτήριο αυτό ισχύει εξίσου για πολυσύνθετες θεωρίες, όπως είναι η νευτώνεια μηχανική, αλλά και για πολύ απλούστερες υποθέσεις ή “εμπειρικούς νόμους”, όπως, για παράδειγμα, “όλα τα μέταλλα, όταν θερμανθούν, διαστέλλονται”. Ας εξετάσουμε, χάριν ευκολίας, την απλή υπόθεση περί μετάλλων.
Η υπόθεση αυτή προσφέρεται για πειραματικό έλεγχο, εφόσον είναι σαφής η διαδικασία διεξαγωγής των σχετικών πειραμάτων: επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο μεταλλικό αντικείμενο, το φέρνουμε σε επαφή με μια πηγή θερμότητας και μετράμε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα την τυχόν μεταβολή των διαστάσεών του. Αν οι διαστάσεις του μεταλλικού αντικειμένου έχουν αυξηθεί, το πείραμα θεωρείται επιτυχές ή, αλλιώς, ότι στηρίζει την αρχική υπόθεση. Η διεξαγωγή πειράματος στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή, επειδή είναι απολύτως σαφή, τουλάχιστον, το τι είναι πηγή θερμότητας, το τι είναι μέτρηση θερμοκρασίας και το τι είναι μέτρηση των διαστάσεων του μεταλλικού αντικειμένου πριν και μετά τη θέρμανση
Η σαφήνεια της πειραματικής διαδικασίας προκύπτει βασικά από τη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


δυνατότητα που μας παρέχουν τα “στοιχεία” της -στοιχεία που αποτελούν τα βήματα αυτής της διαδικασίας- ώστε να τα παρατηρήσουμε, να τα καταγράψουμε με τις αισθήσεις μας. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα της αισθητηριακής παρατήρησης μας επιτρέπει να “μεταφράσουμε” τη γενική διατύπωση της υπόθεσης “όλα τα μέταλλα, όταν θερμανθούν, διαστέλλονται” σε μια σύνθετη πρόταση, που περιγράφει βήμα προς βήμα τη διεξαγωγή κάθε συγκεκριμένου πειράματος. Το κέρδος μας από αυτή τη “μετάφραση” είναι ότι η νέα “σύνθετη πρόταση” περιλαμβάνει μόνο απλούς “όρους παρατήρησης”, δηλαδή απλές προτάσεις, όπως:
α) “το θερμόμετρο δείχνει 30οC·
β) “η διάρκεια της θέρμανσης ήταν 8΄”·
γ) “το μήκος (του μεταλλικού αντικειμένου) αυξήθηκε κατά 1 εκατοστό”.
Επομένως η δυνατότητα να ελέγξουμε την αλήθεια της υπόθεσης, αν δηλαδή τα μέταλλα έχουν πράγματι αυτή την ιδιότητα, εξαρτάται τελικά από το αν είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε σειρές γεγονότων, όπως η προηγούμενη σειρά α, β, γ. Ο έλεγχος θα αποβεί θετικός (και το πείραμα επιτυχές), αν η παρατήρηση της συγκεκριμένης σειράς γεγονότων καταλήξει (όπως με τα α, β, γ) στην παρατήρηση γ, δηλαδή στο αναμενόμενο γεγονός -εδώ στην αναμενόμενη αύξηση των διαστάσεων του μεταλλικού αντικειμένου- με άλλα λόγια, αν καταλήξει σε αυτό που δηλώνει η υπό έλεγχο υπόθεση. Στην αντίθετη περίπτωση, που το αναμενόμενο γεγονός (εδώ της αύξησης των διαστάσεων) δεν παρατηρηθεί, ο έλεγχος θα αποβεί αρνητικός και το πείραμα θα χαρακτηριστεί ανεπιτυχές.
Βασικά την περιγραφή αυτή, αλλά κατ’ επέκταση και την αξιολόγηση του πειράματος, διέπει η βασική φιλοσοφία του εμπειρισμού: μια πεποίθησή μας για το τι

συμβαίνει στον εξωτερικό κόσμο θα μπορούσε να αποτελέσει γνώση, μόνο αν επιδέχεται επαρκή ανάλυση στα “στοιχεία” της - όπου “στοιχεία” είναι οι εμπειρικά παρατηρήσιμες συνιστώσες της πεποίθησης (δηλαδή σειρές τύπου α, β, γ).
Ως εδώ το αίτημα του εμπειρισμού σχετικά με το τι συνιστά επιστημονική γνώση συμβαδίζει απόλυτα με τα δύο τρίτα του κλασικού ορισμού της γνώσης, τον οποίο εξετάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο: η (επιστημονική) γνώση αποτελεί μια πεποίθηση (υπόθεση) που συνοδεύεται από (θετικές) παρατηρήσεις των “στοιχείων στα οποία αναλύεται” - που είναι δηλαδή αιτιολογημένη. Το άλλο τρίτο, το οποίο αφορά γενικά την “παρουσία” της αντικειμενικής αλήθειας αυτής της υπόθεσης, προκαλεί σημαντικές διαφοροποιήσεις μέσα στην ευρύτερη εμπειριστική προσέγγιση.

2. Ο εμπειρικός έλεγχος ως δυνατότητα επαλήθευσης.
Η προηγούμενη περιγραφή του πειράματος με το παράδειγμα της διαστολής των μετάλλων διευκρινίζει κυρίως την προϋπόθεση για τη διεξαγωγή ενός πειράματος, όχι απαραίτητα το αποτέλεσμα, διευκρινίζει δηλαδή την τελική αξιολόγηση της υπόθεσης που υποβάλαμε σε έλεγχο μέσω του πειράματος. Η προϋπόθεση αυτή είναι η δυνατότητα ανάλυσης της υπόθεσης σε σειρές παρατηρήσιμων γεγονότων. Μετά την εξασφάλιση αυτής της βασικής προϋπόθεσης, που αποτελεί και τη βάση του εμπειριστικού κριτηρίου επιστημονικότητας, ακολουθεί η αξιολόγηση του πειραματικού αποτελέσματος, το συμπέρασμα όσον αφορά το αληθές ή το ψευδές της υπόθεσης. Φαινομενικά η αξιολόγηση, αν και είναι η πιο σημαντική στιγμή της διεξαγωγής του πειράματος, είναι αρκετά απλούστερη της ανάλυσης της υπόθεσης·

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


συνοψίζεται στην άμεση παρατήρηση του αποτελέσματος - και στο παράδειγμά μας, αν έγινε ή δεν έγινε η διαστολή της μεταλλικής ράβδου.
Η παρατήρηση ενός “θετικού” αποτελέσματος θεωρείται ότι επαληθεύει,

υπόθεση ότι “όλα τα μέταλλα, όταν θερμανθούν, διαστέλλονται”. Χρειαζόμαστε ίσως πολλά πειράματα με όλα τα είδη των μετάλλων και κάτω από όλες τις δυνατές συνθήκες. Αλλά και πάλι θα έχουμε έναν πεπερασμένο αριθμό πειραμάτων, ενώ η υπόθεση “όλα τα μέταλλα, όταν θερμανθούν, διαστέλλονται” αφορά όλες τις περιπτώσεις διαστολής μετάλλων, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Αυτές όμως οι περιπτώσεις είναι άπειρες. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν από πεπερασμένα πειράματα ή παρατηρήσεις να βγάλουμε ένα συμπέρασμα που να

επιβεβαιώνει ή απλώς ενισχύει την πεποίθησή μας για την αλήθεια της υπόθεσης. Βέβαια, δεν προσφέρονται όλες οι επιστημονικές υποθέσεις για pic44

έλεγχο αυτού του είδους. Συχνά διατυπώνουμε υποθέσεις χωρίς να μπορούμε να στηρίξουμε την αλήθεια τους με παρατηρήσεις. Δεν μπορούμε, λόγου χάριν, να έχουμε τέτοιες παρατηρήσεις για το αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο. Για τον λόγο αυτόν οι αυστηροί εμπειριστές θα μπορούσαν να πουν ότι δεν έχει καν νόημα να θεωρούμε το σύμπαν είτε άπειρο είτε πεπερασμένο.
Η επαλήθευση όμως, εφόσον είδαμε ότι ισοδυναμεί με την παρατήρηση των “βημάτων” του πειράματος που έχουν θετική έκβαση, δεν μπορεί εύκολα να ολοκληρωθεί. Ένα πείραμα (μια τέτοια σειρά βημάτων) δεν είναι παρά μία μόνο περίπτωση της θεωρίας ή του φυσικού “νόμου” που ελέγχουμε σε μια συγκεκριμένη στιγμή, με συγκεκριμένα υλικά και εργαστήρια και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Η υπόθεση όμως ή ο “νόμος” που θέλουμε να επαληθεύσουμε είναι μια γενική πρόταση, η οποία δεν αφορά μια συγκεκριμένη περίπτωση αλλά όλες τις περιπτώσεις. Έτσι, ένα πείραμα δεν επαρκεί για να επαληθεύσουμε την

pic46

ισχύει για άπειρες περιπτώσεις; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δε θα βρεθεί στο μέλλον κάποια περίπτωση μετάλλου που, υπό κάποιες συνθήκες, δε θα διαστέλλεται, όταν το θερμαίνουμε; Η

επαλήθευση επομένως δεν μπορεί να ολοκληρωθεί με λογική αυστηρότητα - ο έλεγχος με στόχο την επαλήθευση σταματά υ π ο χ ρ ε ω τ ι κ ά στον έλεγχο ενός σχετικά μικρού μέρους των περιπτώσεων. Η επαλήθευση, τελικά, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ενδεικτική.
Βέβαια, οι ίδιοι οι φυσικοί επιστήμονες, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, εξακολουθούν να διατυπώνουν ή να “επαληθεύουν” φυσικούς “νόμους” με επαγωγική διαδικασία, δηλαδή από μερικές περιπτώσεις να διατυπώνουν γενικές, καθολικές προτάσεις. Ήδη όμως από τον 18ο αιώνα ο Βρετανός εμπειριστής φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ είχε ασκήσει αυστηρή -και επι-

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


τυχή- κριτική στον “νόμο της επαγωγής” και στη λογική της επαγωγικής γενίκευσης. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ο “νόμος της επαγωγής”, που μας επιτρέπει να γενικεύουμε μέσα από μια σειρά συγκεκριμένων παρατηρήσεων ή πειραμάτων, δεν είναι επαληθεύσιμος, ούτε καν εξάγεται από την εμπειρία, αλλά είναι μάλλον μια μεταφυσική πίστη.
Στον 20ό αιώνα οι σύγχρονοι εμπειριστές του φιλοσοφικού κινήματος του λογικού θετικισμού (ή κύκλος της Βιένης) δεν πτοήθηκαν από την κριτική που ασκήθηκε στη δυνατότητα επαλήθευσης φυσικών υποθέσεων ή θεωριών και στην επαγωγική γενίκευση και πρότειναν ως κριτήριο της επιστημονικής τους καθαρότητας τη δυνατότητα των υποθέσεων (ή και των θεωριών) να επαληθεύονται έστω και ενδεικτικά. Ο Ρούντολφ Κάρναπ, ηγετική μορφή του κύκλου της Βιένης, προσπάθησε να “εφεύρει” τη λογική που θα νομιμοποιούσε τέτοιες ενδεικτικές επαληθεύσεις (κυρίως μέσω της θεωρίας των πιθανοτήτων), χωρίς όμως να μπορέσει να ολοκληρώσει με επιτυχία την προσπάθειά του. Έτσι, το πρώτο αυτό κριτήριο σχετικά με το τι είναι “αυθεντική” επιστήμη παρέμεινε, για όλους αυτούς τους λόγους, στο στόχαστρο της κριτικής, η οποία

3. Ο εμπειρικός έλεγχος ως δυνατότητα διάψευσης
Ο Καρλ Πόπερ αξιοποίησε στη φιλοσοφική θεωρία του για την επιστήμη μια θεμελιώδη ασυμμετρία μεταξύ επαλήθευσης και διάψευσης: ενώ, για
pic48
Καρλ Ράϊμουντ Πόπερ
να επαληθευτεί μια υπόθεση, λογικά χρειαζόμαστε άπειρα θετικά πειράματα ή παρατηρήσεις, αντίθετα, για να διαψευστεί αυτή η υπόθεση, ένα μόνο αρνητικό πείραμα ή
παρατήρηση είναι αρκετό. Έτσι, για παράδειγμα, αν έχουμε την υπόθεση ότι “όλοι οι κύκνοι είναι άσπροι”, χρειάζεται να βρεθεί ένας μόνο μαύρος (ή άλλου χρώματος) κύκνος, για να καταλήξουμε ότι η παραπάνω υπόθεση είναι ψευδής. Αντίθετα, αν θέλουμε να επαληθεύσουμε την παραπάνω υπόθεση, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ένα άπειρο πλήθος άσπρων κύκνων, κάτι που βέβαια δεν είναι εφικτό.
Ο Πόπερ ισχυρίζεται, στα διάφορα συγγράμματά του, ότι αυτό που συμβάλλει στην πρόοδο της επιστημονικής γνώσης είναι η προσπάθεια διάψευσης μιας θεωρίας ή υπόθεσης. Αντί δηλαδή να επιδιώκουμε να βρούμε περιπτώσεις, παρατηρήσεις, πειράματα και παραδείγματα που να επιβεβαιώνουν ή να ενισχύουν μια θεωρία, πρέπει να ψάχνουμε τα αντιπαραδείγματα, δηλαδή τις περιπτώσεις που θα τη διαψεύσουν. Για τον Πόπερ μια θεωρία ή υπόθεση είναι επιστημονική, εφόσον μπορεί να διαψευστεί. Αν δηλαδή μια θεωρία δεν επιτρέπει την εμπειρική της διάψευση, δεν είναι επιστημονική. Για παράδειγμα, η Ρούντολφ Κάρναπ υπόθεση ότι το σύμπαν είναι άπειρο δεν
προήλθε κυρίως από “εσωτερικές τριβές” εντός του ίδιου του κύκλου της Βιένης. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της κριτικής είναι ο Καρλ Πόπερ. pic47
Ρούντολφ Κάρναπ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


μπορεί να διαψευστεί, άρα δεν είναι επιστημονική. Η αυθεντική επιστημονική θεωρία (ή υπόθεση) ξεχωρίζει από τις άλλες, επειδή μπορεί να μας καθοδηγεί επαρκώς στο να “συλλάβουμε νοερά” τη διάψευσή της, επειδή δηλαδή είναι διατυπωμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε καθιστά σαφές τι είδους εμπειρικές παρατηρήσεις ή πειράματα θα ήταν δυνατόν να τη διαψεύσουν. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει (κατά τον Πόπερ) ολοκληρωμένη και ακριβής περιγραφή της ξεχωριστής αυτής δυνατότητας των επιστημονικών θεωριών να υπαγορεύουν με σαφήνεια τις συνθήκες διάψευσής τους. Αλλά και αν υπήρχε, δε θα μπορούσαμε εδώ να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειές της. Μας αρκεί, στη συγκεκριμένη φάση, να γίνει κατανοητό ότι η "καθοδηγητική" αυτή δυνατότητα των επιστημονικών θεωριών μάς αποκαλύπτει στην πράξη τα αποφασιστικά πειράματα που απαιτούνται για τον έλεγχό τους. Και είναι σαφές, τουλάχιστον από την πλευρά της τυπικής λογικής, ότι τα πιο αποφασιστικά πειράματα είναι αυτά που καταλήγουν σε διάψευση. Τελικά, η δυνατότητα μιας υπόθεσης να μας καθοδηγεί σε πειράματα που θα μπορούσαν να τη διαψεύσουν αποτελεί την πιο σημαντική της ιδιότητα. Αυτή τη διάψευση επιδιώκουν να βρουν οι επιστήμονες. Όσο δεν τη βρίσκουν, η θεωρία όλο και ενισχύεται και αντιμετωπίζεται ως μια ισχυρή επιστημονική θεωρία. Όταν όμως βρεθεί, η θεωρία διαψεύδεται, και τότε οι διαψευσμένες επιστημονικές θεωρίες αντικαθίστανται από άλλες. Αυτή είναι η “οδός”, σύμφωνα πάντα με τη φιλοσοφία του Καρλ Πόπερ, για την ταχύτερη επιστημονική πρόοδο, με την προϋπόθεση ότι οι επιστήμονες ερευνητές έχουν το θάρρος και την εντιμότητα να την ακολουθήσουν. Υπάρχει όμως και ο αντίλογος. ΚΕΙΜΕΝΑ

1. “Η φιλοσοφία της επιστήμης έχει ιστορία. Ο Φράνσις Μπέικον ήταν ένας από τους πρώτους που προσπάθησαν να βρουν και να διατυπώσουν σε τι συνίσταται η μέθοδος της σύγχρονης επιστήμης. Ισχυρίστηκε, στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, ότι σκοπός της επιστήμης είναι η βελτίωση της μοίρας του ανθρώπου πάνω στη γη, και κατά τη γνώμη του ο σκοπός αυτός μπορεί να διεκπεραιωθεί με τη συλλογή γεγονότων μέσω συστηματικής παρατήρησης και την εξαγωγή θεωριών από αυτά. Από τότε η θεωρία του Μπέικον έχει υποστεί τροποποιήσεις και βελτιώσεις, αλλά και ριζικές αμφισβητήσεις
(Α. Τσάλμερς, Τι είναι αυτό που το λέμε επιστήμη, μτφρ. Γ. Φουρτούνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000, σ. xxiii)

2. “ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Υψηλότατε, κυρίες και κύριοι, αναρωτιέμαι απλώς πού θα οδηγήσουν όλ’ αυτά!
ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ: Θα έλεγα ότι ως επιστήμονες δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε πού θα μας οδηγήσει η αλήθεια.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: (εξαγριωμένος) Κύριε Γαλιλέι, η αλήθεια μπορεί να μας οδηγήσει όπου της καπνίσει!
(Μπ. Μπρεχτ, Η ζωή του Γαλιλαίου, μτφρ. Σ. Ευαγγελάτος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 2000, σ. 57)

3. “Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα διαφορετικά στάδια κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματώνεται ο έλεγχος μιας θεωρίας. Υπάρχει, πρώτα, η λογική σύγκριση των συμπερασμάτων μεταξύ τους, με την οποία ελέγχεται η εσωτερι-

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


κή συνοχή του συστήματος. Κατά δεύτερο λόγο, πραγματοποιείται η διερεύνηση της λογικής μορφής της θεωρίας, που έχει ως αντικείμενο να προσδιορίσει αν η θεωρία αποτελεί επιστημονική πρόοδο, αν αντέχει στους διάφορους ελέγχους μας. Τέλος, η θεωρία δοκιμάζεται με τη διαδικασία της εμπειρικής εφαρμογής των συμπερασμάτων τα οποία μπορούν να συναχθούν από αυτήν.
Ο σκοπός αυτού του τελευταίου είδους ελέγχου είναι να ανακαλυφθεί μέχρι ποιου σημείου τα νέα αποτελέσματα της θεωρίας ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της πρακτικής, που προκύπτουν από καθαρά επιστημονικούς πειραματισμούς ή από συγκεκριμένες τεχνικές εφαρμογές. Εδώ η διαδικασία ελέγχου εξακολουθεί να είναι παραγωγική. Με τη βοήθεια άλλων προτάσεων, που έχουμε αποδεχτεί από πριν, παράγουμε λογικά από τη θεωρία ορισμένες “ενικές” (ατομικές) προτάσεις, τις οποίες μπορούμε να αποκαλέσουμε “προβλέψεις” και τις οποίες μπορούμε να ελέγξουμε ή να πραγματώσουμε εύκολα. Ανάμεσα σ’ αυτές επιλέγουμε εκείνες που βρίσκονται σε αντίφαση με τη θεωρία. Προσπαθούμε στη συνέχεια να αποφασίσουμε υπέρ ή κατά αυτών των προτάσεων που παραγάγαμε, παραβάλλοντάς τες με τα αποτελέσματα των πρακτικών εφαρμογών και των πειραμάτων. Αν η απόφαση είναι θετική, δηλαδή αν τα ατομικά μας συμπεράσματα γίνουν αποδεκτά ή επαληθευτούν, η θεωρία έχει παροδικά περάσει τον έλεγχο: δε βρήκαμε λόγους για να την απορρίψουμε. Ωστόσο, αν η απόφαση είναι αρνητική ή, με άλλα λόγια, αν τα συμπεράσματα διαψευστούν, αυτή η διάψευση διαψεύδει

εξίσου και τη θεωρία από την οποία έχουν συναχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της παραγωγικής λογικής.
Όσο μια θεωρία αντιστέκεται στους συστηματικούς και αυστηρούς ελέγχους και μια άλλη δεν την αντικαθιστά με τα πλεονεκτήματά της κατά τη διάρκεια της προοδευτικής πορείας της επιστήμης, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η θεωρία έχει “δώσει τις αποδείξεις της” ή πως έχει “επιβεβαιωθεί”
(Karl Popper, The Logic of Scientific Discovery [Η λογική της επιστημονικής ανακάλυψης], London 1959, σ. 32-33)

     
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  
 

1. Είναι σίγουρο ότι ο ήλιος θα ανατείλει αύριο; Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί;
2. Νομίζετε ότι η ανάγκη του πνεύματος να υποθέτει ότι στη φύση επικρατεί κανονικότητα "νομιμοποιεί", κατά κάποιον τρόπο, την επαγωγή;
3. Σκεφτείτε μερικά παραδείγματα επιστημονικών προβλέψεων. Είναι πάντα χρήσιμες; Υπάρχουν προβλέψεις που δε θα θέλατε να γίνουν;
4. Τι διαφορές έχει η προσπάθεια επαλήθευσης μιας θεωρίας από την προσπάθεια διάψευσής της;
5. Τι μπορεί να είναι ένας "φυσικός νόμος"; Η φύση ή η φυσική επιστήμη έχει νόμους;

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


1. Η αλλαγή θεωριών
Οι οπαδοίτου επαγωγισμού, οι οποίοι πρεσβεύουν ότι οι θεωρίες ή οι φυσικοί νόμοι μπορούν να επαληθευτούν, στηρίζονται σε δύο παραδοχές: πρώτον, ότι η επιστήμη ξεκινά από την παρατήρηση και, δεύτερον, ότι η παρατήρηση μας δίνει την ασφαλή βάση από την οποία προκύπτει η γνώση. Ήδη από πολύ παλιά οι φιλόσοφοι (π.χ. ο Πλάτων) είχαν παρατηρήσει ότι οι αισθήσεις μας συχνά μας παραπλανούν. Είναι δυνατόν δύο παρατηρητές να κοιτάζουν το ίδιο πράγμα, υπό τις ίδιες συνθήκες, και να έχουν διαφορετικές οπτικές εμπειρίες. Αυτό που “βλέπουμε” είναι συχνά κάτι περισσότερο από αυτό που μας δίνει το μάτι, επειδή αυτό που βλέπουμε το έχει “επεξεργαστεί” ο εγκέφαλος. Όταν κοιτάξουμε μια ακτινογραφία, τα μάτια μας βλέπουν τα ίδια πράγματα με αυτά που θα δουν τα μάτια του γιατρού, αλλά εμείς δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε όσα θα παρατηρήσει ο γιατρός και να βγάλουμε ανάλογα συμπεράσματα. Ο γιατρός μπορεί να παρατηρεί αυτά που παρατηρεί και να βγάζει συμπεράσματα για την υγεία μας, όχι γιατί έχει οξύτερη όραση από μας, αλλά γιατί έχει μάθει τι να παρατηρεί

στην ακτινογραφία και πώς να το συσχετίζει με τον οργανισμό. Ο γιατρός δηλαδή μπορεί να παρατηρεί αυτά που παρατηρεί, γιατί η παρατήρησή του γίνεται με γνώμονα μια προϋπάρχουσα γνώση και θεωρία. Αν περάσουμε από τις απλές παρατηρήσεις στο πείραμα, τότε εύκολα κατανοούμε ότι το “στήσιμο” του πειράματος
και οι ελεγχόμενες διαδικασίες του δε γίνονται στα τυφλά. Οδηγός για τις πειραματικές διαδικασίες είναι πάντοτε μια επιστημονική θεωρία, η οποία μας λέει τι πρέπει να κάνουμε και πώς να το κάνουμε, για να λειτουργήσει σωστά το πείραμα. Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι φαίνεται τελικά να μην υπάρχουν “αντικειμενικές”, ανεξάρτητες από θεωρία παρατηρήσεις και πειράματα, όπως αξίωναν οι λογικοί θετικιστές. Παρατήρηση και πείραμα είναι πάντα φορτισμένα με θεωρία. Επομένως θεωρία και πείραμα είναι αλληλένδετα, το ένα φωτίζει το άλλο και μαζί συνεισφέρουν στην επιστημονική ανακάλυψη. Αν η θεωρία συγκρούεται με μια παρατήρηση ή ένα πείραμα, δεν υπάρχει καμιά λογική αναγκαιότητα που να επιβάλλει την απόρριψη της θεωρίας και όχι της παρατήρησης.
Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε και κατανοούμε τον κόσμο έχει πολλές φορές αλλάξει στην ιστορία της ανθρωπότητας, και σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις αλλαγές έχει παίξει η επιστήμη. Αν τελικά οι επιστημονικές θεωρίες χρησιμεύουν απλώς στο να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε με κάποιον τρόπο τον κόσμο γύρω μας, οφείλουμε να ρωτήσουμε: πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε έναν
σωστό από έναν λανθασμένο τρόπο; Ή έστω: με τι κριτήρια θα άλλαζε ένας “τρόπος” κατανόησης του κόσμου μας ή η “οπτική” από την οποία τον κατανοούμε; Η μέθοδος της διάψευσης, την οποία, σύμφωνα με τον Πόπερ, μόνο οι πραγματικά επιστημονικές θεωρίες την

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


αντέχουν, δεν μπορεί εύκολα να γενικευτεί, προκειμένου να διαψεύσουμε μια τέτοια οπτική. Πώς είναι δυνατόν να διαψευστεί ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο; Μια οπτική, ένας τρόπος αντίληψης, όσο ζωτικής σημασίας και αν είναι, δεν έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά, ώστε να ελεγχθεί με πειράματα, δεν είναι μετρήσιμος, δεν είναι ούτε επαληθεύσιμος ούτε διαψεύσιμος.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ο Τόμας Κουν, στο βιβλίο του Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων, υποστήριξε ότι η πραγματική επιστήμη χαρακτηρίζεται από τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται ιστορικά. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η εξέλιξη αυτή εμφανίζεται ως διαδοχή περιόδων, στην καθεμιά από τις οποίες κυριαρχεί μία συγκεκριμένη οπτική, ένα επιστημονικό παράδειγμα. Η θεώρηση του Κουν για τη φύση της επιστήμης διαφέρει ριζικά από αυτήν των εμπειριστών του κύκλου της Βιένης. Ο Κουν δεν αντικαθιστά απλώς το κριτήριο της επαλήθευσης ή της διάψευσης με κάποιο άλλο, αλλά υποβαθμίζει τελείως την κανονιστική σημασία των κριτηρίων γενικότερα και της ανάλογης στάσης μας απέναντι στην επιστήμη: τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τη φύση της επιστήμης δεν μπορεί να προκύπτουν μόνο από την κρίση μας για το ποια πρέπει αυτά να είναι. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πώς πραγματικά ασκείται η επιστήμη σήμερα, αλλά και στο παρελθόν. Τότε αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος, ο σωστός, για να ασκείται η επιστήμη.
Η “διάγνωση” λοιπόν του Κουν για τη φύση της επιστήμης, του ιδιαίτερου δηλαδή χαρακτήρα της, που την κάνει να
ξεχωρίζει από άλλες θεωρήσεις του ανθρώπου, είναι βασικά περιγραφική και προκύπτει από την ιστορική παρατήρηση. Ο Κουν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι την ιστορία της επιστήμης χαρακτηρίζει μια εναλλαγή επιστημονικών προτύπων, των “παραδειγμάτων” (paradigms). Τα παραδείγματα αυτά, όπως θα δούμε και παρακάτω, δεν είναι πραγματικά συγκρίσιμα, γι’ αυτό και τα ονομάζει “ασύμμετρα”. Η κυρίαρχη θεωρία- πρότυπο (στηριζόμενη από μια ευρύτερη, αποδεκτή από τους επιστήμονες οπτική) κάποτε εξαντλεί, μέσα από μια διαδικασία συνεχούς εφαρμογής της, τον όγκο της πληροφορίας που είναι σε θέση αβίαστα να μας παρέχει για τον φυσικό μας κόσμο. Το σημείο της “εξάντλησης” των δυνατών εφαρμογών της κυρίαρχης θεωρίας δεν είναι προβλέψιμο, απλώς αρχίζει να διαγράφεται στον ορίζοντα όταν κάποιο “νέο φαινόμενο” αντιστέκεται επίμονα στις ερμηνείες που, όπως είπαμε, “αβίαστα” μπορεί να παραγάγει. Αν, λόγου χάριν, το φως κινούνταν στο απόλυτο κενό του χώρου, τότε η ταχύτητα του φωτός θα ήταν μάλλον διαφορετική, προς την κατεύθυνση της τροχιάς της Γης, παρά το αντίθετο (όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη δική μας ταχύτητα όταν περπατάμε προς ή αντίθετα με το τρένο στο οποίο ταξιδεύουμε). Όλες όμως οι μετρήσεις αντιστάθηκαν επίμονα στο να καταδείξουν μια τέτοια διαφορά. Η “εξάντληση” της κυρίαρχης νευτώνειας φυσικής άρχισε τότε να διαγράφεται στον ορίζοντα. Ωστόσο, η αντικατάστασή της δεν ήταν θέμα κάποιας απλής τυπικής διάψευσης, όπως θα επιθυμούσε ο Πόπερ. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει ο Κουν, η αντίσταση ενός φαινομένου να υποκύψει στις ερμηνείες ρου-

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


τίνας που παρέχει η κυρίαρχη θεωρία προκαλεί κρίση στον χώρο της επιστήμης. Η παράταση της κρίσης οδηγεί στη σύλληψη νέων ιδεών, δηλαδή στην επανάσταση, και μόνο η τυχόν επικράτηση της επανάστασης σφραγίζει τελικά την αντικατάσταση της παλαιάς με μια νέα κυρίαρχη θεωρία-οπτική (ή “παράδειγμα”). Στην πραγματικότητα, η αντικατάσταση της μίας θεωρίας από την άλλη ολοκληρώνεται με την αποθάρρυνση των ερευνητών να συνεχίσουν να ερευνούν προς την κατεύθυνση του παλαιού σχήματος ή της παλαιάς θεωρίας.
Κατά τον Κουν, όταν μετά από μια επιστημονική επανάσταση ένα παλαιό “παράδειγμα” αντικαθίσταται από ένα νέο, το νέο “παράδειγμα” δεν έχει κοινό μέτρο με το παλαιό, γι’ αυτό η σύγκριση μεταξύ τους γίνεται προβληματική. Όλα έχουν αλλάξει: θεωρίες, νοήματα, κατανόηση του κόσμου. Έτσι, η επιστήμη εξελίσσεται μη συσσωρευτικά, αλλά με ριζικές αλλαγές.

2. Επιστημονικά προγράμματα και συμβατότητα θεωριών
Οι αντιδράσεις στο σχήμα του Κουν ήταν ποικίλες. Η νέα θεώρηση αντιμετωπίστηκε με ενθουσιασμό από πολλούς, οι οποίοι άρχισαν να “αναγνωρίζουν” με σχετική ευκολία τη διαδοχή των φάσεων κρίση- επανάσταση- αντικατάσταση και εκτός φυσικής. Αντιμετωπίστηκε όμως με μεγάλη επιφύλαξη και δυσφορία από όσους έβλεπαν να υπονομεύονται, μέσω αυτής της ιστορικοκοινωνικής προσέγγισης, η ορθολογικότητα και η αντικειμενικότητα της επιστήμης. Η “υπονόμευση” αυτή οφειλόταν κυρίως στην απουσία κριτηρίων σύγκρισης των κατά περιόδους κυρίαρχων θεωριών (των “παραδειγμάτων”). Γιατί η

φυσική του Νεύτωνα να είναι “καλύτερη” από τη φυσική του Αριστοτέλη; Το κριτήριο της σύγκρισης όσον αφορά την ακρίβεια με την οποία η εκάστοτε κυρίαρχη θεωρία- οπτική περιέγραφε τον κόσμο δεν ήταν ένα απλό ζήτημα, εφόσον, σύμφωνα με τον Κουν, όροι όπως “ύλη”, “κίνηση”, “μάζα”, “ενέργεια”, “χρόνος” κτλ. άλλαζαν νόημα μαζί με την αλλαγή της κυρίαρχης οπτικής.
Αξίζει να αναφέρουμε δύο ακόμη από τους πρωταγωνιστές της έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των φιλοσόφων της επιστήμης εκείνη την περίοδο, τον Ίμρε Λάκατος και τον Πολ Φεγεράμπεντ. Ο πρώτος, στη μονογραφία του Η μεθοδολογία των επιστημονικών προγραμμάτων έρευνας, υποστήριξε στην ουσία μια “μέση οδό” μεταξύ Πόπερ και Κουν. Για τον Λάκατος ένα επιστημονικό πρόγραμμα έρευνας έχει διάρκεια, κρίνεται σε έκταση χρόνου -και όχι με τη στιγμιαία αυστηρότητα του Πόπερ- είναι το αντίστοιχο της “οπτικής” (ή του “παραδείγματος”) του Κουν. Σε αντίθεση όμως με την “κοινωνική φύση” της οπτικής (ή του “παραδείγματος”) του Κουν, το επιστημονικό πρόγραμμα έρευνας έχει μια αυστηρή ορθολογική συνοχή, που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε επαρκώς την ποπερική διάψευση, αλλά και να μπορούμε να συγκρίνουμε διάφορα προγράμματα ή θεωρίες.
Αμφιλεγόμενες αντιδράσεις προκάλεσε και το βιβλίο του Φεγεράμπεντ Ενάντια στη μέθοδο, κυρίως λόγω τίτλου και ύφους. Το έργο του Φεγεράμπεντ όμως, ανεξάρτητα από τις επιφανειακές ερμηνείες που προκάλεσε ως προς τον μεθοδολογικό αναρχισμό που διακήρυξε, έθιξε σε μεγαλύτερο βάθος από το έργο του Κουν το σοβαρό πρόβλημα της σύγκρισης των επιστη-

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


μονικών θεωριών. Το πρόβλημα αυτό οφείλεται στις πραγματικές, αλλά και ταυτόχρονα απαρατήρητες μετατοπίσεις του νοήματος των όρων με τους οποίους διατυπώνονται οι διάφορες οπτικές μας για τον κόσμο, ακόμη και μέσα στην ίδια την κυρίαρχη θεωρία σε διαφορετικές φάσεις και σε διαφορετικά επίπεδα εφαρμογών της. Λόγω αυτής της ασυμβατότητας (ή ασυμμετρίας) του νοήματος των επιστημονικών όρων γενικώς -και όχι μόνο όσων εμφανίζονται σε διαφορετικές οπτικές (ή σε επιστημονικά μοντέλα) τύπου Κουν- ο Φεγεράμπεντ προτείνει ουσιαστικά την αντικατάσταση αποστεωμένων μεθόδων με τον άμεσο διάλογο εντός της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας. Για τον Φεγεράμπεντ ο διάλογος ανασυγκροτεί το νόημα των επιστημονικών όρων προς μια κατεύθυνση ομογενοποίησής τους. Έτσι, μέσω αυτού του διαλόγου, θεωρεί ότι επιλύεται βασικά το πρόβλημα της ασυμβατότητας του νοήματος και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις πραγματικής σύγκρισης των θεωριών. Μόνο μετά από πραγματικές συγκρίσεις θα μπορούσαμε εξάλλου να κατανοήσουμε διαψεύσεις τύπου Πόπερ, αλλά και την έννοια της επιστημονικής προόδου. Χαρακτηριστικό του βιβλίου του Φεγεράμπεντ είναι οι εκτεταμένες αναφορές στους διαλόγους του Γαλιλαίου, με τους οποίους ο μεγάλος αυτός επιστήμονας και φιλόσοφος κατάφερε να ανατρέψει το κατηγορητήριο της Ιεράς Εξέτασης ΚΕΙΜΕΝΑ

1. “Αντίθετα με ορισμένους φιλοσόφους της επιστήμης, άρχισα ως ιστορικός της επιστήμης να εξετάζω ακριβέστερα τα γεγονότα της επιστημονικής ζωής. Έχοντας ανακαλύψει ότι η επιστημονική συμπεριφορά -και μάλιστα εκείνη των μεγαλύτερων επιστημόνων- παραβίαζε σε έναν μεγάλο βαθμό επανειλημμένα αποδεκτούς μεθοδολογικούς κανόνες, αναρωτήθηκα γιατί οι παραβιάσεις αυτές δεν εμπόδισαν, καθώς φαίνεται, την επιτυχία του επιστημονικού εγχειρήματος. Όταν αργότερα ανακάλυψα ότι μια διαφορετική αντίληψη για τη φύση της επιστήμης μεταμόρφωσε αυτό που πρωτύτερα φαινόταν ως παράτυπη συμπεριφορά σε ουσιαστικό στοιχείο εξήγησης της επιτυχίας της επιστήμης, η ανακάλυψη αυτή υπήρξε η πηγή της πεποίθησής μου ότι βρίσκομαι στον σωστό δρόμο”.
(Th.S. Kuhn, “Reflections on my Critics”, στο I. Lakatos - A. Musgrave (eds.), Criticism and Growth of Knowledge, Cambridge, 1970, σ. 236-237)

2. “Είναι μια ακολουθία θεωριών και όχι μια δεδομένη θεωρία που κρίνεται επιστημονική ή ψευδοεπιστημονική. Τα μέλη αυτών των σειρών θεωριών είναι συνήθως συνδεδεμένα με μιαν αξιοσημείωτη συνέχεια, η οποία μετατρέπει αυτές τις σειρές σε ερευνητικά προγράμματα”.
(I. Lakatos, “Falsification and the Methodology of Scientific Research Programms”, στο I. Lacatos - A. Musgrave (eds.), Criticism and the Growth of Knowledge, Cambridge 1970, σ. 132)

3. “Στη γνώση και στην επιστήμη όλες οι ιδέες, οσοδήποτε παλιές ή απαρχαιωμέ-

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


νες, ευτελείς και τετριμμένες, προκαταλήψεις μύθοι και φαντασιώσεις κάθε είδους, μπορούν να συμβάλουν κάποια στιγμή στην προώθηση των ανθρώπινων προβλημάτων. Αν αυτό συμβαίνει, δεν έχει νόημα να μένουμε προσηλωμένοι σε διακρίσεις όπως μύθος και λόγος, επιστήμη και μη επιστήμη. Η γνώση φαίνεται να παράγεται και να καλλιεργείται μέσα από ένα πολύπλοκο πλέγμα ποικίλων ιδεών, όπου το επιχείρημα αναπτύσσεται σαν παράσιτο του μύθου και ο μύθος σαν παράσιτο του λόγου, και η πιο εξωφρενική θεωρία εμφανίζεται με τη μάσκα της πιο λογικής και μετρημένης αντίληψης των πραγμάτων”.
(Π. Φεγεράμπεντ, Ενάντια στη μέθοδο. Για μια αναρχική θεωρία της γνώσης, μτφρ. Γρ. Καυκαλά, Γ. Γκουνταρούλη, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 80 κ.εξ.)

     
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  
 

1. "Θεωρία χωρίς πείραμα είναι κενή. Πείραμα χωρίς θεωρία είναι τυφλό". Τι σημαίνει αυτή η άποψη; Είναι πάντα σωστή;

2. Λέγεται ότι μια κοινωνική και πολιτική επανάσταση δημιουργεί το δικό της δίκαιο. Ισχύει κάτι τέτοιο και για μια επιστημονική επανάσταση;

3. Νομίζετε ότι η σύγχρονη φυσική επιστήμη είναι καλύτερη από αυτήν του Αριστοτέλη; Γιατί;

4. Να συσχετίσετε τις θεωρίες των Κουν, Λάκατος και Φεγεράμπεντ ως προς την έννοια της επιστημονικής προόδου.


pic410
Χόπερ, Η Γέφυρα Κουίνσμπορο. Αυτός ο πίνακας που φιλοτεχνήθηκε το 1913 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, στο Μουσείο Χουίτνεϊ της Αμερικανικής Τέχνης. Η γέφυρα γίνεται η ολοκληρωμένη απεικόνιση της δύναμης την οποία κατέχει ένα "τεχνολογικό μνημείο".Όπως και άλλοι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι στην Ευρώπη, ο Χόπερ σ' αυτό το έργο φαίνεται να αναζητεί την ισορροπία μεταξύ της τεχνολογικής προόδου και του βασιλείου των αναμνήσεων και της φύσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


1. Η φιλοσοφία της τεχνολογίας
Παρ’ όλο που η φιλοσοφία της επιστήμης είναι από παλιά ένας καταξιωμένος κλάδος της φιλοσοφίας, μόνο τις τελευταίες δεκαετίες το φαινόμενο της τεχνολογίας έχει αρχίσει να εξετάζεται συστηματικά από φιλοσοφική σκοπιά. Πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η μόνη παράδοση που έδωσε κάποια σημασία στην τεχνολογία ως θεωρητικό πρόβλημα ήταν η μαρξιστική. Ήδη μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες κυριαρχούσε η αντίληψη της επικράτησης του ανθρώπου πάνω στη φύση και της αισιόδοξης ιδέας περί “προόδου”, η οποία φαινόταν να επιβεβαιώνεται από τη συνεχή τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη.
καχυποψίας απέναντι στη σύγχρονη τεχνολογία. Είναι πλέον φανερή η αντίθεση ανάμεσα στην κλασική ιδέα της συνεχούς "προόδου" και στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν όρια στην ανάπτυξη. Ο ίδιος τύπος της βασισμένης στην επιστήμη τεχνολογίας, που υμνήθηκε σαν σωτήρας και ελευθερωτής του ανθρώπου, θεωρείται σήμερα από πολλούς ο αποδιοπομπαίος τράγος όλων των δεινών της ανθρωπότητας.
Πέρα όμως από τα οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά προβλήματα που προκαλεί η τεχνολογία, φέρνει στο φως και μια σειρά από φιλοσοφικά ερωτήματα. Μερικά από αυτά είναι: Ποια είναι η σχέση της τεχνολογίας με την επιστήμη; Είναι η τεχνολογία ένα αυτόνομο φαινόμενο που
Συγχρόνως η τεχνολογία θεωρούνταν “τεχνική” και επομένως κατώτερη πνευματική δραστηριότητα, που δεν άξιζε να γίνει αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας. Η φιλοσοφία, από την άλλη, ασχολούμενη με καθαρά θεωρητική σκέψη, ήταν αντίθετη σε κάθε είδους πρακτική τεχνολογική δραστηριότητα, η οποία βασιζόταν σε διαισθητικούς κανόνες κατασκευής.
Σήμερα οι αντιλήψεις αυτές έχουν ριζικά αμφισβητηθεί. Προβλήματα όπως το οικολογικό, τα πυρηνικά όπλα, η εξάντληση των φυσικών πόρων της Γης και άλλα έχουν αρχίσει να προκαλούν αβεβαιότητα για το μέλλον και ένα κλίμα
pic411
Τσάρλς Ντέμουτ, Η Αίγυπτος μου, 1927, Νέα Υόρκη, Μουσείο Χουίτνεϊ της Αμερικανικής Τέχνης. Σ' αυτόν τον ιεροπρεπή πίνακα, ο Ντέμουτ επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα σύγκριση της αμερικανικής βιομηχανίας με τις μεγάλες αιγυπτιακές πυραμίδες.
καθορίζει τις κοινωνικές εξελίξεις ή, ως ανθρώπινο δημιούργημα, είναι πλήρως ελέγξιμη; Είναι ουδέτερη ή η φύση της προσδιορίζεται από το σύστημα των κοινωνικών αξιών μας; Για να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα, χρειαζόμαστε βαθύτερη κατανόηση της φύσης της τεχνολογίας.

2. Επιστήμη και τεχνολογία
Ας προσπαθήσουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε τη διάκριση ανάμεσα στο τεχνητό και στο φυσικό. Κάθε τεχνητό αντικείμενο αποτελεί ανθρώπινη κατασκευή, ενώ το φυσικό υπάρχει, ανε

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


ξάρτητα από εμάς, στη φύση. Έτσι, το κατασκεύασμα είναι μια δημιουργία, αποτέλεσμα της υλοποίησης ενός σχεδίου. Επομένως πίσω από καθετί το τεχνητό υπάρχει μια βούληση και ένας σκοπός. Το τεχνητό αντικείμενο είναι πάντα ένα μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού ή για την κάλυψη κάποιας ανθρώπινης ανάγκης.
Στην τεχνολογία ξεκινάμε από έναν σκοπό (π.χ. την εκπλήρωση κάποιας ανάγκης) και στη συνέχεια αναζητούμε τα μέσα για την εκπλήρωσή του. Το τεχνητό αντικείμενο είναι κατ’ αρχάς μια ιδέα, ένα σχεδίασμα, μια περιγραφή του επιθυμητού πράγματος, η οποία βρίσκεται μόνο στο ανθρώπινο μυαλό. Αργότερα, με την κατασκευή, η ιδέα αυτή παίρνει σάρκα και οστά, γίνεται μια πραγματικότητα. Στην τεχνολογία λοιπόν η γνώση του αντικειμένου προηγείται της ύπαρξής του. Η πορεία ενός τεχνητού αντικειμένου είναι: περιγραφή, σχεδιασμός, υλοποίηση. Στην τεχνολογία
κόσμου των φυσικών αντικειμένων προηγείται, ενώ η περιγραφή και η γνώση μας γι’ αυτήν έπονται. Το κριτήριο εδώ είναι η αλήθεια. Αν η περιγραφή μας ταιριάζει με την πραγματικότητα, τότε η περιγραφή θεωρείται αληθής. Στην επιστήμη λοιπόν ξεκινάμε από την πραγματικότητα και συνεχίζουμε στην περιγραφή και τη γνώση της πραγματικότητας. Έτσι, στη φυσική επιστήμη η εύρεση της αλήθειας επιτυγχάνεται μέσω μιας διαδικασίας ανακάλυψης, ενώ στην τεχνολογία η δημιουργία νέων αντικειμένων γίνεται μέσω εφευρέσεων.
Βέβαια, στη σύγχρονη εποχή η επιστήμη και η τεχνολογία βρίσκονται σε μια τόσο στενή αλληλεξάρτηση, που θεωρούνται οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει τεχνολογία χωρίς επιστήμη ούτε επιστήμη χωρίς τεχνολογία. Η σύγχρονη φυσική επιστήμη στηρίζεται όλο και λιγότερο στην παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου, τον
δεν μπορούμε να μιλάμε για αλήθεια. Ένα τεχνητό αντικείμενο είναι καλά ή άσχημα φτιαγμένο ή, αλλιώς, εξυπηρετεί ή δεν εξυπηρετεί σωστά (ως μέσο) τον σκοπό για τον οποίο φτιάχτηκε. Το κριτήριο επομένως στην τεχνολογία δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αποτελεσματικότητα (το κατά πόσο το τεχνητό μέσο εξυπηρετεί πράγματι με τον καλύτερο κατά το δυνατόν τρόπο τον σκοπό) και η εγκυρότητα (το κατά πόσο η περιγραφή ή το σχεδίασμα ταιριάζει με το αντικείμενο που κατασκευάσαμε).
Στις φυσικές επιστήμες,αντίθετα, η πραγματικότητα του
pic412
Ντυσάν, Ρόδα Ποδηλάτου, 1913, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέας Υόρκης. Στο ready- made, το "ήδη έτοιμο" ανυψώνεται στη θέση του έργου τέχνης^ οποιοδήποτε αντικείμενο, ακόμη και το πιο τετριμμένο και καθημερινό, και πιο ειδικά, το τεχνολογικό επίτευγμα ανάγεται σε τέχνη.
οποίο αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Τα σύγχρονα πειράματα διεξάγονται με πολύ εξελιγμένα μηχανήματα και αποτελούν μια δημιουργία ειδικών τεχνητών συνθηκών, προσδιορισμένων εκ των προτέρων. Ο σχεδιασμός του πειράματος προηγείται της διεξαγωγής του, όπως στην τεχνολογία ο σχεδιασμός του τεχνητού αντικειμένου προηγείται της υλοποίησής του. To αποτέλεσμα του πειράματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο σχεδιασμού του. Αυτό όμως σημαίνει ότι αποτελεί μια προέκταση της βούλησής μας και του εννοιολογικού μας μηχανισμού πάνω στη φύση. Ειδικά μετά τον Χάιζεμπεργκ η

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


αντίληψη του αντικειμενικού παρατηρητή της φύσης έχει γίνει τελείως προβληματική. Επιπλέον, έννοιες της σύγχρονης φυσικής των σωματιδίων, όπως των νετρίνων και των κουάρκς, δεν είναι βέβαιο ότι έχουν εμπειρικό περιεχόμενο και είναι μάλλον εννοιολογικές εφευρέσεις παρά οντότητες που ανακαλύπτει κάποιος στη φύση. Επομένως η σύγχρονη επιστήμη φαίνεται να παρουσιάζει τώρα χαρακτηριστικά της τεχνολογίας.

3. Τεχνολογία και αξίες

Αν η τεχνολογία καθορίζεται, όπως είπαμε, από ανθρώπινους σκοπούς, τότε δε θα πρέπει να μιλάμε γι’ αυτή σαν κάτι ουδέτερο ή ανεξάρτητο από αξίες, ηθικά κριτήρια ή συμφέροντα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει την κοινωνία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Η ιδέα της ουδετερότητας της τεχνολογίας είναι άλλος ένας μύθος που στις μέρες μας έχει ήδη καταρριφθεί. Κρίσεις σχετιζόμενες με αξίες υπεισέρχονται υποχρεωτικά στην υποτιθέμενη ουδέτερη διαδικασία της τεχνολογίας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η χρηματοδότηση της τεχνολογικής έρευνας γίνεται από οργανωμένα οικονομικά, πολιτικά και άλλα συμφέροντα, που προκαθορίζουν τον προσανατολισμό της έρευνας. Για να αποτιμήσουμε λοιπόν σωστά την τεχνολογία και για να την οδηγήσουμε προς επιθυμητές κατευθύνσεις, είναι ανάγκη να την εντάξουμε σε ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, προσπαθώντας να προβλέψουμε όλα τα πιθανά αποτελέσματά της. Από αυτή την άποψη είναι σημαντική η ευθύνη όχι μόνο των τεχνολόγων και αυτών που χρηματοδοτούν την τεχνολογική έρευνα, αλλά και όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των επιστημόνων των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, που είναι αποδεδειγμένα οι πιο κατάλληλοι για μια αποτίμηση της τεχνολογίας.

ΚΕΙΜΕΝΑ

1. "Σε πολλές περιπτώσεις η φύση παράγει αποτελέσματα αντίθετα προς το συμφέρον μας. Γιατί η φύση ενεργεί πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και απλά, ενώ αυτό που μας είναι χρήσιμο μεταβάλλεται με πολλούς τρόπους. Όταν λοιπόν επιδιώκουμε να κάνουμε κάτι αντίθετο προς τη φύση, βρισκόμαστε σε αμηχανία για τη δυσκολία του και απαιτείται τέχνη. Γι' αυτό και αποκαλούμε αυτό το αντικείμενο της τέχνης που μας βοηθά σε τέτοιες δυσκολίες μηχανή (τέχνασμα)". (Αριστοτέλης, Μηχανικά, 847a14-19)


2. "Η φιλοσοφία της τεχνολογίας ασχολείται με αυτό που αποκαλούμε ερωτήσεις δεύτερης τάξης. Για παράδειγμα, η τεχνολογική πρακτική καθορίζεται από πρώτης τάξης ερωτήσεις σαν τις παρακάτω: Ποια είναι τα καλύτερα υλικά, για να κατασκευάσουμε αυτό το αντικείμενο; Ποια είναι η πιο αποτελεσματική διαδικασία, για να παραγάγουμε αυτό το προϊόν ή για να έχουμε αυτό το επιθυμητό αποτέλεσμα; Πώς πρέπει να συνδυαστούν υλικά και ενέργεια, για να πραγματοποιηθεί αυτή η νέα εφεύρεση; Αντίθετα, η φιλοσοφία της τεχνολογίας ασχολείται με δεύτερης τάξης θεωρητικές ερωτήσεις σαν τις παρακάτω: Είναι η τεχνολογία απλώς εφαρμοσμένη επιστήμη; Ποιο είναι το νόημα της τεχνολογικής αποτελεσματικότητας και σε τι διαφέρει από την αποτελεσματικότητα στην οικονομία; Ποια είναι η σχέση μεταξύ μηχανικής και εφευρέσεων;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


Αυτές οι ερωτήσεις δεύτερης τάξης εμφανίζουν προβλήματα σχετικά με τη φύση και την έννοια της τεχνολογίας, προβλήματα με τα οποία δεν ασχολείται η ίδια η τεχνολογία.[…] Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να χαρακτηρίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στις τεχνολογικές και τις φιλοσοφικές ερωτήσεις θα ήταν να πούμε ότι οι πρώτες περιορίζονται σε εμπειρικά ζητήματα, ενώ οι δεύτερες όχι".
(Karl Mitcham και Robert Mackey, Philosophy and Technology [Φιλοσοφία και τεχνολογία], New York 1972, σ. 1)

3. "Όσον αφορά λοιπόν τις τέχνες, είμαστε εμείς που κατασκευάζουμε τα αντικείμενα για τον συγκεκριμένο σκοπό μας, ενώ τα φυσικά αντικείμενα προϋπάρχουν".
(Αριστοτέλης, Φυσικά, 194b6-8)

4. "Πολλές συζητήσεις τέτοιων προβλημάτων [π.χ. ρύπανση νερών, ασθένειες από τη βιομηχανική δραστηριότητα, κυκλοφοριακό χάος στις πόλεις κτλ.] θεωρούν δεδομένη τη συχνά αναφερόμενη ως θεωρία "χρήσηςκατάχρησης" των κοινωνικών λειτουργιών της τεχνολογίας. Με άλλα λόγια, υπονοούν ότι τα κοινωνικά προβλήματα που συνδέονται με την τεχνολογία πηγάζουν από τις χρήσεις για τις οποίες τίθεται η τεχνολογία και όχι από την ίδια την τεχνολογία, που είναι ηθικά άμεμπτη. Προβλήματα όπως τα παραπάνω θεωρούνται είτε ως τα αποτελέσματα -από πρόθεση και συχνά συνειδητά καταστρεπτικά- των προσπαθειών ενός ατόμου ή μιας ομάδας να επιβάλουν τη θέλησή τους σε κάποια άλλη είτε ως εντελώς συμπτωματικές παρενέργειες τη

οικονομικής ή πολιτικής λειτουργίας. [...] Ελπίζω να δείξω τους λόγους γιατί αυτό το μοντέλο είναι ανεπαρκές να ερμηνεύσει την πραγματική φύση του ρόλου της τεχνολογίας στην κοινωνία. Στη θέση του προτείνω πως πρέπει να βλέπουμε την ίδια την τεχνολογία ως μέρος της πολιτικής λειτουργίας -ακόμα κι αν οι μεμονωμένες μηχανές μπορεί να παίζουν έναν ουδέτερο ρόλο σ' αυτή τη λειτουργία- και, κατά συνέπεια, πως τα προβλήματα που συνδέονται μαζί της προέρχονται τόσο από τη φύση της τεχνολογίας όσο και από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται".
(Ντ. Ντίκσον, Εναλλακτική τεχνολογία, μτφρ. Δ. Παντελίδης, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1985, σ.18-19)

     
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  
  1. Νομίζετε ότι στη σύγχρονη εποχή δεν υπάρχει πλέον διάκριση επιστήμης και τεχνολογίας, αλλά έχουμε μόνο εφαρμοσμένη επιστήμη;
2. Σε τι διαφέρει κατά τη γνώμη σας το φυσικό από το τεχνητό αντικείμενο;
3. Είναι η τεχνολογία ηθικά "ουδέτερη"; Πριν απαντήσετε, ανατρέξτε σε παραδείγματα όπως η ατομική βόμβα, τα απορρυπαντικά, η βιομηχανία καλλυντικών, τα φάρμακα, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες, οι πύραυλοι, οι γενετικές μεταλλάξεις κτλ.
4. Να συζητήσετε το ακόλουθο θέμα: Πώς είναι δυνατόν να συνδυαστεί η ελευθερία του επιστήμονα με την ανάγκη ελέγχου κάποιων επιστημονικών και τεχνικών δημιουργημάτων βλαπτικών για τον άνθρωπο;
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


- Η επιστήμη παρέχει έγκυρη γνώση για τον φυσικό κόσμο και δίνει τη δυνατότητα επέμβασης στη φύση σύμφωνα με τις ανάγκες μας και μέσω της τεχνολογίας. Η φιλοσοφία της επιστήμης είναι μια δραστηριότητα ελέγχου και κριτικής της επιστημονικής γνώσης, των θεμελίων της και της αξίας της για τον άνθρωπο. Οι επιστήμες γεννήθηκαν μέσα από τη φιλοσοφία και αυτονομήθηκαν σταδιακά, όταν βρήκαν δικές τους μεθόδους παροχής έγκυρης γνώσης.

- Η επιστημονική γνώση θεωρείται η κατ' εξοχήν γνώση και υπόδειγμα για κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. Σήμερα έχουμε πάρα πολλές "επιστήμες", αλλά είναι αμφίβολο πόσο έγκυρη είναι η γνώση που δίνουν πολλές από αυτές.

- Η επιστημονική έρευνα στηρίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. Η πειραματική διαδικασία πρέπει να είναι σαφής και να ανάγει όλα τα στοιχεία της σε απλές αισθητηριακές παρατηρήσεις. Το πρόβλημα του κατά πόσο μπορούμε να επαληθεύσουμε τις φυσικές θεωρίες ή νόμους έχει προκαλέσει πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις και διχογνωμίες. Η κλασική αντίληψη περί επαγωγικής γενίκευσης και εξαγωγής νόμων από σειρά πειραμάτων ή παρατηρήσεων έχει αμφισβητηθεί ήδη από πολύ παλιά (Χιουμ).

- Ο Πόπερ πρότεινε να μη μιλάμε για επαλήθευση αλλά για διάψευση θεωριών. Όσο μια θεωρία δεν μπορεί να διαψευστεί, θεωρείται έγκυρη. Αν όμως βρεθεί κάποιο πείραμα ή κάποια παρατήρηση που να τη διαψεύδει, τότε καταρρέει και αντικαθίσταται από άλλη. Η επιστήμη προοδεύει μέσω διαψεύσεων.

- Σήμερα έχει γίνει κατανοητό ότι κάθε πείραμα προϋποθέτει μια θεωρία. Δεν υπάρχουν "ουδέτερα" πειράματα που να επιβεβαιώνουν ή να διαψεύδουν θεωρίες. Νεότεροι ερευνητές έχουν προτείνει άλλες αντιλήψεις για την εξέλιξη της επιστήμης, που λαμβάνουν υπόψη τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Ο Κουν μίλησε για μοντέλα ή "παραδείγματα" επιστήμης που είναι ασύμβατα μεταξύ τους, ενώ η ανατροπή του ενός από το άλλο δεν οφείλεται σε καθαρά "επιστημονικούς" λόγους. Άλλες πάλι "σφαιρικές" αντιλήψεις προτάθηκαν από τον Λάκατος και τον Φεγεράμπεντ.

- Σήμερα η επιστήμη είναι στενά συνδεδεμένη με την τεχνολογία. Επιστήμη και τεχνολογία αλληλοτροφοδοτούνται και οι διαφορές της μίας από την άλλη γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτες. Η εξάρτηση της κοινωνίας μας από την τεχνολογία επιβάλλει την ανάγκη μιας "φιλοσοφίας της τεχνολογίας". Η τεχνολογία αποτελεί ανθρώπινη πράξη και διαποτίζεται από τις αξίες της κοινωνίας και τους σκοπούς της.