Μουσική Α Δημοτικού - Βιβλίο Μαθητή
25. Νότες που μυρίζουν θάλασσα Παράρτημα Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Εικόνα

Εικόνα
Με το Άλφα και το Ρο τραγουδάω και εγώ*

Διασκευή: Ελένη Τσούτσια-Αουλάκη, Μαρία Αργυρίου
Εικόνα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ήχος, ο Αλφαβήτας. Του άρεσε πολύ να κάνει βόλτες στα σχολεία και να παίζει με τα παιδιά. Η αγαπημένη του τάξη όμως ήταν η Α’Δημοτικού.

Μόλις έμπαινε στην τάξη, τα πρωτάκια ενθουσιάζονταν και φώναζαν χαρούμενα (χαρούμενες φωνούλες από τα παιδιά).

Ο Αλφαβήτας έκανε σβούρες πολλές (σωλήνας ηλεκτρολόγου) και βούιζε όλο το σχολείο (μουρμουρητά).

Χτυπούσε δυνατά τα πόδια του κάτω και το ίδιο έκαναν και τα παιδιά (ποδοβολητό).

* H ηχοϊστορία είναι βασισμένη στο παραμύθι της Βασιλικής Χατζημανωλάκη Ήχος - μύθος σαν ενωθούν... παραμύθι θα μας δώσουν. Αθήνα: Libro


Εικόνα

Άνοιγε το στόμα του κι από μέσα έβγαιναν του κόσμου τα γράμματα: ααααααααα, εεεεεεε, ιιιιι, ουουουου, οοοοοοοο, ουι, ουι, ουι, εοεοεοεο...

Έφτιαχνε μια χορωδία με τα παιδιά και όλοι μαζί τραγουδούσαν τα φωνήματα αυτά (λαχνίσματα με λέξεις δίχως νόημα).

Από την πολλή φασαρία η δασκάλα χτυπούσε θυμωμένα τα χέρια της στο τραπέζι. Ο Αλφαβήτας γελούσε μιμούμενος τον χτύπο των χεριών της δασκάλας και όλη η τάξη αντιλαλούσε από τις φωνές του. Τα παιδιά γελούσαν κι αυτά με τον ίδιο τρόπο... και έτσι η δασκάλα καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να θυμώσει άλλο μαζί του!

Ο Αλφαβήτας τότε έβγαινε από το παράθυρο, πετούσε για λίγο μαζί με τον Άνεμο και γυρνούσε ξανά πίσω σφυρίζοντας δυνατά. Τα παιδιά τον μιμούνταν αμέσως. Σφύριζαν πότε γρήγορα, πότε αργά, πότε «ψιλά», πότε «χαμηλά».

Του άρεσε πολύ να ταξιδεύει. Έτσι, πετώντας στο διπλανό χωριό, μπήκε στο λαρύγγι ενός κόκορα και γύρισε κικιρίζοντας καμαρωτά (μιμούμαστε τη φωνή του κόκορα).

Μετά πήγε στο μελίσσι δίπλα στο σχολείο και μάζεψε μέλι με τις μέλισσες. Γυρνώντας, βούιζε όπως εκείνες (μιμούμαστε ζουζουνίσματα), σαν να ήταν στο μελίσσι.

Πέταξε ψηλά στον ουρανό, χώθηκε σε ένα σύννεφο, το γαργάλησε και εκείνο άρχισε να ψιχαλίζει (νότες στα μεταλλόφωνα).

Πέταξε ακόμα πιο ψηλά, σε ένα τεράστιο σύννεφο, αλλά εκείνο θύμωσε τόσο πολύ και βρόντηξε τόσο δυνατά, που ο Αλφαβήτας γύρισε έντρομος στην τάξη (πιατίνια, τύμπανο).

Το βράδυ μάζευε όλα τα γράμματα, έφτιαχνε ιστορίες και νανούριζε τα πρωτάκια με τα παραμύθια του (ηχητικό απόσπασμα από νανούρισμα).


Εικόνα
O βασιλιάς Αργός και η αρκούδα

Ανδρέας Πριονάς
Εικόνα


Εικόνα

Ο βασιλιάς ενός μακρινού βασιλείου λεγόιαν «Αργός», γιατί μιλούσε αργά (ξυλάκια). Γι’ αυτόν τον λόγο διέταξε όλοι στο βασίλειο του να μιλάνε με τον ίδιο τρόπο!

Πολλές φορές όμως τα βράδια οι υπήκοοί του, κρυμμένοι στα σπίτια τους, κορόιδευαν τον βασιλιά τους και μιλούσαν σιγανά και γρήγορα (μεταλλόφωνα, κουδουνάκια).

Κάποια μέρα που ο βασιλιάς βγήκε μόνος του, για να κάνει μια μεγάλη βόλτα στα κτήματά του, έχασε το τόξο του. Συνάντησε τότε μια αρκούδα (τύμπανο, νταϊρές), η οποία τον πήρε στο κυνήγι. Άρχισε λοιπόν να τρέχει, να τρέχει (ξυλόφωνα) και να φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του, αλλά... αργά:

«Βο-ή-θει-α, με κυ-νη-γά-ει μια αρ-κού-δα».

Κανείς όμως δεν τον πήρε στα σοβαρά. Βλέποντας ότι ο χρόνος λιγόστευε (κασετίνα, καστανιέτες), άρχισε να απελπίζεται και να φωνάζει γρήγορα:

«Βοήθεια, βοήθεια, με κυνηγάει μια αρκούδα»,

γιατί η αρκούδα τον είχε σχεδόν φτάσει και τότε όλοι τρέξανε (όλα τα κρουστά) και τον σώσανε (πιατίνια).

Από τότε ο βασιλιάς άφησε ελεύθερους τους υπηκόους του να μιλούν όπως θέλουν, άλλοτε αργά και άλλοτε γρήγορα, και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς... καλύτερα!

Εικόνα





Καλικαντζαροσκανταλιές*

Νεφέλη Ατέσογλου
Διασκευή: Μαρία Αργυρίου

Δώδεκα μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Θεοφάνεια οι καλικάντζαροι αποφασίζουν πως είναι ώρα να βγουν από τα σπιτικά τους μέσα από τα δέντρα και να γλεντήσουν (ξυλόφωνα). Έναν χρόνο τώρα είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, καθώς πριόνιζαν (ξύστρες) νύχτα-μέρα το δέντρο της Γης.

Το έχουν ήδη αποφασίσει: θα μπλεχτούν στα πόδια μικρών και μεγάλων, για να τους κάνουν να σκοντάφτουν και να πέφτουν (καπάκια από κατσαρόλες και αυτοσχέδιες μπαγκέτες), θα ξηλώνουν τα κουμπιά από τα ρούχα των χωρικών (μονόχορδα, τεντωμένες πετονιές) και θα ζαλίζουν τις νοικοκυρές (μαράκες), για να ξεχνούν το φαγητό στη φωτιά (ήχος από αλουμινόχαρτο που τσαλακώνουμε).

* Ατέσογλου, Ν & Σλάβικ, Α. (2006). Η παρέα του Αϊ-Βασίλη. Χριστουγεννιάτικα δρώμενα για παιδία. Αθήνα: Orpheus.


Εικόνα

Ο Ψιλοβελόνης Μακαρόνης, ο Λυκοκάντζαρος και ο Μονόμμαιος Γουρλός θα μαζέψουν όσο περισσότερα παραδοσιακά καλούδια μπορούν, για να τα φάνε: μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ξεροτήγανα, καραμελωμένα μήλα, λουκουμάδες (μεταλλόφωνα)!

Μια παγωμένη νύχτα (σωλήνας ηλεκτρολόγου) βάζουν τα σχέδιά τους σε εφαρμογή (πιατίνια, τα οποία χτυπάμε με διπλή μπαγκέτα). Τα νυχτοπούλια (το επάνω μέρος της φλογέρας, το οποίο ανοιγοκλείνουμε με το άλλο χέρι) προετοιμάζουν τον ερχομό τους στο χωριό, καθώς τα βήματά τους (διάφορα είδη χαρτιών που τσαλακώνουμε) ακούγονται απειλητικά μέσα στη νύχτα μαζί με το τραγούδι τους (ρυθμικά):

Είμαι καλικάντζαρος,
καλός, κακός και άντζαρος!
Μια σβουράω, μια πηδάω,
ό,τι αρπάξω κι ό,τι φάω.
Γιούργια, γιούργια,
πίτες και κουλούρια!

Στο χωριό θα συναντηθούν και με άλλους καλικάντζαρους και θα αρχίσουν να κατεβαίνουν (φλογέρα) από τις καμινάδες των τζακιών προσπαθώντας να μπουν στα σπίτια.

Ξημερώνουν Χριστούγεννα και μέσα στην απόλυτη σιωπή αρχίζουν να ηχούν οι καμπάνες (πιατίνια, ζίλια, κουδούνια προβάτων, τρίγωνα, καμπανούλες). Ακούγεται η πρώτη καμπάνα, ύστερα άλλη... κι άλλη, ώσπου κάποια στιγμή θα ακουστούν όλες μαζί, για να αρχίσουν πάλι, μία-μία, να σταματούν και στο τέλος να μείνει μόνο μία να ηχεί, έως ότου σιγήσει κι αυτή.

Έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και οι καλικάντζαροι χάνονται μέσα σε πηγάδια και πηγές τραγουδώντας:

Φεύγετε, να φεύγουμε,
κι ήρθε ο παπα-Τούρλακας
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του.
Όσα φτάσει, όσα αγιάσει
όλα θα μας τουμπανιάσει.


Εικόνα
Συναυλία από... χαρτί!*

Διασκευή: Μαρία Αργυρίου
Εικόνα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό χαρτάκι που έψαχνε να βρει τι θα γίνει όιαν μεγαλώσει. Πρώτα πήγε και ρώιησε τη μαμά του, που εργαζόταν στο σπίτι της μαντάμ Τραπεζαρίας, κι εκείνη του αποκρίθηκε:

Χαρτοπετσέτα, βέβαια! Κοίτα εμένα τι ήσυχα και απαλά σκουπίζω τα δαχτυλάκια και στεγνώνω τα χειλάκια (σε τύμπανο τρίβουμε χαρτοπετσέτες).

Ύστερα πήγε και ρώτησε τον μπαμπά του.

—Χα, χα! χαρτόκουτο, παιδί μου, γερό και δυνατό. Θα σε γεμίζουν πράγματα και παντού θα ακούς: φέρτε ένα χαρτόκουτοοοο (χαρτόκουτα σε διάφορα μεγέθη, τα οποία χρησιμοποιούμε σαν τύμπανα χτυπώντας τα με τις παλάμες μας).

* Παρούση, Α. (2000). Ήταν ένα μικρό χαρτάκι. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Τσαφταρίδης, Ν. (2004). Τραγούδια από την παράσταση «Ηταν ένα μικρό χαρτάκι». Μουσική και παιδαγωγικές προτάσεις. Αθήνα: Νήσος.
Η ηχοϊστορία βασίζεται στο βιβλίο της Α. Παρούση, το οποίο γράφτηκε για να βοηθήσει τα παιδιά νηπιακής ηλικίας στη διδασκαλία σύνθετων λέξεων. Η λογική που το διέπει αφορά την κατανόηση της σύνθεσης, της κατάτμησης και της χρήσης των υποκοριστικών. Το παιχνίδι με τον λόγο διατρέχει το βιβλίο της Α. Παρούση και τους στίχους της Μ. Κουλεντιανού με σκοπό τα παιδιά να κατανοήσουν τη δομή του. Τα 1 7 τραγούδια του Ν. Τσαφταρίδη που περιλαμβάνονται στο CD αποτελούν μια ενότητα από διαφορετικά μουσικά ιδιώματα, τα οποία σκοπό έχουν να υπογραμμίσουν τον διαφορετικό χαρακτήρα κάθε ήρωα, αλλά και να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με ακούσματα σύγχρονα ή και παλαιότερα.


Εικόνα

Πήγε στη δασκάλα των Γαλλικών του, την κυρία Ντοσιέ, και τη ρώτησε.

Χαρτοφάκελος, μικρέ μου. Θα έχεις δύο λαστιχάκια και θα ανοιγοκλείνεις. Δεν ξέρεις τι χρήσιμος θα είσαι στην κοινωνία! Και με ετικέτα! (φάκελοι με λαστιχάκια που ανοιγοκλείνουμε)

—Ας πάω στη γιαγιά, που ξέρει τόσες ιστορίες! σκέφτηκε.

—Ε, παιδάκι μου, έχεις ακόμα πολύ χαρτί να φας για να μεγαλώσεις. Βιβλίο να γίνεις, να μάθεις γράμματα! αποκρίθηκε εκείνη (φυλλομετρούμε σελίδες βιβλίων με διαφορετικό πάχος).

Το μικρό χαρτάκι κατέβασε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του.

—Καλημέρα, κυρία χαρτοσακούλα, είπε δειλά.

Χαρτοσακούλας, μικρέ, χαρτοσακούλας! Είμαι ο καλύτερος, με τα φρούτα, τα λαχανικά μου, κι όλο με παίρνουν αγκαλιά (με χαρτοσακούλες του μανάβη παράγουμε διάφορους ήχους).

—Μην τον ακούς! Χαρτί κουζίνας να γίνεις, παιδάκι μου, να τρως και κανένα πιάτο φαΐ, ακούστηκε μια φωνή από την κουζίνα (το εσωτερικό σκληρό ρολό χαρτιού κουζίνας).

—Μπιιι-μπιιι! Φύγε, μικρέ, από τη μέση, έχουμε και δουλειές! Ραντεβού, υποχρεώσεις, επενδύσεις! Το ρολόι μου, πού είναι το ρολόι μου; Ε, μικρέ, χαρτονόμισμα να γίνεις! Μπιιι-μπιι! (πλαστική καραμούζα)

Κι έτσι έφτασε η νύχτα (ήχοι από κουκουβάγια, τριζόνια). Το απαλό αεράκι (σωλήνας ηλεκτρολόγου) δεν έδιωξε τη στενοχώρια του:

—Σε τίποτα δεν μπορώ να φανώ χρήσιμο. Να γινόμουν αστεράκι από ασημόχαρτο. (αλουμινόχαρτο που τσαλακώνουμε).

—Κάνε μια ευχή, του είπε ένα πεφταστέρι.

Και το μικρό χαρτάκι ευχήθηκε.

Έτσι λοιπόν, την άλλη μέρα, όλοι καμάρωναν το μικρό χαρτάκι που είχε μεταμορφωθεί σε έναν πολύ όμορφο χαρταετό. Μόνο το χαρτομάντιλο μονολογούσε κι έλεγε:

—Ναι, όταν όμως κουραστεί το αγοράκι που τραβά τον χαρταετό, ποιος θα του σκουπίσει τον ιδρώτα;


Εικόνα
Η Πλιτς και ο Πλατς*

Διασκευή: Μαρία Αργυρίου
Εικόνα

Μια φορά κι έναν καιρό ήιαν δυο σταγόνες που λέγονταν Πλιτς και Πλατς (γυάλινα μπουκάλια με διαφορετική ποσότητα νερού). Μοιάζανε πάρα πολύ μειαξύ τους, αλλά είχανε μια διαφορά: η Πλιτς ήιαν πιο αδύνατη από τον Πλατς, που ήταν πιο μεγαλόσωμος και έκανε περισσότερο θόρυβο.

Η Πλιτς και ο Πλατς δεν ήταν όμως ευτυχισμένες σταγόνες. Βαριόντουσαν πολύ να χτυπούν τα τζάμια στα παράθυρα των σπιτιών και να τρέχουν από τη βρύση. Ονειρεύονταν να κυλούν σε ποτάμια, σε καταρράχτες και ?γιατί όχι? στην απέραντη γαλάζια θάλασσα μαζί με τα κύματα.

* Romanelli, N. Μουσικά όργανα. Θεσσαλονίκη: Φλούδας.


Εικόνα

Έτσι, αποφάσισαν να ταξιδέψουν. Χωρίς να το καταλάβουν, έφτασαν σε ένα σκοτεινό και ανεμοδαρμένο δάσος. Τα κλαδιά και τα φύλλα τους που στροβιλίζονταν μανιασμένα, πριν πέσουν στη γη, έκαναν τις δύο σταγόνες να τρέμουν. Το ουρλιαχτό των λύκων (με τη φωνή) και των άλλων άγριων ζώων (με τα χάρτινα μεγάφωνα) τις έκαναν να νιώθουν πολύ πολύ μικρές κι αδύναμες.

Αλλά... επιτέλους! Έφτασαν στο κέντρο μιας καταιγίδας (ταψί με νερό και ξύλινη κουτάλα), που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί. Τι καλύτερο από μια καταιγίδα για τις δυο σταγόνες; Όμως, μια ξαφνική και τρομαχτική βροντή (πιατίνια) τις έκανε να αλλάξουν γνώμη: «Πλατς, τρέχα», είπε η Πλιτς, «εδώ θα πάθουμε ζημιά!»

Έτσι έκαναν και άρχισαν πάλι να ταξιδεύουν. Δεν είχαν όμως ησυχία. Κάθε φορά που κοίταζαν η μία την άλλη δεν κατάφερναν να κρύψουν ένα δάκρυ (ποτήρι με νερό), καθώς σκεφτόντουσαν ότι δεν είχαν μπορέσει να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους.

Σε κάποιο ταξίδι τους είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ, ώστε τους φάνηκε αδύνατο να βρουν τον δρόμο της επιστροφής. Ξαφνικά άρχισε να ακούγεται ένας αδύναμος ήχος από μακριά. Ο ήχος τούς φάνηκε γλυκός και έδινε την εντύπωση ότι τη μια απομακρυνόταν και την άλλη επέστρεφε. Για μια στιγμή νόμισαν πως., ναι., ήταν η θάλασσα κι άρχισαν να τρέχουν προς τα εκεί. Ήταν πραγματικά η θάλασσα (ποτηράκια πλαστικά ενωμένα, σωλήνας της βροχής, sea drum). Στην αρχή άκουσαν τα κύματα που έσκαγαν στην ακρογιαλιά (κοχύλια, ξηροί καρποί ενωμένοι σε κορδέλες). Μετά... την είδαν! Έτρεξαν προς τα εκεί και στο πρώτο κύμα που έσκασε στην παραλία βούτηξαν.

Το όνειρο της Πλιτς και του Πλατς βγήκε επιτέλους αληθινό: είχαν γίνει δύο από τις αμέτρητες σταγόνες που σχηματίζουν τη θάλασσα!!!