Εικονογραφημένο Λεξικό Α΄, Β΄, Γ΄ Δημοτικού
  λαβράκι   λυχνάρι

α

β

γ

δ

ε

ζ

η

θ

ι

κ

λ

μ

ν

ξ

ο

π

ρ

σ

τ

υ

φ

χ

ψ

ω

 

Λλ

eikona300

 

 

λαβράκι [το] ουσιαστικό (λαβράκια)

eikona301

check1 Το λαβράκι είναι ένα στενόμακρο και μεγάλο ψάρι.   
check2 Λέμε ότι έπιασες λαβράκι, όταν έχεις μία μεγάλη επιτυχία.  music λα-βρά-κι

 

 

λαγός [ο], λαγουδίνα [η] ουσιαστικό (λαγοί, λαγουδίνες)

check1 O λαγός είναι ένα τριχωτό, μικρό ζώο με μακριά αυτιά και κοντή ουρά που τρέχει πολύ γρήγορα.  

check2 Όταν τρως λαγό, τρως το κρέας του.

check2 Όταν γίνεσαι λαγός, φοβάσαι κάτι και φεύγεις τρέχοντας.  

music λα-γός  pen2 'το αγρόκτημα'

 

 

λάδι [το] ουσιαστικό (λάδια) 

check1 Το λάδι είναι ένα παχύ υγρό που το βγάζουμε από τις ελιές και το χρησιμοποιούμε στο φαγητό.  

check2 Λάδι βάζουμε και στις μηχανές.  

check2 Όταν η θάλασσα είναι λάδι, δεν έχει καθόλου κύμα. Όταν βγάζεις το λάδι κάποιου, τον ταλαιπωρείς.  romvos Όταν κάτι είναι λαδί, έχει το χρώμα του λαδιού. Όταν λαδώνεις την πόρτα, της βάζεις λάδι.  music λά-δι

 

 

λαδώνω ρήμα (λάδωσα, θα λαδώσω) velos λάδι

 

 

λάθος [το] ουσιαστικό (λάθη)

check1 Όταν κάνεις λάθος, κάνεις κάτι που δεν είναι σωστό ή που δεν έχει το αποτέλεσμα που θα ήθελες.  pen1 Η Αλίκη έκανε λάθος και αντί να μπει στην τάξη της μπήκε στην τάξη του Κώστα.  circle2 σωστό  
check2 Όταν κάνω κάτι κατά λάθος, το κάνω χωρίς να το θέλω.  

pen1 O Ίγκλι έριξε κατά λάθος τη μπάλα στο τζάμι του κυρίου Μιχάλη.  
check2 (σαν επίθετο) O Κώστας πήρε λάθος αριθμό και σήκωσε το τηλέφωνο ένας άγνωστος κύριος.  circle2 σωστός  music λά-θος

 

 

λαθραίος, λαθραία, λαθραίο επίθετο (λαθραίοι, λαθραίες, λαθραία)

check1 Όταν ένα εμπόρευμα είναι λαθραίο, το έχει φέρει κάποιος κρυφά στη χώρα.

pen1 «Στο αεροδρόμιο η αστυνομία έπιασε κάποιον που έφερε λαθραία ρολόγια στην Ελλάδα» είπε ο θείος Τάκης.  romvos Λαθρεπιβάτης είναι αυτός που ταξιδεύει κρυφά χωρίς να πληρώσει εισιτήριο.  music λα-θραί-ος

 

 

λαθρεπιβάτης [ο], λαθρεπιβάτισσα [η] ουσιαστικό (λαθρεπιβάτες, λαθρεπιβάτισσες) velos λαθραίος

 

 

λαϊκός, λαϊκή, λαϊκό επίθετο (λαϊκοί, λαϊκές, λαϊκά)

check1 Όταν κάτι είναι λαϊκό, είναι του λαού, έχει σχέση με το λαό.  

pen1 Oι παροιμίες είναι λόγια της λαϊκής σοφίας.  romvos Στη λαϊκή αγορά, ψωνίζεις φρούτα και λαχανικά. λαός   music λα-ϊ-κός  Δες αγορά

 

 

λαίμαργος, λαίμαργη, λαίμαργο επίθετο (λαίμαργοι, λαίμαργες, λαίμαργα)

check1 Όταν είσαι λαίμαργος, τρως γρήγορα πολύ φαγητό.

pen1 «Ποπό! Έφαγες δύο πιάτα πατάτες μέσα σε πέντε λεπτά! Είσαι πολύ λαίμαργη, Αθηνά!» είπε η Ελένη.  romvos Όταν είσαι λαίμαργος, έχεις λαιμαργία.  music λαί-μαρ-γος

 

 

λαιμός [ο] ουσιαστικό (λαιμοί)

check1 O λαιμός ενώνει το κεφάλι με το υπόλοιπο σώμα σου. 

check2 Η κυρία Μαργαρίτα αποφεύγει τις μπλούζες με ψηλό λαιμό, γιατί τη σφίγγουν.

music λαι-μός  pen2 'το σώμα μας'

 

 

λακκάκι [το] ουσιαστικό (λακκάκια) velos λάκκος

 

 

λάκκος [ο] ουσιαστικό (λάκκοι)

eikona302

check1 Όταν ανοίγεις ένα λάκκο, ανοίγεις μία βαθιά τρύπα στο χώμα μ' ένα φτυάρι.

pen1 Η Αθηνά και ο Κώστας ανοίγουν λάκκους στην άμμο.  romvos Το λακκάκι είναι μία βουλίτσα στο μάγουλό σου.  music λάκ-κος

 

 

λακκούβα [η] ουσιαστικό (λακκούβες)

check1 Η λακκούβα είναι μία μικρή τρύπα στο χώμα.

pen1 O κύριος Γιάννης είναι καλός οδηγός και πάντα προσέχει τις λακκούβες όταν βρέχει.  music λακ-κού-βα

 

 

λαλώ και λαλάω ρήμα (λάλησα, θα λαλήσω)

check1 Όταν ένας κόκορας λαλεί, κάνει «κικιρίκου».  music λα-λώ

 

 

λάμπα [η] ουσιαστικό (λάμπες)

check1 Ανάβεις μία λάμπα για να έχει φως στο σκοτάδι.

pen1 «Κώστα, ξέρεις ν'αλλάζεις μία λάμπα που έχει καεί;» ρώτησε η Αθηνά.

romvos λάμπω  music λά-μπα

 

 

λαμπάδα [η] ουσιαστικό (λαμπάδες)

eikona303

check1 Η λαμπάδα είναι ένα μεγάλο και χοντρό κερί. 

pen1 Η Αθηνά πήρε από το νονό της μία λαμπάδα με το Φοίβο και την Αθηνά για το Πάσχα.  romvos λάμπω 

music λα-μπά-δα

 

 

 

λαμπερός, λαμπερή, λαμπερό επίθετο (λαμπεροί, λαμπερές, λαμπερά) velos λάμπω

 

 

λάμπω ρήμα (έλαμψα, θα λάμψω)

check1 Όταν κάτι λάμπει, δίνει πολύ φως.  

pen1 Όταν ο ήλιος λάμπει, μας φωτίζει και μας ζεσταίνει.  
check2 Όταν λάμπει το σπίτι σου, αστράφτει από καθαριότητα.  
check2 Λέμε ότι κάποιος λάμπει, όταν αστράφτει από υγεία και ομορφιά.  romvos Όταν κάτι είναι λαμπερό, λάμπει, έχει δηλαδή λάμψη. λάμπα, λαμπάδα   music λά-μπω

 

 

λαός [ο] ουσιαστικό (λαοί) 

check1 Λαός είναι όλοι οι κάτοικοι ενός τόπου.

pen1 O πρωθυπουργός μίλησε στον ελληνικό λαό από την τηλεόραση.  music λα-ός

 

 

λάρυγγας [ο] ουσιαστικό (λάρυγγες) velos λαρύγγι

 

 

λαρύγγι [το] ουσιαστικό (λαρύγγια)

check1 Το λαρύγγι είναι το μέσα μέρος του λαιμού σου.

pen1 «Τραγουδούσα συνέχεια και πόνεσε το λαρύγγι μου» είπε η Αθηνά.  
check2 Όταν λες σε κάποιον «θα σου στρίψω το λαρύγγι», εννοείς πως θα τον πνίξεις.

circle1 λάρυγγας  music λα-ρύγ-γι

 

 

λάσπη [η] ουσιαστικό (λάσπες)

eikona304

check1 Η λάσπη είναι χώμα ανακατεμένο με νερό.  pen1 Έβρεχε και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λάσπη. Η Αθηνά γύρισε με λασπωμένα πόδια.  
check2 Λέμε ότι τα μακαρόνια έχουν γίνει λάσπη, όταν έχουν βράσει περισσότερο απ' όσο πρέπει.  romvos Όταν τα πόδια σου είναι λασπωμένα, τα έχεις λασπώσει και είναι γεμάτα λάσπες.  music λά-σπη

 

 

λασπώνω, λασπώνομαι ρήμα (λάσπωσα, θα λασπώσω) velos λάσπη

 

 

λάστιχο [το] ουσιαστικό (λάστιχα) 

check1 Ένα αυτοκίνητο, μία μηχανή ή ένα ποδήλατο έχουν στις ρόδες τους λάστιχα.  
check2 Το λάστιχο σφίγγει ένα ρούχο πάνω σου.

pen1 «Το λάστιχο στη φούστα μου έχει χαλάσει» είπε η Αθηνά.  
check2 Η Αθηνά και η Ελένη παίζουν λάστιχο στην αυλή του κυρίου Μιχάλη.  

romvos λαστιχάκι  music λά-στι-χο

 

 

λατρεύω, λατρεύομαι ρήμα (λάτρεψα, θα λατρέψω)

check1 Όταν λατρεύεις κάποιον, τον αγαπάς πολύ.

pen1 O Κώστας λατρεύει τους γονείς του.  

check2 Όταν λατρεύεις το Θεό, πιστεύεις και προσεύχεσαι σ' αυτόν.

romvos Όταν έχεις λατρεία για κάποιον, τον λατρεύεις.  music λα-τρεύ-ω

 

 

λαχανιάζω ρήμα (λαχάνιασα, θα λαχανιάσω)

check1 Όταν λαχανιάζεις, αναπνέεις με δυσκολία, επειδή έχεις κουραστεί.  

pen1 O Ίγκλι λαχάνιασε, επειδή ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά του σχολείου.  

music λα-χα-νιά-ζω

 

 

λαχανικό [το] ουσιαστικό (λαχανικά)

check1 Τα λαχανικά είναι φυτά που φυτρώνουν χαμηλά στη γη. Άλλοτε τα τρώμε ωμά και τα κάνουμε σαλάτα κι άλλοτε τα μαγειρεύουμε. Το μαρούλι, η πιπεριά και το λάχανο είναι λαχανικάromvos λάχανο   circle1 ζαρζαβατικό  music λα-χα-νι-κό

 

 

λάχανο [το] ουσιαστικό (λάχανα)

eikona305

check1 Το λάχανο είναι ένα στρογγυλό λαχανικό με ανοιχτά πράσινα ή μοβ φύλλα.

romvos O θείος Τάκης έχει λαχανόκηπο. Συχνά κόβει λαχανόφυλλα και φτιάχνει λαχανόρυζο και λαχανοντολμάδες. Είναι τα αγαπημένα του φαγητά.  music λά-χα-νο

 

 

λαχείο [το] ουσιαστικό (λαχεία)

check1 Τα λαχεία είναι χαρτάκια με αριθμούς. Αν ο δικός σου αριθμός βγει πρώτος, κερδίζεις πολλά λεφτά.  pen1 O κύριος Δημήτρης αγοράζει συχνά λαχεία με την ελπίδα πως θα κερδίσει.  romvos λαχνός  music λα-χεί-ο

 

 

λαχνός [ο] ουσιαστικό (λαχνοί)

check1 Λαχνός είναι ο αριθμός που έχει πάνω του κάθε λαχείο.

pen1 O τυχερός λαχνός του εθνικού λαχείου τελειώνει σε μηδέν. romvos λαχείο  

music λα-χνός

 

 

λαχτάρα [η] ουσιαστικό (λαχτάρες)

check1 O πρίγκιπας πήρε με λαχτάρα στην αγκαλιά του τη Χιονάτη. Ήθελε πάρα πολύ να την αγκαλιάσει.   
check2 Η Αλίκη περίμενε με λαχτάρα τ' αποτελέσματα των εξετάσεων. Περίμενε με ανυπομονησία.   
check2 O κύριος Μιχάλης έπαθε μεγάλη λαχτάρα σήμερα. Κόντεψε να τον χτυπήσει αυτοκίνητο και τρόμαξε πολύ.  romvos Όταν λαχταράς κάτι, το θέλεις πολύ. Όταν όμως λαχταράς από κάτι, τρομάζεις.  music λα-χτά-ρα

 

 

λαχταρώ και λαχταράω ρήμα (λαχτάρησα, θα λαχταρήσω) velos λαχτάρα

 

 

λεβέντης [ο], λεβέντισσα [η] ουσιαστικό (λεβέντες, λεβέντισσες)

check1 Όταν κάποιος είναι λεβέντης, είναι πολύ γενναίος, τίμιος και δυνατός.  

pen1 Oι ήρωες του 1821 ήταν λεβέντες που πολέμησαν για την πατρίδα τους. 

circle1 παλικάρι  romvos Όταν κάποιος είναι λεβέντης, έχει λεβεντιά.  music λε-βέ-ντης

 

 

λέγω ρήμα (είπα, θα πω) velos λέω

 

 

λέιζερ [το] ουσιαστικό (λέιζερ)

check1 Το λέιζερ είναι ένα μηχάνημα που στέλνει λεπτές ακτίνες φωτός. Το χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μία εγχείριση, για να κόβουμε τα μέταλλα και για να τυπώνουν κάποια είδη εκτυπωτών.  music λέι-ζερ

 

 

λείος, λεία, λείο επίθετο (λείοι, λείες, λεία)

check1 Το δέρμα του μωρού της θείας Κατερίνας είναι λείο, δηλαδή όταν το πιάνεις, είναι ίσιο και απαλό.  circle2 τραχύς, ανώμαλος  music λεί-ος

 

 

λείπω ρήμα (έλειψα, θα λείψω)

check1 Όταν λείπεις από κάπου, δεν είσαι εκεί.

pen1 Η Αθηνά έλειπε από την τάξη για λίγες μέρες, γιατί ήταν άρρωστη.  
check2 Όταν κάποιος σου λείπει, είναι μακριά, αλλά τον χρειάζεσαι κοντά σου.

pen1 Η Αθηνά δεν είναι καλά, γιατί της λείπει η Ροζαλία.  
check2 Όταν λείπει ένα κομμάτι από την τούρτα, δεν είναι ολόκληρη.  
check2 Όταν λες «Αυτό μου έλειπε!», σου έχει συμβεί κάτι που δεν ήθελες.  

music λεί-πω

 

 

λειρί [το] ουσιαστικό (λειριά)

check1 Το λειρί του κόκορα είναι το κόκκινο λοφίο που έχει πάνω στο κεφάλι του.

music λει-ρί

 

 

λειτουργώ ρήμα (λειτούργησα, θα λειτουργήσω)

check1 Όταν κάτι λειτουργεί, δουλεύει σωστά.

pen1 «Κάθε φορά που το ασανσέρ δε λειτουργεί, ανεβαίνουμε με τα πόδια. Δυστυχώς η λειτουργία του σταματάει συχνά» είπε η Αθηνά.  
check2 Όταν τα μαγαζιά δε λειτουργούν,είναι κλειστά.  
check2 Όταν ένας παπάς λειτουργεί σε μία εκκλησία, είναι υπεύθυνος για τη Θεία Λειτουργία.  romvos λειτουργία  music λει-τουρ-γώ

 

 

λεκάνη [η] ουσιαστικό (λεκάνες)

check1 Η λεκάνη είναι ένα δοχείο από πλαστικό ή από μέταλλο για να πλένεις τα ρούχα σου.  
check2 Στο μπάνιο υπάρχει η λεκάνη του νιπτήρα και η λεκάνη της τουαλέτας.  
check2 Η λεκάνη σου είναι όλα τα κόκαλα του σώματός σου που είναι κάτω από τη μέση και στηρίζουν τα πόδια σου.  music λε-κά-νη  pen2 'το μπάνιο'

 

 

λεκές [ο] ουσιαστικό (λεκέδες)

eikona306

check1 O λεκές είναι το σημάδι που αφήνει το μελάνι από το στιλό στη μπλούζα σου. Λεκέδες μπορεί να γίνουν από καφέ, κρασί, σοκολάτα, λάδι ή κάτι άλλο. music λε-κές

 

 

 

 

λεμονάδα [η] ουσιαστικό (λεμονάδες) velos λεμόνι

 

 

λεμόνι [το] ουσιαστικό (λεμόνια)

check1 Το λεμόνι είναι ένα κίτρινο φρούτο με πολύ ξινή γεύση.

eikona307

pen1 Το καλοκαίρι ο κύριος Γιάννης πίνει κρύο τσάι με μία φέτα λεμόνι.  
check2 Λέμε ότι είσαι κίτρινος σαν το λεμόνι, όταν είσαι πολύ χλωμός.  
romvos Η λεμονάδα είναι ένα αναψυκτικό με ζάχαρη, λεμόνι και νερό. Το δέντρο που κάνει λεμόνια είναι η λεμονιά.  music λε-μό-νι

 

 

Αν θέλεις να μάθεις τι έγινε με τη Ροζαλία που χάθηκε, ψάξε μέσα στο λεξικό τις λέξεις αναστατώνω, ανησυχώ, εξαφανίζομαι, βρίσκω, καταφεύγω, κουλουριάζω, κουνώ, χαίρομαι, χοροπηδώ

 

 

λέξη [η] ουσιαστικό (λέξεις)

check1 Η λέξη «και» έχει τρία γράμματα ,ενώ η λέξη «γάτα» τέσσερα.  
check2 Όταν διηγείσαι μία ιστορία λέξη προς λέξη, τη λες με κάθε λεπτομέρεια.  
check2 Λέμε ότι δε βγάζεις λέξη από ένα κείμενο, όταν δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Επίσης λέμε ότι ακολουθείς την τελευταία λέξη της μόδας, όταν ντύνεσαι πολύ μοντέρνα.

romvos Το λεξιλόγιό σου είναι όλες οι λέξεις που ξέρεις και χρησιμοποιείς στη γλώσσα σου.  music λέ-ξη

 

 

λεξικό [το] ουσιαστικό (λεξικά)

check1 Το λεξικό εξηγεί τι σημαίνουν οι λέξεις και πώς γράφονται. Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι ένα λεξικό.  romvos λέξη  music λε-ξι-κό

 

 

λεοπάρδαλη [η] ουσιαστικό (λεοπαρδάλεις)

eikona308

check1 Η λεοπάρδαλη είναι μία μεγάλη άγρια γάτα της Αφρικής. Η λεοπάρδαλη έχει κίτρινο τρίχωμα με μαύρες βούλες.  circle1 πάνθηρας  music λε-ο-πάρ-δα-λη

 

 

λέπι [το] ουσιαστικό (λέπια) 

eikona309

check1 Τα λέπια είναι μικρές σκληρές πλάκες που προστατεύουν το δέρμα των ψαριών.

pen1 Η κυρία Μαργαρίτα καθαρίζει τα λέπια των ψαριών προτού τα τηγανίσει.  music λέ-πι

 

 

λεπίδα [η] ουσιαστικό (λεπίδες)

check1 Η λεπίδα είναι το μακρύ κοφτερό μέρος από ένα μαχαίρι ή ένα σπαθί.  

pen1 «Κώστα, μη βάζεις το δάχτυλό σου στη λεπίδα του μαχαιριού, γιατί θα κοπείς!» φώναξε η Ελένη.  music λε-πί-δα

 

 

λεπτό [το] ουσιαστικό (λεπτά)

check1 Μία ώρα έχει εξήντα λεπτά. Ένα ευρώ πόσα λεπτά έχει;  music λε-πτό

 

 

λεπτός, λεπτή, λεπτό επίθετο (λεπτοί, λεπτές, λεπτά)

check1 Όταν είσαι λεπτός, έχεις αδύνατο σώμα.  circle1 αδύνατος  circle2 παχύς, χοντρός  
check2 Όταν κάτι είναι λεπτό, δεν έχει μεγάλο όγκο.  pen1 O Κώστας έκοψε μία λεπτή φέτα τυρί, γιατί δεν πεινούσε πολύcircle1 ψιλός  circle2 παχύς, χοντρός  
check2 Όταν έχεις λεπτούς τρόπους, είσαι ευγενικός.  music λε-πτός

 

 

λέρα [η] ουσιαστικό (λέρες) velos λερώνω

 

 

λερώνω, λερώνομαι ρήμα (λέρωσα, θα  λερώσω)

check1 Όταν λερώνεις κάτι, το κάνεις βρόμικο.  pen1 O Κώστας δε φοράει άσπρα ρούχα, γιατί λερώνουν πολύ εύκολα. Σήμερα όμως λέρωσε τη μπλούζα του με σοκολάτα.  circle1 βρομίζω  romvos Ευτυχώς η μπλούζα του έχει καφέ χρώμα και δε φαίνεται η λέρα πάνω της.  circle1 βρομιά  music λε-ρώ-νω

 

 

λέσχη [η] ουσιαστικό (λέσχες)

check1 Η λέσχη είναι μία ομάδα ανθρώπων που συναντιούνται σε συγκεκριμένο χώρο συχνά, επειδή έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα.  

pen1 O Ίγκλι και ο Κώστας πηγαίνουν στην ίδια λέσχη ποδοσφαίρου.  
check2 Στη φοιτητική λέσχη τρώνε οι φοιτητές.  

music λέ-σχη

 

 

λευκοπλάστης [ο] ουσιαστικό (λευκοπλάστες)  

check1 Με το λευκοπλάστη σκεπάζεις ένα κόψιμο ή μία πληγή για να τα κρατήσεις καθαρά.  circle1 χανζαπλάστ  music λευ-κο-πλά-στης
-Λέμε και το λευκοπλάστ.

 

 

λευκός, λευκή, λευκό επίθετο (λευκοί, λευκές, λευκά)

check1 Όταν κάτι είναι λευκό, είναι άσπρο.  

pen1 Το δέρμα της Χιονάτης είναι λευκό σαν χιόνι. 

check2 Τα λευκά είδη είναι κεντήματα, σεντόνια και πετσέτες.  circle1 άσπρος  circle2 μαύρος 

music λευ-κός

 

 

λεύκωμα [το] ουσιαστικό (λευκώματα)

check1 Το λεύκωμα είναι ένα τετράδιο με σκέψεις δικές σου και των φίλων σου.  

pen1 Η Αθηνά έγραψε ένα στιχάκι για την αγάπη στο λεύκωμα της Ελένης.  
check2 O θείος Τάκης χάρισε στη γυναίκα του ένα λεύκωμα των Oλυμπιακών αγώνων.
Ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τους Oλυμπιακούς Αγώνες.  music λεύ-κω-μα

 

 

λεφτά [τα] ουσιαστικό 

check1 Λεφτά είναι τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα που πληρώνεις για ν'αγοράσεις κάτι.  pen1 Αν έχεις πολλά λεφτά, είσαι πλούσιος.  circle1 χρήματα  music λε-φτά

 

 

λέω και λέγω, λέγομαι ρήμα (είπα, θα πω) 

check1 Όταν λες κάτι, μιλάς.  

pen1 Αν ξεκινήσει ο Κώστας να λέει, δεν τον σταματάει κανείς.   

check2 «Με λένε Αθηνά, το δικό σου όνομα ποιο είναι»;   
check2 -Τι θα πει η λέξη σελήνη, Αθηνά; -Σημαίνει φεγγάρι.   
check2 «Τι θα έλεγες να πηγαίναμε στη θάλασσα, Κώστα; Θα σου φαινόταν ωραία;» τον ρώτησε ο Νίκος.   
check2 «Πες μας ένα τραγούδι από τον τόπο σου, Ίγκλι!» φώναξαν οι συμμαθητές του.    check2 Όταν λες το μάθημα απέξω, δεν κοιτάς καθόλου στο βιβλίο.  romvos Τα λόγια σου είναι οι κουβέντες που λες. Όταν βγάζεις λόγο, κάνεις μία ομιλία. Λέμε ότι κρατάς το λόγο σου, όταν κρατάς την υπόσχεσή σου.  music λέ-ω

 

 

λεωφορείο [το] ουσιαστικό (λεωφορεία)  

check1 Το λεωφορείο είναι ένα μεγάλο αυτοκίνητο που μεταφέρει πολλούς επιβάτες.

pen1 Το σχολικό λεωφορείο μεταφέρει κάθε μέρα το Νίκο στο σχολείο. 

romvos λεωφόρος  music λε-ω-φο-ρεί-ο  pen2 'η πόλη'

 

 

λεωφόρος [η] ουσιαστικό (λεωφόροι)

check1 Η λεωφόρος είναι ένας φαρδύς και μεγάλος δρόμος μέσα στην πόλη.

romvos λεωφορείο  music λε-ω-φό-ρος

 

 

- Ξέρεις άλλα θηλυκά ουσιαστικά που τελειώνουν σε –ος; ........................

 

 

ληστεύω ρήμα (λήστεψα, θα ληστέψω) velos ληστής

 

 

ληστής [ο] ουσιαστικό (ληστές) 

check1 O ληστής κλέβει χρήματα ή άλλα αντικείμενα και τα κάνει δικά του.  

pen1 «Oι ληστές επιτέθηκαν στην τράπεζα μέρα μεσημέρι» είπε ο κύριος Γιάννης στην κυρία Μαργαρίτα.  circle1 κλέφτης  romvos Όταν κάποιος ληστεύει μία τράπεζα, κλέβει τα χρήματα της τράπεζας.  music λη-στής

 

 

λήγω ρήμα (έληξα, θα λήξω)

check1 Όταν κάτι λήγει, φτάνει σ' ένα τέλος ή σταματά.  pen1 O αγώνας έληξε ισόπαλος 0-0. O διαιτητής είχε σφυρίξει τη λήξη του παιχνιδιού.  circle1 τελειώνω  circle2 αρχίζω   

romvos Τα γιαούρτια έχουν ημερομηνία λήξης, δηλαδή δεν τρώγονται μετά από την ημερομηνία αυτή.  music λή-γω

 

 

λιακάδα [η] ουσιαστικό (λιακάδες)

check1 Όταν έχει λιακάδα, η μέρα είναι ηλιόλουστη.  music λια-κά-δα

 

 

λιβάδι [το] ουσιαστικό (λιβάδια)

check1 Το λιβάδι είναι ένα χωράφι με χόρτα και λουλούδια. Στα λιβάδια βόσκουν αγελάδες και πρόβατα.  music λι-βά-δι

 

 

λιγάκι επίρρημα velos λίγος

 

 

λίγος, λίγη, λίγο επίθετο (λίγοι, λίγες, λίγα)

check1 Όταν κάτι είναι λίγο, είναι μικρό στον αριθμό ή την ποσότητα.  

pen1 «Να βάλεις λίγη ζάχαρη στον καφέ, Μαργαρίτα» είπε ο κύριος Αλέκος.  circle2 πολύς

romvos «Σε λίγο θ' αρχίσουν και οι καλοκαιρινές διακοπές» σκέφτηκε ο θείος Αλέκος. «Πρέπει να λιγοστέψω το φαγητό και να τρώω λιγότερη ζάχαρη. Όμως πεινάω, θα ήθελα λιγάκι ψωμί ακόμη».  music λί-γος

 

 

λιγοστεύω ρήμα (λιγόστεψα, θα λιγοστέψω) velos λίγος

 

 

λιγότερος, λιγότερη, λιγότερο επίθετο (λιγότεροι, λιγότερες, λιγότερα) velos λίγος

 

 

λιγνός, λιγνή, λιγνό επίθετο (λιγνοί, λιγνές, λιγνά)

check1 Όταν είσαι λιγνός, είσαι πολύ αδύνατος.

pen1 O Πινόκιο είναι ένα ξύλινο ανθρωπάκι με λιγνά ποδαράκια και μεγάλη μύτη.

circle2 χοντρός  music λι-γνός  pen2 'αντίθετα'

 

 

λίμα [η] ουσιαστικό (λίμες) 

eikona310

check1 Με τη λίμα τρίβεις τα νύχια σου για να τα κάνεις πιο κοντά και λεία.  

romvos Τα λιμάρεις.  music λί-μα

 

 

λιμάνι [το] ουσιαστικό (λιμάνια) 

eikona311

check1 Στο λιμάνι αράζουν τα πλοία για να μην κινδυνεύουν από τα κύματα και την κακοκαιρία. Λιμάνι λέμε και μία πόλη που έχει λιμάνι. 

pen1 O Πειραιάς είναι το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας.  music λι-μά-νι

 

 

λιμάρω ρήμα (λίμαρα, θα λιμάρω) velos λίμα

 

 

λίμνη [η] ουσιαστικό (λίμνες)

eikona312

check1 Η λίμνη είναι ένας τόπος γεμάτος γλυκό νερό που δεν ενώνεται με τη θάλασσα. pen1 Το ασχημόπαπο ζούσε σε μία λίμνη ανάμεσα σε καλάμια.  romvos Η λιμνοθάλασσα είναι μία λίμνη με αλμυρό νερό και βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. 

music λί-μνη

 

 

λιοντάρι [το], λιονταρίνα [η] ουσιαστικό (λιοντάρια, λιονταρίνες)

check1 Το λιοντάρι είναι ένα άγριο και δυνατό ζώο. Έχει πλούσια χαίτη και φουντωτή ουρά. Όταν το λιοντάρι φωνάζει, βρυχάται
check2 Όταν πολεμάς σαν λιοντάρι, είσαι πολύ γενναίος.

music λιο-ντά-ρι  pen2 'τα ζώα'
-Λέμε και ο λέων, η λέαινα.

 

 

λιπαρός, λιπαρή, λιπαρό επίθετο (λιπαροί, λιπαρές, λιπαρά) velos λίπος

 

 

λιποθυμώ ρήμα (λιποθύμησα, θα λιποθυμήσω)

check1 Όταν λιποθυμάς, χάνεις τις αισθήσεις σου για λίγο.  pen1 Η Αλίκη δεν έφαγε τίποτα όλη τη μέρα και κόντεψε να λιποθυμήσει από την πείνα.  circle1 λιγοθυμώ  romvos Όταν σου έρχεται λιποθυμία, είσαι έτοιμος να λιποθυμήσεις.  music λι-πο-θυ-μώ

 

 

- Δεν είμαι θάλασσα, αλλά έχω νερό. Τι είμαι;......................................

 

 

λίπος [το] ουσιαστικό (λίπη) 

check1 Το λίπος είναι το παχύ άσπρο μέρος του κρέατος. 

pen1 Η κυρία Μαργαρίτα τρώει κρέας χωρίς λίπος, επειδή δε θέλει να παχύνει.  
check2 Λίπος είναι και το λάδι και το βούτυρο που χρησιμοποιείς για να μαγειρέψεις.  

pen1 «Ν' αποφεύγεις τα λίπη στο φαγητό Αλέκο» είπε η κυρία Μαργαρίτα. «Να κόψεις το πολύ βούτυρο».  romvos «Τα λιπαρά φαγητά να τ' αποφεύγεις».  music λί-πος

 

 

λίστα [η] ουσιαστικό (λίστες)

check1 Όταν κάνεις μία λίστα, γράφειςλέξεις ή ονόματα το ένα κάτω από το άλλο.

pen1 Όταν η κυρία Μαργαρίτα πηγαίνει στην αγορά, κρατάει πάντα μία λίστα με τα ψώνια που πρέπει να κάνει.  circle1 κατάλογος  music λί-στα

 

 

λίτρο [το] ουσιαστικό (λίτρα)

check1 Με το λίτρο μετράμε όλα τα υγρά.  pen1 O Κώστας αγόρασε από το μαγαζί του κυρίου Δημήτρη ένα λίτρο γάλα.  music λί-τρο

 

 

λιχούδης [ο], λιχούδα [η] ουσιαστικό (λιχούδηδες, λιχούδες) 

check1 Όταν είσαι λιχούδης, σου αρέσει πολύ να τρως νόστιμα φαγητά και γλυκά.

circle1 λαίμαργος  romvosλιχουδιές είναι νόστιμα γλυκά και φαγητά.  music λι-χού-δης

 

 

λιχουδιά [η] ουσιαστικό (λιχουδιές) velos λιχούδης

 

 

λιώνω ρήμα (έλιωσα, θα λιώσω)

check1 Όταν κάτι λιώνει, γίνεται υγρό επειδή ζεσταίνεται. Όταν λιώνεις κάτι, το κάνεις υγρό. pen1 «Φάε το παγωτό σου να μη λιώσει» είπε ο θείος Τάκης στον Κώστα. 

eikona313

check2 Η κυρία Μαργαρίτα έλιωσε μερικές πατάτες με το πιρούνι κι έφτιαξε πουρέ. «Μμμμ!» είπε η Αθηνά «μυρίζει υπέροχα!».  
check2 Η Αλίκη περπάτησε τόσο πολύ, που τα παπούτσια της έλιωσαν από το πολύ περπάτημα, δηλαδή χάλασαν.  

romvos λιώσιμο   music λιώ-νω

 

 

λογαριάζω ρήμα (λογάριασα, θα λογαριάσω)

check1 Όταν λογαριάζεις, μετράς. Κάνεις πράξεις της αριθμητικής.  pen1 O κύριος Γιάννης άρχισε να λογαριάζει πόσο θα κοστίσουν οι καλοκαιρινές διακοπές.  
check2 O Κώστας και η Αθηνά λογαριάζουν να μείνουν λίγες μέρες ακόμα στο θείο Αλέκο. Σκέφτονται να μείνουν λίγο ακόμα.  
check2 «Δεν είμαι πια τόσο μικρή και θέλω να με παίρνεις σοβαρά και να λογαριάζεις τη γνώμη μου» είπε η Αλίκη στη μαμά της.  circle1 υπολογίζω  romvos Κάθε μήνα πρέπει να πληρώνουμε το λογαριασμό του τηλεφώνου.  music λο-γα-ριά-ζω

 

 

λογαριασμός [ο] ουσιαστικό (λογαριασμοί) velos λογαριάζω

 

 

λόγια [τα] ουσιαστικό velos λέω

 

 

λογικός, λογική, λογικό επίθετο (λογικοί, λογικές, λογικά)

check1 Όταν είσαι λογικός, σκέφτεσαι προσεκτικά και κάνεις το σωστό.  
check2 «Oι πράξεις μας πρέπει να είναι λογικές και δεν πρέπει να κάνουμε ανοησίες» είπε η δασκάλα στην Ελένη και την Αθηνά. Oι πράξεις μας πρέπει να γίνονται με το σωστό τρόπο.  circle1 συνετός  circle2 παράλογος, επιπόλαιος  romvos «Τι ανοησίες είναι αυτές, Νίκο; Έχεις χάσει τα λογικά σου; Έχεις τρελαθεί; Δεν έχεις λογική;» είπε η Αθηνά.

music λο-γι-κός

 

 

λόγος [ο] ουσιαστικό (λόγοι) velos λέω

 

 

λογοτεχνία [η] ουσιαστικό (λογοτεχνίες)

check1 Τα ποιήματα, τα παραμύθια, τα διηγήματα και τα θεατρικά έργα είναι μέρος της λογοτεχνίας ενός λαού ή μίας εποχής. Λογοτεχνία λέμε όλα τα έργα που γράφουν οι συγγραφείς.  romvos O Ευγένιος Τριβιζάς είναι ένας λογοτέχνης που γράφει παραμύθια για παιδιά.  music λο-γο-τε-χνί-α

 

 

λοξός, λοξή, λοξό επίθετο (λοξοί, λοξές, λοξά)

check1 Όταν κάτι είναι λοξό, δεν είναι ίσιο.  

pen1 Η Αθηνά φόρεσε ένα φόρεμα με λοξά μανίκια.

eikona314

check2 Όταν ρίχνεις ένα λοξό βλέμμα σε κάποιον, τον κοιτάς θυμωμένα ή με κακή διάθεση.

check2 Όταν κάποιος είναι λοξός, έχει χάσει τα λογικά του. 

circle1 τρελός  music λο-ξός

 

 

λότο [το] ουσιαστικό 

check1 Το λότο είναι ένα τυχερό παιχνίδι με αριθμούς. Αν κληρωθούν, δηλαδή διαλεχτούν κατά τύχη, οι αριθμοί που έχεις επιλέξει, κερδίζεις πολλά χρήματα.

music λό-το

 

 

λούζω, λούζομαι ρήμα (έλουσα, θα λούσω)  

eikona315

check1 Όταν λούζεις κάποιον, τον κάνεις|μπάνιο. Όταν λούζεσαι ή λούζεις τα μαλλιά σου, πλένεις τα μαλλιά σου με σαμπουάν και τα ξεπλένεις με νερό.

check2 Η Αθηνά έβλεπε ένα άσχημο όνειρο και ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα. Ήταν μούσκεμα.  romvos Όταν στο κομμωτήριο ζητάς λούσιμο, ζητάς να σου λούσουν τα μαλλιά.  music λού-ζω

 

 

λουκάνικο [το] ουσιαστικό (λουκάνικα) 

check1 Το λουκάνικο είναι ένα αλλαντικό που έχει σχήμα κυλίνδρου. Είναι φτιαγμένο από κομμένο κρέας και μπαχαρικά, και συνήθως το τρώμε ζεστό.  music λου-κά-νι-κο

 

 

λουκέτο [το] ουσιαστικό (λουκέτα)  

eikona316

check1 Το λουκέτο είναι μία κλειδαριά που τη βάζουμε σε πόρτες, συρτάρια,ντουλάπια ή σάκους. Το λουκέτο είναι συνήθως μικρό και μετακινείται εύκολα.  circle1 κλειδαριά

check2 Όταν ένα μαγαζί βάζει λουκέτο, κλείνει για πάντα.  music λου-κέ-το

 

 

λουκουμάς [ο] ουσιαστικό (λουκουμάδες)

check1 O λουκουμάς είναι ένα γλυκό φτιαγμένο από ζυμάρι που το έχουμε τηγανίσει στο λάδι και το έχουμε καλύψει με μέλι.  music λου-κου-μάς

 

 

λουκούμι [το] ουσιαστικό (λουκούμια) 

check1 Το λουκούμι είναι ένα γλυκό από σιρόπι και ζάχαρη σε σχήμα κύβου. Έχει διάφορα χρώματα.  

check2 Όταν ένα φαγητό γίνεται λουκούμι, γίνεται νόστιμο και τρυφερό. Όταν κάτι σου έρχεται λουκούμι, σε βολεύει πολύ.  pen1 Της Ροζαλίας της ήρθαν λουκούμι τα κόκαλα ψαριών από το μεσημεριανό φαγητό.  music λου-κού-μι

 

 

λουλούδι [το] ουσιαστικό (λουλούδια)  

check1 Λουλούδι είναι το μέρος του φυτού που έχει όμορφα και λαμπερά χρώματα και μοσχοβολάει. Το τριαντάφυλλο και η μαργαρίτα είναι λουλούδιαcircle1 άνθος

romvos Ένα λουλουδένιο στεφάνι είναι φτιαγμένο από λουλούδια. Μία λουλουδάτη φούστα έχει σχέδια με λουλούδια.  music λου-λού-δι  pen2 'τα λουλούδια'

 

 

λούνα παρκ [το] ουσιαστικό  

check1 Το λούνα παρκ είναι ένα μεγάλο ανοιχτό μέρος, φραγμένο γύρω γύρω που έχει πολλά μηχανικά παιχνίδια και θεάματα. pen1 Όταν πηγαίνουν στο λούνα παρκ, ο Ίγκλι και ο Νίκος ανεβαίνουν στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.  music λού-να παρκ

 

 

λουρί [το] ουσιαστικό (λουριά)

eikona317

check1 Με λουρί δένουμε ή κρατάμε κι ένα σκύλο. Λουρί έχουν και οι τσάντες. Λουρί λέμε και τη ζώνη που φορούν οι άντρες στο παντελόνι τους.  circle1 ζώνη 

music λου-ρί

 

 

 

- Το λοφίο του κόκορα τι χρώμα έχει;...............................................................

 

 

λουρίδα και λωρίδα [η] ουσιαστικό (λουρίδες και λωρίδες)

check1 Η λουρίδα είναι ένα μακρύ και στενό κομμάτι ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό.

pen1 Η Χιονάτη έκοψε το σεντόνι σε λουρίδες κι έφτιαξε ένα σκοινί για να το σκάσει από το παλάτι.  

check2 Ένας μεγάλος δρόμος έχει πολλές λωρίδες κυκλοφορίας για τα αυτοκίνητα.

music λω-ρί-δα
-Δε λέμε λουρίδα κυκλοφορίας αλλά λωρίδα κυκλοφορίας.

 

 

λουτρό [το] ουσιαστικό (λουτρά) 

check1 Το λουτρό είναι το μέρος όπου πλένεις το σώμα σου.  circle1 μπάνιο 
check2 Η θεία του κυρίου Μιχάλη πήγε φέτος στα λουτρά της Αιδηψού για τα πόδια της που πονούσαν. Είχε ακούσει ότι το νερό τους κάνει καλό.  music λου-τρό

 

 

λοφίο [το] ουσιαστικό (λοφία) 

eikona318

check1 Το λοφίο είναι μία φούντα από φτερά στο κεφάλι των πουλιών. 

check2 Λοφίο είναι και η φούντα που έχουν τα καπέλα των στρατιωτικών. 

music λο-φί-ο

 

 

 

λόφος [ο] ουσιαστικό (λόφοι) 

check1 O λόφος είναι ένα μικρό βουνό με στρογγυλή κορυφή.

pen1 Από το λόφο του Λυκαβηττού βλέπεις όλη την Αθήνα.  music λό-φος

 

 

λυγίζω ρήμα (λύγισα, θα λυγίσω)  

eikona319

check1 Όταν λυγίζεις κάτι, το πιέζεις με δύναμη χωρίς να το σπάσεις και του δίνεις καμπύλο σχήμα. Όταν κάτι λυγίζει, παύει να είναι ίσιο και παίρνει καμπύλο σχήμα.

pen1 Στο έργο που έβλεπε η Αθηνά, ο γίγαντας προσπάθησε να λυγίσει το δέντρο με το ένα του χέρι. Το δέντρο λύγισε από τη δύναμή του. Ήταν πολύ δυνατός.  

music λυ-γί-ζω

 

 

λύκειο [το] ουσιαστικό (λύκεια)  

check1 Όταν πηγαίνεις στο λύκειο, πηγαίνεις στο σχολείο για παιδιά από16 μέχρι και 18 χρονών. Το λύκειο είναι μετά το γυμνάσιο και πριν το πανεπιστήμιο. Λύκειο είναι και το κτίριο όπου κάνουν μάθημα τα παιδιά 16 μέχρι και 18 χρονών.  music λύ-κει-ο

 

 

λύκος [ο], λύκαινα [η] ουσιαστικό (λύκοι, λύκαινες)

check1 O λύκος είναι ένα άγριο ζώο που μοιάζει με μεγάλο γκρι σκυλί. Oι λύκοι ζουν πολλοί μαζί, σε αγέλες.  

pen1 O κακός λύκος ντύθηκε γιαγιά για να ξεγελάσει την Κοκκινοσκουφίτσα.  

check2 Όταν πεινάς σαν λύκος, πεινάς πολύ.  romvos λυκόσκυλο  

music λύ-κος  pen2 'τα ζώα'

 

 

λύνω, λύνομαι ρήμα (έλυσα, θα λύσω) 

check1 Όταν λύνεις κάτι, ξεσφίγγεις το δέσιμό του.  pen1 O κύριος Γιάννης έλυσε τη γραβάτα του για να μην τον σφίγγει στο λαιμό.  circle2 δένω  
check2 Όταν λύνεις ένα ζώο, το αφήνεις να τρέξει ελεύθερο.  circle2 δένω  
check2 Όταν λύνεις ένα πρόβλημα ή ένα αίνιγμα, βρίσκεις απάντηση σ' αυτό. pen1 O Ίγκλι λύνει τις πιο δύσκολες ασκήσεις στην αριθμητική, όμως στα σταυρόλεξα δύσκολα βρίσκει τη λύσηromvos Με λυτά κορδόνια, μπορείς εύκολα να πέσεις. λύση  music λύ-νω

 

 

λυπάμαι ρήμα (λυπήθηκα, θα λυπηθώ) 

check1 Όταν λυπάσαι, νιώθεις στεναχώρια για κάτι.

pen1 Όταν χάθηκε η Ροζαλία, η Αθήνα λυπήθηκε πολύ.  
check2 Όταν λυπάσαι κάποιον, νιώθεις συμπόνια γι' αυτόν.  romvos Όταν νιώθεις λύπη, νιώθεις στενοχώρια, είσαι δηλαδή λυπημένος.  music λυ-πά-μαι

 

 

λύπη [η] ουσιαστικό (λύπες) velos λυπάμαι

 

 

λυπημένος, λυπημένη, λυπημένο μετοχή (λυπημένοι, λυπημένες, λυπημένα) velos λυπάμαι

 

 

λύση [η] ουσιαστικό (λύσεις) velos λύνω

 

 

Αν θέλεις να μάθεις τι έγινε με τη Ροζαλία που χάθηκε, ψάξε μέσα στο λεξικό τις λέξεις αναστατώνω, ανησυχώ, εξαφανίζομαι, βρίσκω, καταφεύγω, κουλουριάζω, κουνώ, χαίρομαι, χοροπηδώ

 

 

λύσσα [η] ουσιαστικό (λύσσες)

check1 Η λύσσα είναι μία αρρώστια που κάνει τα ζώα να τρελαίνονται και να γίνονται λυσσασμένα

pen1 O κύριος Μιχάλης έκανε στο σκύλο του εμβόλιο για να μην κολλήσει λύσσα.   
check2 O λύκος χτυπούσε με λύσσα την πόρτα για ν' ανοίξουν τα τρία γουρουνάκια. Χτυπούσε την πόρτα δυνατά, με μανία.   
check2 Λέμε ότι ένα φαγητό είναι λύσσα, όταν είναι πολύ αλμυρό.   
romvos Η Αθηνά λύσσαξε ν' αγοράσει κόκκινο παλτό. Το ήθελε πάρα πολύ. λυσσασμένος  music λύσ-σα

 

 

λύτρα [τα] ουσιαστικό

check1 Όταν πληρώνεις λύτρα σε κάποιον, του δίνεις χρήματα για ν' αφήσει ελεύθερο ένα αγαπημένο σου πρόσωπο που το έχει αρπάξει με τη βία και το κρατάει φυλακισμένο.  music λύ-τρα

 

 

λυχνάρι [το] ουσιαστικό (λυχνάρια) 

eikona320

check1 Το λυχνάρι είναι ένα μικρό ρηχό δοχείο με χερούλι. Έχει ένα φιτίλι που καίει μέσα σε λάδι ή πετρέλαιο για να φωτίζει όταν είναι σκοτεινά.

pen1 O Αλαντίν έτριψε το λυχνάρι του και βγήκε από μέσα ένα τζίνι.  music λυ-χνά-ρι