Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων (Γ & Δ Δημοτικού) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Γιώργος-Μενέλαος Μαρίνος, «Το τραγούδι του κλόουν» Ναζίμ Χικμέτ, «Ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά" Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος
img7_11

Φωτεινή Φραγκούλη


Παππούς και εγγονή Εξώφυλλο του βιβλίου [πηγή: Βιβλιονέτ] Ιστορίες χωρίς τέλος. Το μισό πιθάρι (βίντεο) [πηγή: Εκπαιδευτική Τηλεόραση]

Ξ επέζευαν στο μεγάλο πλάτανο της κυρίας Ευστρατίας και ο παππούς μάζευε χορτάρια. Της έδειχνε τα σχήματα. Τα πικροράδικα, τα περδικοπατήματα, τις καυκαλήθρες.

Ε, γούστο είχε, αλλά μετά από λίγο το Λενιώ βαριόταν κι έφευγε γιαλό γιαλό.

«Αλλιώτικες που είναι οι θάλασσες και οι παραλίες το χειμώνα», σκεφτόταν.

Ξάφνου, μέσα στα ξύλα, στα πεταμένα μπουκάλια, στις παρατημένες και σχισμένες σαγιονάρες, τις παράταιρες, βλέπει ένα παντοφλάκι, μα ένα παντοφλάκι!

«Ααα! Τι να ’ναι αυτό;», είπε μέσα της. «Σαν βαρκάκι, σαν γόνδολα».

Ήταν υφασμάτινο, με χρυσοκλωστές και πολύχρωμα λουλούδια. Ήταν βέβαια ταλαιπωρημένο, αλλά στα νιάτα του πρέπει να έκανε τράκες!

Ε, και να είχε τέτοια παπούτσια το Λενάκι, όλες οι φίλες της θα ζήλευαν και αυτή θα καμάρωνε. Βέβαια, δεν θα μπορούσε να τρέξει και να παίξει μ’ αυτά τα παντοφλιά, αλλά θα τα είχε για τις καλές τις ώρες: για τα γενέθλια, για την εκκλησία, για τις γιορτές και τα πανηγύρια.

Τέτοιες σκέψεις έκανε, όταν κατέφθασε ο παππούς κρατώντας τόν τορβά τίγκα στα χόρτα.

– Κουκ, κοκονέλιμ, ήρθα.

– Κοίτα παππού, ένα παντοφλάκι παράξενο.

– Πασουμάκι τούρκικο είναι, Λενιώ. Τέτοια φορούσαν τα χρόνια τα παλιά οι πλούσιες Τουρκαλίτσες.

– Μου αρέσει πολύ, παππού!

– Εμ τι! Είναι δειχτερά τα πασούμια, όμορφα, πλουμιστά και χειροποίητα. Είδες ταξίδι, το άτιμο! Η θάλασσα μας το έφερε. Είδες τη θάλασσα, Λενιώ!

– Να το πάρουμε μαζί μας, παππού;

– Τι να το κάνεις, μάτια μου. Εγώ λέγω να το ταξιδέψουμε απέναντι να πάει να βρει το ταίρι του. Καλύτερα, ε;

Το σκέφτηκε λίγο η Ελένη:

– Καλά, ας το κάνουμε κι έτσι, του απάντησε.

Το έβαλε, λοιπόν, ο παππούς πάνω στο κύμα και είπε ψιθυριστά:

– Άντε στο καλό, άντε να βρεις το ταίρι σου.

Ύστερα, κοίταξε το πασουμάκι που αρμένιζε ανατολικά και είπε με χαμόγελο και πιο δυνατά:

img7_12
img7_13

– Χαιρετίσματα!

Το έβλεπαν να ξεμακραίνει σαν μικροσκοπικό τρεχαντήρι και φανταζόταν πια τα μύρια όσα η Ελένη μας.

Αργότερα, οι δυο τους, αφού άναψαν τα καντήλια στους Αγίους Αναργύρους, μπήκαν στα ιαματικά λουτρά της Εφταλούς, για να κολατσίσουν στα ζεστά. Έκανε κρύο, μην το ξεχνάμε. Χειμώνας βλέπετε, ήλιος με δόντια.

Παππούς και εγγονή έτρωγαν και χαλάρωναν στη θαλπωρή της υγρής ζεστασιάς.

Μέσα από τις τρύπες του θόλου της σκεπής έβλεπαν το φως να μπαίνει, ματσάκια ματσάκια κυκλάμινα. Και από το μικρό παράθυρο στο βάθος, ο διάδρομος της θάλασσας. Μπλε, θυμωμένος απ’ τον Ντελή-Βοριά.

Χράτσα-χρούτσα, ροκάνιζαν τα παξιμάδια οι δυο τους και μοσχοβολούσαν τα λουτρά κανέλα, μανταρίνι και δαφνόφυλλα.

Η πηγή έστελνε τη ζεστή ανάσα της στα μάγουλα και τα χέρια τους με μικρές, λεπτές φυσαλίδες, που ανάβλυζαν σταθερά και ρυθμικά από τα χαλίκια της μεγάλης στέρνας.

– Πώς να την έλεγαν άραγε την Τουρκαλίτσα που έχασε το πασουμάκι της; είπε αφηρημένα η Ελενίτσα.

– Μελτέμ! είπε ο παππούς με σιγουριά. Μελτέμ, την έλεγαν και ήταν νέα και όμορφη. Αγαπιότανε με τον Αχμέτ. Κρυφά έφευγε από τη μάνα της τα βράδια από την πίσω σκάλα του σπιτιού τους, την καφασωτή και κατέβαινε στην αυλή τους, σιγοπατώντας. Εκεί αντάμωναν και τα λέγανε ψιθυριστά μέσα στο σκοτεινό μπαξέ τους.

img7_14

– Κοίτα απέναντι, Λενιώ, εκεί ήταν το σπίτι τους. Στο Μπαμπα-Γκαλέ, στο ακρωτήρι.

Ένα βράδυ όμως, η μάνα της είχε ύπνο ανήσυχο. Ξύπνησε, λοιπόν, και κατέβηκε στον οντά τους, να φάει κανένα λουκουμάκι για να γλυκαθεί.

Την άκουσε που λες, Ελένη μου, η Μελτέμ, είδε και τη λάμπα που άναψε και τρέχει να προλάβει να χωθεί στο μεντέρι της. Μέσα στη φούρια, της ξέφυγε το πασουμάκι κι έμεινε στην αυλή!

Το πήρε ο σκύλος τού Αχμέτ και άρχισε τα παιχνίδια δίπλα στη θάλασσα. Ορμά ένα κύμα, του το παίρνει και να το στα δικά μας μέρη!

Γέλασε πλατιά ο παππούς:

– Πού τα σκαρφίζομαι όλα τούτα! μονολόγησε. Πού τα κατεβάζει η γκλάβα μου τέτοια παραμύθια!

– Σ’ αγαπώ, παππού μου, του είπε η Ελένη, μ’ όλη της την καρδιά. Σ’ αγαπώ.

Εγώ να δεις, συκαλάκι μου.


Δραστηριότητες koritsaki

  1. Τι να έγιναν άραγε η Μελτέμ και ο Αχμέτ; Μπορείς να συνεχίσεις το παραμύθι του παππού;
  2. Φανταστείτε ότι ο παππούς τής Μελτέμ και του Αχμέτ στην Τουρκία βρήκε ένα πασουμάκι της Ελένης. Τι θα έλεγε στα δικά του εγγονάκια;
  3. Συζητήστε για τα συναισθήματα του παππού και της εγγονής.
  4. Αν η Ελένη έστελνε ένα γράμμα στη Μελτέμ, τι θα της έγραφε;
  5. Γράψτε ιστορίες και παραμύθια που σας διηγούνται ο παππούς και η γιαγιά και φτιάξτε το «Παραμυθοβιβλίο» της τάξης σας.

Φωτεινή Φραγκούλη (Μόλυβος Μυτιλήνης 1958)

Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Ηλεκτρονικός Άτλαντας Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας]

Είναι δασκάλα. Έχει γράψει παραμυθικές ιστορίες για μικρά παιδιά. Τα θέματα των βιβλίων της είναι εμπνευσμένα από το νησί της, από την παράδοση, από τη φύση και από τις σχέσεις των ανθρώπων. Μερικά από τα βιβλία της: Η Κυράνη του δάσους, Η Πορφυρένια και το μαντολίνο, Το χωραφάκι της αγάπης, Οι άγγελοι των κοχυλιών.


Προτάσεις για διάβασμα

Χρήστος Μπουλώτης,Το άγαλμα που κρύωνε, εκδ. Πατάκη. Ιστορίες χωρίς τέλος. Το άγαλμα που κρύωνε (βίντεο) [πηγή: Εκπαιδευτική Τηλεόραση]
Φιλίσα Χατζηχάννα, Ιστορίες του παππού χωρίς μουστάκι, εκδ. Ψυχογιός.