Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων (Ε & ΣΤ Δημοτικού) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Ενότητα Η: Γεγονότα από την ελληνική ιστορία Κώστας Ουράνης, [Ο Μυστράς] Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου

Συνάντηση με το Διγενή Ακρίτα  Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας]

image317

Το μυθιστόρημα Νικηφόρος Φωκάς στο οποίο ανήκουν τα παρακάτω αποσπάσματα, αποτελεί το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας. Τα άλλα δύο μέρη της είναι τα έργα Δοξανιώ και Η Μαρούλα της Λήμνου. Με επίκεντρο τη ζωή του σκληροτράχηλου και ανίκητου πολεμιστή του Βυζαντίου, του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969μ.Χ.), η συγγραφέας ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή της βυζαντινής ιστορίας, γεμάτη μεγαλείο, ποίηση αλλά και αγριότητα. Μετά την καταστροφή των Σαρακηνών στην Ταρσό και την κατάληψη της Συρίας από το βυζαντινό στρατό, ο Θεοδόσιος, φίλος και συμπολεμιστής του Φωκά, επισκέπτεται στα μεθόρια, κοντά στον Ευφράτη, το Βασίλειο Πανθήριο, το θρυλικό Διγενή Ακρίτα, φέρνοντάς του δώρα από το Νικηφόρο Φωκά.

image318νας άλλος κόσμος ήταν εκεί. Οι άνθρωποι κι από τις δυο πλευρές ζούσαν μέρα νύχτα μέσα στο φόβο των επιθέσεων. Υπήρχαν στίφη* ληστρικά, οργανωμένα, που ζούσαν μόνο από τις αρπαγές, κι όλοι ήξεραν τα κατορθώματα του Βασιλείου και έφτιαχναν μύθους και τραγούδια και τον τραγουδούσαν αυτόν το γενναίο, που είχε, έλεγαν, υπερφυσικές ιδιότητες και σκότωνε δέκα λιοντάρια μαζί και πως έτρεμαν τα βουνά κι ανατρίχιαζε η γη όπου πατούσε.

Όπου ρωτούσαν για το Βασίλειο Πανθήριο, όλοι τούς κοίταζαν σαν άλαλοι και σαν ν' απορούσαν που δεν ήξεραν...

Εκεί έμαθε ο Θεοδόσιος πως όλες τούτες τις «άκρες» της αυτοκρατορίας τις προστάτευε ο Βασίλειος με τους στρατιώτες του, τους καβαλαρίους, που τους έτρεμαν οι Σαρακηνοί κι όπου περνούσαν άφηναν ένα μαύρο σύννεφο τρόμου.

Όσο πιο πολύ ρωτούσε να μάθει ο Θεοδόσιος, τόσο λιγότερο ήξερε. Ολοι μιλούσαν για το Βασίλειο και κανείς δε γνώριζε πού μένει, κανείς δεν τον είχε δει ποτέ, σαν να ήταν ένα πρόσωπο του μύθου και της φαντασίας. Και τόσο όλα τούτα κέντρισαν την περιέργειά του, που βάλθηκε οπωσδήποτε να τον βρει.

* * *

Ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, ο Θεοδόσιος έφτασε στην άκρη άκρη της αυτοκρατορίας, πάνω από τις όχθες του Ευφράτη, που τα κρυστάλλινα νερά του έρχονταν κατευθείαν από τον παράδεισο, όπως το ήθελε ο λαός.

Εκεί, του είπαν, θα βρει το Βασίλειο.

Ήταν ένα κάστρο χτισμένο πάνω σε βράχο γρανίτινο, πανύψηλο κάστρο, και εκεί έμενε.

Φούσκωσαν τα στήθια του κι η καρδιά του πήγε να σπάσει την ώρα που χτύπησε την πόρτα.

image319

Σπύρου Βασιλείου, ο Διγενής (Οι Έλληνες ζωγράφοι, εκδ. Μέλισσα)


—  Θέλω να δω το Βασίλειο, αυτόν που τραγουδά ο λαός, το φύλακα των άκρων της αυτοκρατορίας..., είπε και έδειξε τα δώρα του Νικηφόρου.

Ο δούλος τον έμπασε μέσα κι ο Θεοδόσιος σάστισε. Όλο το σπίτι ήταν ντυμένο με δέρματα αγριμιών και παντού κρέμονταν δόντια και νύχια και καύκαλα*, και μια πανέμορφη γυναίκα ήρθε και του μίλησε γλυκά και είπε πως ήταν η γυναίκα του, η Ευδοκία.

Φορούσε ασημοσκάλιστο περιδέραιο* στο μέτωπο με ρουμπίνια και διαμάντια απάνω, και φόρεμα ολομέταξο στολισμένο με μαργαριτάρια, και τα μάτια της ήταν πράσινα σμαράγδινα και η φωνή της μελωδική σαν ήχος άρπας σε νύχτα φεγγαριού.

—  Τώρα θα 'ρθει ο Βασίλειος, είπε, κι η καρδιά του Θεοδόσιου σπαρτάρησε ξετρελαμένη.

Ζαλίστηκε το παλικάρι σαν τον αντίκρισε κι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα να δει μην ονειρεύεται.

Ήταν πανύψηλος και λυγερός και τα μάτια του δεν μπορούσε να τα δει ο Θεοδόσιος, γιατί η λάμψη τον θάμπωνε.

Και καθώς τον κοίταζε, του φάνηκε πως του ξέφευγε και δεν μπορούσε να τον συγκεντρώσει, τα χέρια του και τα πόδια του και τα μαλλιά του μάκραιναν τόσο πολύ, που χάνονταν μέσα στο βλέμμα του, ή έτσι του φαινόταν, και δεν ήξερε ο άμοιρος αν εκείνη την ώρα έβλεπε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή ένα πλάσμα που το έπλασε η φαντασία των ανθρώπων κι η ανάγκη τους να υπάρχει φύλακας άγγελος του φόβου.

—  Σου έφερα τα δώρα του Νικηφόρου, είπε ο Θεοδόσιος, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις του, κι ο Βασίλειος σαν να χαμογέλασε.

—  Κοίταξε τι είναι, Ευδοκία, είπε, κι εκείνη άνοιξε την ασημένια θήκη κι έβγαλε από μέσα το σπαθί κι ύστερα άνοιξε και το μικρό χρυσόδετο κουτί κι έβγαλε τον πολύτιμο θυρεό*.

Αν δεν υπάρχει, πώς μπορώ ν' ακούω τη φωνή του..., συλλογίστηκε ο Θεοδόσιος και πήρε κουράγιο να πει:

—  Ο λαός σού γράφει ποιήματα και σου τραγουδά...

Γέλασε ο Βασίλειος και σαν να τον ευχαρίστησε ο λόγος.

—  Κι όμως κανείς δε με γνωρίζει, είπε.

—  Γνωρίζουν τα κατορθώματά σου..., απάντησε ο Θεοδόσιος.

Ο Βασίλειος έγινε σαν απόμακρος ξαφνικά, κι ο Θεοδόσιος τον κοίταζε ακόμα ζαλισμένος. Του φαινόταν πως δεν είχε περίγραμμα, πως μεγάλωνε και μίκραινε, σάμπως να ήταν η σάρκα του από το υλικό της φαντασίας, και τα ρούχα που φορούσε ήταν σαν να τα πήρε από κάποιον πανέμορφο μύθο και παράλλαζαν κάθε τόσο, πότε γίνονταν από μαύρο φολιδωτό* του θανάτου και πότε από λευκό της ποίησης, και τα μαλλιά του ήταν πυρρόξανθα* και σγουρά ή έτσι του φαίνονταν του Θεοδόσιου και χάνονταν σ' ένα σύννεφο από σκόνη χρυσή και σπίθες σαν αυτές που αφήνουν τα πέταλα των αλόγων τη νύχτα.

Επιστράτευσε και πάλι τις δυνάμεις του ο Θεοδόσιος να ρωτήσει επιτέλους αυτό που τον έκαιγε:

—  Είναι αλήθεια πως πάλεψες με το Χάρο σ' ένα μαρμαρένιο τόπο και τον νίκησες;

Γέλασε ο Βασίλειος και το πρόσωπο του ήταν πανέμορφο τώρα, σαν να είχε κάτι από την αθωότητα του παιδιού.

—  Έτσι σου τραγουδά ο λαός..., είπε πάλι ο Θεοδόσιος, μου έδειξαν ακόμα και τον τόπο...

Ο Βασίλειος στάθηκε αμίλητος λίγες στιγμές. Ύστερα, πήρε στο χέρι του το ασημένιο ξίφος και το θυρεό* και, κοιτάζοντάς τα, είπε:

—  Πάλεψα με το Χάρο και τον νίκησα..., μα η νίκη μου πήγε χαμένη... Είμαι τριάντα χρονών και σε τρία χρόνια θα 'ρθει να με πάρει...

Ανατρίχιασε ο Θεοδόσιος. Πώς μπορούσε να το ξέρει αυτό; Και ποια σχέση είχαν τα χρόνια του με το Χριστό;

Η Ευδοκία πήγε κοντά του και κράτησε το κεφάλι του στον κόρφο* της. Θα πέθαινε κι εκείνη μαζί του, την ίδια μέρα, είπε.

Ο Θεοδόσιος δεν κατάλαβε, μα κι ούτε ρώτησε.

Είδε το Βασίλειο να παίρνει ένα περιλαίμιο* που ήταν από τομάρι δουλεμένο και είχε περασμένα τρία νύχια λιονταριού.

— Πάρε αυτό να με θυμάσαι, του είπε, κι ο Θεοδόσιος αναπήδησε από τη χαρά του.

Φεύγοντας, τόλμησε να ρωτήσει:

— Βγαίνει κάθε νύχτα στο μαρμαρένιο τόπο ο Χάρος;

Ο Βασίλειος χαμογέλασε.

— Πήγαινε εκεί να το δεις μόνος σου...

Την ίδια κιόλας νύχτα ο Θεοδόσιος βρισκόταν στο μαρμαρένιο τόπο. Ήταν μια απέραντη κυκλική περιοχή, σαν πελώριο αλώνι* που έβγαινε μέσα από άλλο αλώνι, κι ήταν από κατάλευκο μάρμαρο, λες και η φύση η ίδια το τεχνούργησε τόσο τέλεια.

Έμεινε εκεί, μονάχος, όλη τη νύχτα. Περίμενε το Χάρο να παλέψει μαζί του· ήταν αποφασισμένος.

Έσφιξε τη σπάθα του και περίμενε. Ήταν ο γενναίος τούτη τη νύχτα και θα το απόδειχνε. Και σε κάθε σούρσιμο του ανέμου ή κρώξιμο αγριμιού πεταγόταν απάνω και ύψωνε τη σπάθα του έτοιμος, χωρίς ούτε στιγμή να δειλιάσει. Αν ερχόταν, θα πάλευε, θα χτυπιόταν μαζί του.

 

* (τα) στίφη (το στίφος): πυκνά πλήθη * καύκαλα (το καύκαλο): κρανία, κόκαλα κρανίου * (το) περιδέραιο: το κολιέ* το θυρεό (ο θυρεός): έμβλημα (συμβολική παράσταση) με σχήμα ασπίδας * φολιδωτό (φολιδωτός): καλυμμένο με μικρές μεταλλικές πλάκες *πυρρόξανθα (πυρρόξανθος): κοκκινόξανθα * στον κόρφο της (ο κόρφος): στην αγκαλιά της * (το) περιλαίμιο: κολάρο, λουρίδα που έμπαινε γύρω από το λαιμό* (το) αλώνι: κυκλικός χώρος, συνήθως λιθόστρωτος, που πάνω του γινόταν το αλώνισμα του σταριού

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής


image45Ερωτήσεις - Δραστηριότητες:  Εφαρμογή

  1. Πώς φανταζόταν ο λαός το Διγενή; Γιατί του έπλαθε μύθους και τραγούδια;
  2. Ποια ήταν τα στοιχεία που προκάλεσαν μεγαλύτερη εντύπωση στο Θεοδόσιο από τη συνάντησή του με το Διγενή; Είχαν σχέση με όσα φανταζόταν ο λαός γι' αυτόν τον ήρωα;
  3. Έχουν γραφτεί δημοτικά τραγούδια (ακριτικά), αλλά και σύγχρονα ποιήματα, με θέμα το Διγενή Ακρίτα και τα κατορθώματά του. Συγκεντρώστε πληροφορίες και διαβάστε τις στην τάξη. 
    Ακριτικά τραγούδια (παράλληλα κείμενα) [πηγή: Μυριόβιβλος]Ακριτικά τραγούδια (ηχητικά αρχεία) [πηγή: Ιστοσελίδα του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου]
  4. Να χωρίσετε το κείμενο σε θεματικές ενότητες και να δώσετε έναν τίτλο στην καθεμιά απ' αυτές.

 

image321

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου  Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

(Μύρινα Λήμνου 1933)

Πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών και του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου της Σορβόνης. Το λογοτεχνικό έργο της, για παιδιά και μεγάλους, περιλαμβάνει ποίηση, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα. Τα θέματα που την απασχολούν είναι η ελληνική ιστορία και οι ανθρώπινες σχέσεις. Μερικά από τα έργα της: Ο Ορφέας στο μαγεμένο δάσος, Γράμμα στο γιο μου κι ένα άστρο, Σπίτι μου της Μικρασίας (για παιδιά και έφηβους). Ο χορός της Ηλέκτρας, Πήραν την Πόλη πήραν την... (για μεγάλους).