Αρχές Οικονομίας (Α Γενικού Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή
6.5. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ 6.7. ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ: ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΚΑΙ ΤΟΚΟΣ Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: ΤΟ ΧΡΗΜΑ

6.6 ΕΙΔΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ

Ο ι εμπορικές τράπεζες δέχονται καταθέσεις από ιδιώτες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιους οργανισμούς κ.τ.λ. Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες καταθέσεων:

  • Οι καταθέσεις όψεως, που διακινούνται συχνά με ατομικές επιταγές.
  • Οι καταθέσεις ταμιευτηρίου, που είναι η συνηθέστερη μορφή λογαριασμού και επιτρέπει την κατάθεση χρημάτων ή την ανάληψη, όποτε ο ενδιαφερόμενος το επιθυμεί.
  • Οι καταθέσεις προθεσμίας, που είναι μια μορφή κατάθεσης με χρονικό περιορισμό. Δηλαδή, ο καταθέτης μπορεί να αποσύρει τα χρήματα που έχει καταθέσει ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Αν τα αποσύρει νωρίτερα, χάνει ένα τμήμα του τόκου

Οι εμπορικές τράπεζες για να σωρεύουν καταθέσεις πληρώνουν στους καταθέτες μια αμοιβή, τον τόκο. Το επιτόκιο είναι το ποσό του τόκον, για κάθε 100 Ευρώ που κατατίθενται για ένα ημερολογιακό έτος.

εικόνα

Λόγου χάρη, επιτόκιο 10% σημαίνει ότι μετά από ένα χρόνο ο καταθέτης θα πάρει από την τράπεζα εκτός του αρχικού ποσού και 10 € επιπλέον για κάθε εκατό € που έχει καταθέσει. Οι καταθέτες ενδιαφέρονται να καταθέσουν τα χρήματά τους στις τράπεζες που δίνουν υψηλότερο επιτόκιο και γι’ αυτό συχνά οι τράπεζες ανακοινώνουν με διαφημίσεις τα επιτόκια καταθέσεων.

Τα επιτόκια διαφέρουν ανάλογα με το είδος των καταθέσεων. Τα υψηλότερα επιτόκια έχουν οι καταθέσεις προθεσμίας, ενώ τα χαμηλότερα οι καταθέσεις όψεως. Αυτό οφειλεται στο γεγονός ότι με τις καταθέσεις όψεως γίνονται πολύ συχνά συναλλαγές, που σημαίνει κόστος για την τράπεζα (απασχόληση υπαλλήλων, μηχανημάτων, κόστος επικοινωνίας κ.τ.λ.).

Οι τράπεζες χορηγούν δάνεια είτε προς τους ιδιώτες είτε προς το κράτος. Τα δάνεια των τραπεζών προς τους ιδιώτες διακρίνονται σε δάνεια προς τις επιχειρήσεις και σε δάνεια προς τους καταναλωτές.

α) Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις σκοπεύουν στην ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας των επιχειρήσεων και στη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δράσης τους με

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: ΤΟ ΧΡΗΜΑ

τη διάθεση στις επιχειρήσεις χρηματικών πόρων που δεν ανήκουν στην επιχείρηση. Τα δάνεια αυτά προορίζονται είτε για επενδυτικούς ατόχους (αγορά οικοπέδων, κτιρίων, μηχανημάτων κ.τ.λ.) είτε για την κάλυψη βραχυχρόνιων υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.

Ορισμένες εμπορικές τράπεζες εξειδικεύονται σε μεγάλο βαθμό στη χορήγηση δανείων προς επιχειρήσεις που ανήκουν σε συγκεκριμένους κλάδους παραγωγής. Η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδας εξειδικεύεται στη χορήγηση δανείων προς τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τη μεταποιητική βιομηχανία τροφίμων. Η Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ) χορηγεί δάνεια προς τις επιχειρήσεις του δευτερογενούς τομέα με σκοπό την αύξηση των επενδύσεων στον τομέα αυτόν.

β) Τα δάνεια που χορηγούν οι Τράπεζες στους καταναλωτές διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: Στα στεγαστικά δάνεια, τα οποία χρησιμοποιούνται, για την αγορά οικοπέδου, σπιτιού ή για το κτίσιμο νέας κατοικίας, και στα καταναλωτικά δάνεια, τα οποία χρησιμοποιούνται για την αγορά επίπλων, συσκευών ή άλλων καταναλωτικών ειδών. Ένα είδος καταναλωτικού δανείου είναι και το δάνειο για την αγορά αυτοκινήτου.

Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες καταναλωτές επιβαρύνονται με επιτόκιο που διαφέρει ανάλογα με το δάνειο. Τα καταναλωτικά δάνεια και τα δάνεια για την αντιμετώπιση των βραχυχρόνιων υποχρεώσεων των επιχειρήσεων έχουν συνήθως μικρή διάρκεια (ένα ή δύο χρόνια) και υψηλό επιτόκιο. Τα δάνεια για επενδύσεις των επιχειρήσεων και τα στεγαστικά δάνεια είναι μεγαλύτερης διάρκειας (πέντε έως δεκαπέντε χρόνια) και επιβαρύνονται με μικρότερο επιτόκιο.

γ) Οι Τράπεζες δανείζουν επίσης το κράτος, για να καλύψει τη διαφορά που παρουσιάζεται μεταξύ δημοσίων εσόδων και δημοσίων δαπανών. Τα δάνεια προς το κράτος συνήθως γίνονται με την αγορά ομολόγων, δηλαδή τίτλων χρεογράφων που εκδίδει το κράτος για ένα αναγραφόμενο ονομαστικό ποσό (π.χ.,

εικόνα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: ΤΟ ΧΡΗΜΑ

10.000 ευρώ). Κάθε ομόλογο έχει και την ημερομηνία εξόφλησης του, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος του ομολόγου πρέπει να το εξαργυρώσει στην ονομαστική του τιμή (δηλαδή στα 10.000 ευρώ) εισπράττοντας το ποσό αυτό από την Κεντρική Τράπεζα. Το ομόλογο έχει αγοραστεί αρχικά από την Κεντρική Τράπεζα σε χαμηλότερη τιμή (έστω στα 9.000 ευρώ) έτσι ώστε με την τελική εξόφληση να πληρώνονται στον κάτοχο οι τόκοι (1.000 ευρώ με επιτόκιο 11,1% για εξόφληση σε ένα χρόνο στο παράδειγμά μας).