Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Α Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
"Άνθη Ευλαβείας" Εκκλησιαστική ρητορική, Κ. Αιτωλός, "Από τις διδαχές" Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Εκκλησιαστική ρητορική

ΗΛΙΑΣ ΜΗΝΙΑΤΗΣ

«Διδαχαί»  Ηλ. Μηνιάτης, «Διδαχαί» (η έκδοση του 1763 σε ψηφιακή μορφή) [πηγή: Ανέμη - Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κρήτης]

Βασικό γνώρισμα των Διδαχών του Ηλ. Μηνιάτη, που πολύ αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν απ' τους υπόδουλους Έλληνες, είναι η απλότητα στο ύφος και στη γλώσσα. Εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι το ηθικό πρόβλημα, η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου στην καθημερινή του ζωή. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού επιστρατεύει, εκτός απ' τη φιλοσοφική και θεολογική του μόρφωση, και τη ρητορική του τέχνη. Με τα στολίδια του λόγου, τις ηχηρές λέξεις, τα ρητορικά σχήματα, τις εικόνες, τις παραβολές θέλει να συναρπάσει τον ακροατή του. Έτσι συμβάλλει στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής ρητορείας. Ο Βασ. Τατάκης παρατηρεί σχετικά τα εξής: «Έτσι στο Μηνιάτη ανήκει η τιμή, ότι πρώτος αυτός στη νεοελληνική παιδεία παρουσίασε με τρόπο άρτιο το ρητορικό εκκλησιαστικό είδος. Οι λόγοι του αφήνουν την εντύπωση ότι βγαίνουν από τα χέρια ενός τεχνίτη του λόγου, που κατέχει τους κανόνες και κατορθώνει σε ικανό μέτρο να τους τηρεί. Κατασκευάζει επιδέξια τη φράση και προχωρεί με περίσκεψη στη διάρθρωση και ανάπτυξη του λόγου του, προσέχοντας ιδιαίτερα το «αρμόζον» κάθε φορά ύφος. Εδώ μεγαλοπρεπές, αλλού παθητικό, άλλοτε ήρεμο, συχνά κουβεντιαστό, μια ελεύθερη και αβίαστη αναστροφή με το ακροατήριο, πάντα γεμάτο πίστη, παλμό, κίνηση, πάντα ζωηρό και ζωντανό».1 Τη μόρφωσή του όμως και τη ρητορική του τέχνη ο Μηνιάτης θα τη διαθέσει και σ' ένα άλλο σοβαρό σκοπό: στην προκοπή, το φωτισμό του Γένους.

Το απόσπασμα είναι απ' το δεύτερο μέρος της διδαχής «Περί φθόνου».

Περί φθόνου

Ερωτήθη μίαν φοράν ένας σοφός: ποια είναι εκείνα τα μάτια, οπού βλέπουσι καλύτερα; τα μαύρα ή τα γαλανά; των ανδρών ή των γυναικών; των ανθρώπων ή των αλόγων ζώων; Απεκρίθη: τα μάτια οπού βλέπουσι καλύτερα είναι εκείνα των φθονερών διατί βλέπουσι και από μακράν, διατί βλέπουσι και τα μικρότερα πράγματα· διατί βλέπουσι και εκείνα οπού δεν είναι. Ένα μόνον πράγμα δεν βλέπουσι, το καλόν· μάλιστα βλέπουσι και τούτο, μα τότε κλαίουσι και σφαλίζουν τα μάτια τους, διά να μη βλέπουσι.

Κρύψου όσον θέλεις, σφαλίσου, παραμέρισε, ησύχαζε μέσα εις το κελίον σου, φύγε και εις την έρημον, διά να ασκητεύης, σε φθάνουσι τα μάτια του Φθονερού και βλέπουσι τι κάνεις. Έχει κάποια τηλεσκόπια και ξανοίγει πολλά μακράν. Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος, ο πλέα ενάρετος και ο πλέα άγιος, οπού να μην έχη κανένα, ας είναι και παραμικρόν, ελάττωμα; ουδετινάς· ο Θεός μόνος είναι αναμάρτητος, και καθαρός από ρύπου. «Ἃπτεται γάρ, οὐ μόνον τῶν πολλῶν, ἀλλά καί ἀρίστων ὁ μῶμος, ὡς μόνον εἶναι τοῦ  Θεοῦ τό παντελῶς ἂπταιστον, καί  ἀνάλωτον πάθεσιν», λέγει ο θεολόγος. Και τα μικρότερα ελαττώματα βλέπουσι τα μάτια του φθονερού. Υπομένει εκείνα οπού είναι, μα και εκείνα οπού δεν είναι! Ένας τυφλός, περί του οποίου διηγείται ο ιερός Μάρκος, εφέρθη προς τον Χριστόν διά να ιατρευθή· ο Χριστός τον έγγιξεν εις τα ομμάτια την πρώτην φοράν, και τον ερώτησε: τι βλέπει; βλέπω, απεκρίθη, τους ανθρώπους ως δένδρα περιπατούντα. Α! δυστυχισμένε τυφλέ! οι άνθρωποι σου φαίνονται δένδρα; και ποία ομοιότης είναι ανάμεσα δένδρων και ανθρώπων! μα τα δένδρα πώς περιπατούσιν, αφ' ου είναι στερεά ριζωμένα εις την γην! κακά βλέπεις, αν βλέπης εκείνα οπού δεν είναι. Έτσι βλέπει ο Φθονερός τους ανθρώπους, ως δένδρα περιπατούντα. Α! Χριστιανέ! εκείνος είναι άνθρωπος, και σε φαίνεται δένδρον; εσυ βλέπεις εκείνα οπού δεν είναι, και είσαι διπλά τυφλός.

Εγώ είπα έως τώρα εκείνα οπού ήξευρα να ειπώ· ας τελείωση την διδαχήν ο μακάριος Παύλος. «Μή γενώμεθα κενόδοξοι, λέγει, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες»· ας μη γενόμεσθεν κενόδοξοι· ας γνωρίζωμεν ο καθείς τον εαυτόν μας· ας μη κατακρίνωμεν ένας τον άλλον· διατί, ακολουθεί ομιλώντας μας ο αυτός Απόστολος, αν εσείς κατατρώγετε ένας τον άλλον, βλέπετε, μήπως και καταχαλασθήτε εις το παντελές «εἰ ἀλλήλους δάκνετε, βλέπετε μή ὑπ' ἀλλήλων ἀναλωθῆτε». Αυτή είναι προφητεία, και επληρώθη εις ημάς· τόσον μεγαλείον του Γένους μας, τόση δόξα της βασιλείας μας, ηξεύρετε πώς ηφανίσθη; διαβάσατε τας Ιστορίας μας· όχι από την δύναμιν των Περσών, όχι από το σπαθί των Αγαρηνών, αλλά από τον φθόνον μας. Ημείς εκαταχαλασθήκαμεν, διατί ανάμεσόν μας εκαταφαγωθήκαμεν· αλλήλους προκαλούμενοι, αλλήλοις φθονούντες. Και αν ημείς αρματωνόμασθεν ένας εναντίον του άλλου διά να καταχαλασθώμεν, δεν έχομεν χρείαν από άλλον εχθρόν, ούτε καν από τον διάβολον, λέγει ο Χρυσόστομος· «εἰ κατ' ἀλλήλων ὁπλιζώμεθα, οὐδέ τοῦ διαβόλου χρεία λοιπόν, πρός τήν  ἡμετέραν ἀπώλειαν».

Μα δια τον Θεόν οπού πιστεύομεν, οπού είναι Θεός ειρήνης, και Πατήρ οικτιρμών διά το Ευαγγέλιον οπού κρατούμεν, οπού είναι διαθήκη αγάπης· διά την Εκκλησίαν οπού έχομεν, οπού είναι τόπος συμφωνίας και ομονοίας, ας παύσωμεν μίαν φοράν ημείς τα δυστυχή λείψανα οπού εμείναμεν, καν διά να μη δίδωμεν αφορμήν να χαίρωνται περισσότερον και να γελώσι μετ' εμάς οι εχθροί μας. Οι Φιλισταίοι ενίκησαν κατά κράτος τον λαόν του Ισραήλ· την ημέραν εκείνην εφονεύθη και ο Βασιλεύς Σαούλ και τα παιδία του· χαλασμόν μεγαλύτερον δεν έλαβον καμμίαν άλλην φοράν οι Ισραηλίται· ήκουσε το πολύ κακόν του γένους του ο Δαυίδ, και στρεφόμενος προς τους συντρόφους του, είπε: μη το ειπήτε, μη το φανερώσετε εις Γεθ, και εις Ασκάλωνα, όπου εκατοικούσαν αλλόφυλοι, «μή ἀναγγείλετε ἐν Γέθ, μηδέ εὐαγγελίζεσθε ἐν ταῖς ἐξόδοις Ἀσκάλωνος»· διατί; διά να μη ακούσωσι την δυστυχίαν μας, και χαρούσιν οι εχθροί μας «ἳνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Αδελφοί, και συνάδελφοι Χριστιανοί, τας συμφοράς μας, τα πάθη μας, τα πταισίματά μας, τας αμαρτίας μας μη τας λέγωμεν, μη τας φανερώνωμεν με την κατάκρισιν! «ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες». Διατί; διά να μη χαίρωνται οι αλλόφυλοι, οι αόρατοι και ορατοί μας εχθροί· σιωπή, συμπάθεια, σπλάγχνα οικτιρμών. Μα Φθόνος, είναι οπού κατηγορεί, οπού καταλαλεί, οπού κατακρίνει· όποιος έχει τέτοιον πάθος, λέγω πάλιν, δεν είναι άξιος να ονομάζεται άνθρωπος, και να λέγεται Χριστιανός.

 


1. «Βασική Βιβλιοθήκη», τόμ. 8, σ. 19. ξανοίγω: βλέπω, διακρίνω.
ουδετινάς: κανένας.
ρύπος, ο: ακαθαρσία, ψόγος.
Ἃπτεται... πάθεσι: γιατί ο ψόγος φτάνει όχι μόνο τους πολλούς, αλλά και τους άριστους, επειδή μόνο ο θεός είναι εντελώς αναμάρτητος και δεν κυριεύεται από πάθη.
εφέρθη: μεταφέρθηκε.
μή γενώμεθα... φθονοῦντες: ας μη γίνουμε ματαιόδοξοι, προκαλώντας ο ένας τον άλλο, ζηλεύοντας ο ένας τον άλλο.
μήπως καταχαλασθήτε: μήπως καταστραφείτε.
εις το παντελές: καθολοκληρία, εντελώς.
εἰ... ἀναλωθῆτε: τη μετάφραση δίνει ο ίδιος ο Μηνιάτης στην προηγούμενη φράση «αν εσείς... παντελές». Το ίδιο συμβαίνει και παρακάτω στα «εἰ... ἀπώλειαν» και «μή ἀναγγείλετε...Ἀσκάλωνος».
επληρώθη: εκπληρώθηκε, πραγματοποιήθηκε.
ανάμεσόν μας: μεταξύ μας.
καν: τουλάχιστο.
μετ' εμάς: μ' εμάς.
Γεθ, Ασκάλων: πόλεις των Φιλισταίων.
«῞Ινα μή... ἀλλοφύλων»: για να μη χαρούν οι γυναίκες των εχθρών.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Όπως τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα, βασικός στόχος της διδασκαλίας του Μηνιάτη είναι η ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων και η προκοπή του Γένους. Διαφαίνεται αυτός ο στόχος στο απόσπασμα που διαβάσατε; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
  2. Όσα αναγράφονται στο εισαγωγικό σημείωμα για το ύφος και τη γλώσσα του Ηλ. Μηνιάτη ισχύουν και για το απόσπασμα που διαβάσατε;
  3. Οι αρχαίοι ρήτορες είχαν ως σκοπό τους να πείσουν τους ακροατές τους. Τον ίδιο, φυσικά, σκοπό έχει και ο Μηνιάτης. Ο Βασ. Τατάκης γράφει σχετικά: «Αντί να καθοδηγήσει τη σκέψη του ακροατή και από τη νοητική πορεία να καταλήξει στην πειθώ, προτιμά συχνά να τον συναρπάσει, να τον γοητεύσει, να τον συγκινήσει. Είναι βέβαια και τούτη πειθώ, τη φτάνει όμως κανείς με το ψυχικό πάθος, όχι με τη νοητική πορεία». Ισχύουν αυτές οι παρατηρήσεις για το κείμενο του Μηνιάτη; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

 

Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714) Επίσκοπος Κερνίτζης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης [πηγή: Βικιπαίδεια]

Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Σπούδασε στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο της Βενετίας. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατείχε καλά την αρχαία ελληνική και λατινική φιλολογία και χειριζόταν πολύ καλά την ιταλική γλώσσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του συνδύασε τη διδασκαλία με το κήρυγμα. Η αρχή έγινε από τη Βενετία, όπου δίδασκε στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο και κήρυττε στο ναό του Αγίου Γεωργίου· ύστερα από τρία χρόνια τον κάλεσαν οι συμπατριώτες του. Δίδαξε και κήρυξε στην Κεφαλλονιά εφτά χρόνια κι άλλα τέσσερα στη Ζάκυνθο. Αφού για ένα χρόνο ξαναδίδαξε στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο, διορίστηκε διδάσκαλος της Πατριαρχικής Σχολής και ιεροκήρυκας της Μεγάλης εκκλησίας. Τελικά έγινε επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων (1711). Στη θέση αυτή τον βρήκε πρόωρα ο θάνατος.

Έργα του: 1) Πρόλογος στον «Λόγον ιστορικόν» για τον Διονύσιον Δ' Κωνσταντινουπόλεως του Γερασίμου Κακαβέλα και έμμετρο εγκώμιο. Βλ. Μ. Γεδεών, Αρχείον εκκλησιαστικής ιστορίας, Α', σσ. 345-350. 2) Πέτρα Σκανδάλου, πρώτη έκδοση Λειψία, 1718. 3) Διδαχαί, έκδοση Άνθ. Μαζαράκη εν Βενετία, 1859. Ανατύπωσή της είναι η έκδοση του «Στοχαστή» (Αθήνα, 1933).

Αγνώστου (τέλη 18ου αι.), Ληξούρι της Κεφαλλονιάς, Μουσείο Μπενάκη