Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων (Ε & ΣΤ Δημοτικού) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Ενότητα Ε: Τα παιδικά χρόνια Αλέξανδρος Πάλλης, Πώς ήθελα Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Παιδική μνήμη

image202

Η «Παιδική μνήμη» αποτελεί τμήμα του «Περίπατου», δηλαδή του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου του Ν.Γ. Πεντζίκη Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης. Το Ε' μέρος του «Περίπατου» αυτού, περίπατου νοερού και νοσταλγικού, αναφέρεται στο μαγικό χώρο της παιδικής αθωότητας, στο χαμένο παράδεισο που κάθε παιδί επιθυμεί ανυπόμονα να εγκαταλείψει, για να εισέλθει στον κόσμο των μεγάλων. Ωστόσο, σε ολόκληρη τη ζωή του αναπολεί τις ανέμελες ευτυχισμένες στιγμές των παιδικών του χρόνων.

image203σκυψε να πιει νερό, αλλά δεν ξεδίψασε. Η κάνουλα της βρύσης* μπρούντζινη, κεφάλι δράκου, ενός από τους ανθρωπόμορφους Τιτάνες, τους πρώτους εξουσιαστές της Γης, στόμα ανοιχτό για να κηρύξει το παράγγελμα: «Η καθαριότης είναι η αρίστη των στολών και κατά της ασθενείας είναι μέγας προμαχών»*. Έρεε ασημένιο ύφασμα. Μια σφήκα ζουζουνίζοντας ακουμπά τα μπρούντζινα χείλη του δράκου με ανάλαφρα υμενώδη πτερά*. Στη λαξεμένη* σε κορμό δέντρου σα λίκνο* ποτίστρα, όπου ξεδιψούν τα ζώα, ξεκουράζεται το μελίσσι από το τρύγημα των λουλουδιών. «Δες τι λουλούδι βρήκα», λέει τ' αγοράκι, προσφέροντας ένα χωνάκι περιπλοκάδας γεμάτο δροσιά στο κοριτσάκι που σηκώνει το πρόσωπο του από τη βρύση. Τα χείλη του είναι μούσκεμα και στάζουν ραντίδες* από το πιγούνι. Γύρω στη βρύση κυνηγιούνται τα δυο παιδιά. «Θα σε πιάσω, δεν μπορεί». Πλησιάζονται, απομακρύνονται, κάνουν το γύρο του κτίσματος πολλές φορές. Κάποιου διαβάτη της ζωής προσφορά, πριν αναχωρήσει πολύ μακριά, στον Ουρανό ψηλά, απ' όπου κανείς δε γυρνά. «Πώς το λεν το πουλί;», ρωτάει τ' αγόρι δείχνοντας παρδαλά φτερά κι ένα κεφάλι με ράμφος μακρυμύτικο, που ξεχωρίζει καθώς κεντά μικρές τρυπίτσες στον κορμό του δέντρου όπου σκάλωσε. Στάθηκαν και το θαύμαζαν. «Άραγε μας βλέπει που το βλέπουμε; Τι όμορφο που 'ναι! Λες να μας αγαπά όπως τ' αγαπάμε;». Σε λίγο σα να ξέχασαν, απομακρύνθηκαν τραβώντας το καθένα αλλού. Το κοριτσάκι με την ανάποδη σφούγγισε τα νερά απ' τα χείλη του. «Να δεις», σκέφτεται, «θ' ανοίξει καμιά πόρτα και θα 'βγει το Βασιλόπουλο». Τριγυρνά από δέντρο σε δέντρο, κρούοντας με το δάχτυλο* και περιμένοντας απόκριση. «Το κάθε δέντρο», συλλογιέται, «είν' ένα σπίτι, ένα όμορφο παλάτι που μπορεί να ανοίξει και να 'μπω». Ακουμπάει τ' αυτί στον κορμό της ιτιάς. Ακούει κάτι σαν μουσική. Τρέχει και παίρνει το χέρι του αγοριού. «Έλα να 'μαστε σαν αδέλφια, να πάρουμε μαζί τους δρόμους. Έχουν λερωθεί τα ρούχα σου. Θα σε μαλώσουν. Ξέσκισε και το πανταλόνι. Μη νοιάζεσαι, θα το ράψω εγώ. Έχω βελόνι, μια κουβαρίστρα, δαχτυλήθρα και ράβω τις κούκλες». — «Δεν είμαι κούκλα», απαντά, θυμωμένα, χωρίς ν' απομακρύνεται, «θα γίνω πολύ μεγάλος αξιωματικός». Της τραβά απότομα τις πλεξίδες, όπως έκαμε με την ιέρεια ο Μέγας Αλέξανδρος, εξαναγκάζοντάς την να πει «άφες με, παι Διός»*. Το κοριτσάκι τρέχει στη βρύση και τη βουλώνει με την παλάμη, πιτσιλώντας από μια διαφυγή. Η ριπή του νερού* πέφτει στην ποτίστρα, εξεγείροντας* απ' τον ύπνο τις μέλισσες. «Η μέλισσα πετά», αναμέλπουν* χτυπώντας τα χέρια τα δυο παιδιά, δίχως να σκέπτονται κανένα κίνδυνο. Η ζωή τούς φαίνεται σαν ύπνος· έγνοιες, πόνοι, καημοί, βάσανα, όλα κοιμούνται, ίσαμε την επίσημη ημέρα που θα φωτίσει ενηλικιωμένο το ανάστημά τους, όπως των άλλων, των μεγάλων, που πάντα προσπαθούν να τους μιμούνται. «Ώρα να γυρίσουμε», λέει το κοριτσάκι. «Καλύτερα ας μείνουμε εδώ στα δέντρα. Μακριά από τα σπίτια μας. Μην τους σκέφτεσαι εκείνους», απαντά τ' αγόρι. Βλέπουν μαζί ένα μανιτάρι, που μέσα στ' άλλα χόρτα ανοίγει την ομπρελίτσα του. Εκεί από κάτω θα χωθούν αν πιάσει βροχή, συλλογιέται. Μπορούν λοιπόν να μείνουν να ζήσουν στο δάσος, αγαπημένα σαν αδέλφια. Έτσι συλλογιένται και τα δυο παιδιά μ' ευχαρίστηση. Αλλά ο αέρας, που το πέρασμά του κάνει τα φύλλα να τρεμοπαίζουν, ανεμίζοντας τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού, το σαστίζει. Τραβά απ' το χέρι τ' αγοράκι και κάνουν μερικά βήματα σάμπως αποφασισμένα να γυρίσουν. Σκόνταψαν και πέσαν χάμου. Το κορίτσι βάνει τα κλάματα. Το πρόσωπο του γεμίζει δάκρυα, σαν τα μαργαριτάρια στις Εικόνες από τις Άγιες που μαρτύρησαν. Το χτυπημένο γόνατο μοιάζει με κάστανο που προβάλλει απ' τον αχινό των τριγύρω στο τραύμα χωμάτων. Τ' αγοράκι χωρίς να κλαίει, κοιτά με το στόμα ανοιχτό. Θυμάται την ιστορία της τσουκνίδας και της μολόχας. Η πρώτη αγκυλώνει, η δεύτερη είναι καλή. Άμα τρίψεις το πόδι μ' αυτή κι έμπει* μέσα, γίνεσαι καλά. «Βγες τσουκνίδα, μπες μολόχα». Επαναλαμβάνει πολεμώντας το πονεμένο γόνατο μ' ένα φύλλο χορτάρι. Στο τριανταφυλλί καμπανάκι ενός λουλουδιού σκυμμένου στη γη, μια απ' τις μέλισσες που επέστρεψαν στην ποτίστρα χώθηκε βαθιά, αντλώντας νέκταρ* από τη σπιρουνάτη απόφυση* του άνθους. Το κοριτσάκι δεν παραπονιέται για το πόδι, μόνο κουτσαίνει λίγο καθώς επιστρέφουν, αφήνοντας το δάσος στον ύπνο, όπου μόνη μιλά η βρύση.

image204

 

* η κάνουλα της βρύσης: η στρόφιγγα, ο ρουμπινές, απ' όπου ανοίγουμε και κλείνουμε τη βρύση * «Η καθαριότης είναι η αρίστη των στολών και κατά της ασθενείας είναι μέγας προμαχών»: η καθαριότητα είναι η καλύτερη αρματωσιά και το ισχυρότερο όπλο ενάντια στις αρρώστιες * υμενώδη πτερά: φτερά λεπτά σαν υμένας (υμενώδης = λεπτός, όπως ο υμένας, δηλαδή το πολύ λεπτό δέρμα) * λαξεμένη (λαξεμένος): σκαλισμένη * (το) λίκνο: η κούνια * ραντίδες (η ραντίδα): σταγόνες * κρούοντας με το δάχτυλο (κρούω): χτυπώντας με το δάχτυλο * άφες με, παι Διός: άφησε με, γιε του Δία * η ριπή του νερού: το ορμητικό πέσιμο του νερού * εξεγείροντας: (εξεγείρω) ξεσηκώνοντας * αναμέλπουν (αναμέλπω): τραγουδούν, υμνούν με το τραγούδι τους *' κι έμπει: και μπει μέσα * (το) νέκταρ: ο γλυκός χυμός που βγάζουν τα λουλούδια * σπιρουνάτη απόφυση: μυτερή προεξοχή, τμήμα που προεξέχει σαν μύτη

Π. Δέλτα, «Οι Βόλοι» (παράλληλο κείμενο) [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

image45Ερωτήσεις - Δραστηριότητες:  Εφαρμογή

  1. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μαγικού χώρου, μέσα στον οποίο απολαμβάνουν τα παιδιά τη φιλία τους;
  2. Γιατί ο άνθρωπος αναπολεί τα παιδικά του χρόνια; Η απάντησή σας να στηριχτεί σε φράσεις του κειμένου.
  3. Η ενηλικίωση του ανθρώπου συνδέεται με δυσκολίες και βάσανα. Κι όμως τα παιδιά θέλουν να μιμούνται τους μεγάλους. Γιατί συμπεριφέρονται έτσι;
  4. Ποια συνέχεια θα επιθυμούσατε να έχει η διήγηση;
  5. Να βρείτε λέξεις ή φράσεις του κειμένου, που να ταιριάζουν στον πίνακα του Ρενουάρ (σελ. 124) ή στην εικόνα της σελ. 126.
    Πίνακες του Ρενουάρ [Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε΄ & ΣΤ΄ Δημοτικού]

image206

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης  Αφιέρωμα στον Ν. Γ. Πεντζίκη [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

(Θεσσαλονίκη 1908-1993)

Πεζογράφος και αυτοδίδαχτος ζωγράφος. Άσκησε το επάγγελμα του φαρμακοποιού. Τα έργα του στηρίζονται σε προσωπικά βιώματα και εμπειρίες που τον οδηγούν σε καινούργιες συνθέσεις έπειτα από επίμονη ανάλυση τους. Με αναφορές στην αρχαιότητα, στο Βυζάντιο και την Ορθοδοξία, καθώς και στη νεοελληνική παράδοση, ο Πεντζίκης παρουσιάζει την ενότητα του ελληνικού πνεύματος μέσα στο χρόνο. Έργα του: Ανδρέας Δημακούδης, Εικόνες, Πραγματογνωσία, Μητέρα Θεσσαλονίκη, Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία κ.ά.

image207