Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Κ. Πολίτης, Βιογραφικό σημείωμα Γ. Σκαρίμπας, Βιογραφικό σημείωμα Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Γιάννης Σκαρίμπας

Οι τρεις άδειες καρέκλες

(Διήγημα)

TΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ έργο του Γιάννη Σκαρίμπα, με τον επαναστατικό του χαρακτήρα στη γλώσσα και τη διατύπωση, εντάσσεται στο κλίμα ανανέωσης της πεζογραφίας του μεσοπολέμου. Το κύριο χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί το συγγραφέα από τους πεζογράφους της γενιάς του είναι η παραδοξολογία, το απροσδόκητο και το απίθανο, μια φαντασία που φτάνει ως την πιο αχαλίνωτη αυθαιρεσία και μια εκφραστική τεχνική που στις ακραίες περιπτώσεις παραμορφώνει τη γλώσσα και την έκφραση. Ένα, κάπως πιο ήπιο, δείγμα γραφής του είναι και το παρακάτω διήγημα.

Όταν μπήκα στην «αίθουσα αναμονής» τις βρήκα εκεί. Ήσαν τρεις Κυρίες και προφανώς ήσαν ξένες. Ένας τέταρτος, ο φίλος μου ο Μακής, περίμενε κι αυτός την αράδα του.

Κάθισα. Απ' την απέναντι κλειστή πόρτα ο γιατρός —μέσα— ακούονταν, να «ψευδίζει» όπως πάντα. Και κατεργάζονταν με την εκνευριστική τροχαλία του, τις οίδε, τις δοντάρες ποιου πάλι. Συντύχαμε πέντ' έξ' εφτά, φίλοι όλοι μας, σε κάτι οδοντοστοιχίες ως ορίζοντες, να 'χουμε και σαν κάπρου τα δόντια...Και δώσ' του αυτός να τσακάει τις ροδέλες του και να τον ταρακουνάν οι ηλεκτρισμοί του... Ωχ, ωχ, ωχ!... έκανε μέσα ο άλλος, τσιρίζοντας...

— Ο Πεταμένος είναι αυτός... μου κάνει μένα ο Μακής. Είναι πολύ πονεσιάρης!

— ...Μη το λέτε... του κάνει η μια Κυρία απ' τις τρεις. Ο πόνος του δοντιού είναι...

Κοίταξα τις Κυρίες και συμφώνησα ευγενώς... Ο πόνος του δοντιού πράγματι είναι... «Και σεις —λέω— για τα δόντια σας;»

— Ναι... μου κάνει χαμογελώντας αυτή. Μα όχι τίποτε σπουδαίο — απλώς, για μια αλλαγή μπαμπακιών. Έχουμε και οι τρεις μας «σφραγίσματα» κι επειδής είμαστε ξένες...

— Ασφαλώς... κάνω, φαίνεστε...

— Ναι, είμεθα Αιγυπτιώτισσες, λέει, και αι τρεις αδελφαί. Ήρθαμε για λίγες μέρες στην πόλη σας. Ωραία που είναι η Χαλκίδα σας — πραγματική «νύμφη του Ευρίπου».

Στο σημείον αυτό, καρσί* η πόρτα μισάνοιξε και φάνηκεν ο γιατρός, με τις πλάτες. Κάτι του 'λεγε ο παραμέσα Πεταμένος. «Θα τ' αλλάξω» ακούονταν που του 'λεγε μ' εκείνην του την «μπουκωτή» προφορά, που λες πάντα μίλαε με το στόμα του γιομάτο: «Καλά, η ονομαστική είναι εντάξει: Ο κύριος Πεταμένος... Αλλά η γενική; Η Γενική τα χαλάει... Πώς θα λέγεται... η μέλλουσα σύζυγος; Κα Πεταμένου; ... Καταλαβαίνεις ότι και ψυχολογικώς πέφτει άσκημο — μπορεί να μου χαλάει τα συνοικέσια!»

— Και θα το κάμεις;

Ιπτάμενος!

Κι έφυγε.

...Η σειρά σου... κάνει τότε ο γιατρός στο Μακή. Στις δε Κυρίες μαριόλικα: Ω, δε θ' αργήσω... Και τους έστειλε μιαν χαμογελαστή τσιριμόνια όλην άνθια και πούλιες. Ύστερα, αμφιταλαντευθέντας* κειδά: Ασφαλώς θα 'στε ξένες...

— Μάλιστα... κάνει η ίδια απ' αυτές: Εξ Αιγύπτου Ελληνίδες.

— Και φαντάζομαι και στενοί συγγενείς — πολύ πολύ μοιάζετε...

— Ναι, είμεθα και αι τρεις αδελφαί.

— Ω, τι σύμπτωση!... κάνει τότε ο γιατρός. Τούτ' το σπίτι, ήταν επίσης τριών αδελφών και συν-Αιγυπτιωτισσών σας επίσης!

— Είναι 'δω; κάμαν μ' ενδιαφέρον κι οι τρεις.

— Ώωω, παλιά χρόνια... Εγώ, δεν είχα καν γεννηθεί, αλλά ως έχω ακούσει, τότε, το πούλησαν κι έφυγαν. (Και μετά μικρό δισταγμό): Οι Κυρίες εκείνες εχάθηκαν — πνίγηκαν με του «Τιτανικού»* το ναυάγιο!... Ακριβώς, οι τρεις αυτές καρέκλες που κάθεστε, είναι τα μόνα δικά τους. Όλα τ' άλλα, πριν φύγουν, τα πούλησαν.

Και μετά —πάλι— τσιριμόνια, εμπήκε.

Εμείναμεν οι τρεις Κυρίες κι εγώ. Και πέρναε έξοχα η ώρα... Ωραία... αχ τι ωραία η Χαλκίδα μας!... και πόσα καλά δεν είχαν γι' αυτήνα ακουσμένα... Για τα ωραία, τα φρεσκότατα ψάρια της..., για τους φιλήσυχους κι ευγενικούς Χαλκιδείς της... Χώρια για τούτην την ακαταμάχητην έλξη της του αινίγματος Ευρίπου! Απ' αυτό ο Αριστοτέλης, λέει, έσκασε;

— ...Ναι μεν... πλην εκτός...

— Και ελόγου μου τι έλεγα: Ποιο απ' τα δυο ξενοδοχεία ήταν καλύτερο; το «Παλίρροια» ή το «Λούσυ»; Διότι δεν είχαν ταχτοποιήσει το ζήτημα — πετάχτηκαν πρώτα, στον πρώτο γιατρό για αλλαγή... Ω, τι ενοχλητικό ένα δοντάκι... Και: «Αχ!... πόσο θα θέλαμε να εγκαθιστάμεθα εδώ!» κάνει η μία από τις τρεις αυτές εικόνες. Καθώς ήσαν και σαν μια τριάδα ομοούσια, νόμιζα ότι βλέπω μια - τρεις φορές!...

— Είστε παντρεμένες; ρωτάω

— Και οι τρεις!

Τήραξα* τις τρεις Κυρίες κι ήμουν βλάκας! Πράγματι, άκρη τοίχου, στη γραμμή σαν σπαθιά, μοιάζαν και σαν ταπετσαρία εκεί χάμου.

— Και οι σύζυγοι; λέω. Θα ενέκριναν οι σύζυγοι την εδώ εγκατάστασή σας;

- Ω, είμεθα πατριαρχική οικογένεια!... κάνει τότε με μια άνεση αρχοντιάς και νωχέλειας. Ο μπαμπάς διευθύνει... Με τα νέα κλωστικά μηχανήματα και την αυτόματη πλέξη, η ταπητουργία μπορεί να γίνει οπουδήποτε. Δεν —πια— χρειάζονται οι πολυπληθείς ειδικοί. Αι κουβαρίστραι, γυρίζουν μόναι σαν σβίγγοι*...

— Έχετε τέτοιο εργοστάσιο;

— Το μεγαλύτερο της Μέσης Ανατολής, στο Σουέζ. Αλλά ο Νάσερ* και λοιπά και λοιπά... Ο μπαμπάς, παραμένει προσωρινώς μέχρις ότου, και λοιπά και λοιπά... Προηγήθημεν για την ανεύρεση χώρου... Πάντως, εδώ το εργοστάσιο... (Και: «Δεν αλλάζουμε καρέκλες...» μου φάνηκε πως είπε η μια απ' αυτές στις δυο άλλες).

Τράβηξα το ρολόι απ' την τσέπη μου κι έριξα ανήσυχο βλέμμα τριγύρω. Η Κυρία, το πρόσεξε: «Βιάζεστε;» κάνει. «Σας παραχωρούμε την προτεραιότητά μας αν...»

— Α, όχι, λέω —ευχαριστώ— δε θα πρόφταινα άλλωστε. Είναι η ώρα μου...

— Δηλαδή; λέει δειλά, με κρυφό δισταγμό. Έμοιασε —πως*— ν' ανησύχησε...

— Κάθε τέτοια ώρα, λέω, σεληνιάζομαι... και...

Πώς!... Τι!... κάμαν μ' ένα στόμα κι οι τρεις.

— Δυστυχώς!... Δυστυχώς!... κι άρχισα να μπλαβιάζω* απ' αγάλι... Έκαμα και προς το τζάμι δυο βήματα. Σχεδόν, κόλλησα το κούτελό μου — να βλέπω. Στο δρόμο, εκεί κάτω, πίσω απ' το ίδιο κιόσκι, όλο «τα 'λεγε» η Αντιγόνη η καμαριέρα. Στην ίδια θέση, απ' το πρωί, εκεί την είχα δει όταν περνούσα...

Στρέψαντας, τις Κυρίες δεν τις είδα!... Οι τρεις τους καρέκλες —εκεί— ήσαν άδειες!... Μόνο στις κάτω σκάλες ακούονταν, οι βιαστικοί τριγμοί πατημάτων... Έφευγαν!... Όχι μόνον την προτεραιότητα, αλλά και την αιώνιότητά τους μου άφησαν... Μωρέ έμπνευση που σ' την είχα!... στοχάστηκα...

Και στάθηκα μπρος στον καθρέφτη του τοίχου. Τα μούτρα μου, γύρω απ' το στόμα ήταν κατάσπαρτα από ψιλές μαύρες στίξεις*. Οι μπαρούτες της δικανιάς που πισώσκασε, μου τα 'χαν με μαύρο αλεύρι σκονίσει. (Οι δυο μου οι «κυνόδοντες» έξεχαν). Πώς τότε —λέω— δε σκοτώθηκα!... Το όπλο, είχ' εκτονώσει απ' τα όπισθεν!...

Και πέρναε έξοχα η ώρα. Μωρέ έμπνευση που στην είχα!... στοχάζομαν... Στο ιατρείο μόνο άκουσα μια στιγμή το όνομά μου. Μπαίνω μέσα και αρωτάω το γιατρό: «Είπες τίποτα;»

— Ο γιατρός, λέει, ο κ. Τσαμπούνης, στο τηλέφωνο με ρώτησε αν εσύ είσαι 'δω.

— Και τι ήθελε;

— Τίποτα. Μου είπε να σου πω, να πάτε σε κάνα κυνήγι μαζί. Για τίποτις τουρλιά* ή για μπεκάτσες.

— Δεν είμαστε καλά του αποκρίθηκα. Από πού κι ως πού εγώ κι αυτός στο κυνήγι; Απλώς, μια «καλημέρα» ανταλλάζουμε.

Και βγήκα ξανά, κλείσαντας την πόρτα όπισθέ μου. Αντίκρυα μου, οι τρεις άδειες καρέκλες μού γέλασαν... «Πράγματι, πως δε είμαστε καλά!... λες συμφώναγαν. Από πού και ως πού στο κυνήγι με τον κ. Τσαμπούνη

Και ξανάκαμα ένα σουλάτσο*, έως το τζάμι. Η Αντιγόνη πάντα εκεί, με τον «μάγκα της» σε φλογερό τετ-α-τετ τους. Πλάι τους, ένα μπουλντόκ κοψανούρικο* και με εξέχοντα τα δυο καπριά* του απ' τα χείλη, ζύγωνε σε μια σκύλα τη μούρη του τη βουτηχτή λες σε φούμο*: «Μωρέ μούτρα για γαμπρός!»... συλλογίστηκα.

Κρακ! κάνει πίσω μ' η πόρτα, και στ' άνοιγμα, φάνηκε φιλομειδής* πρώτα ο γιατρός. Πίσω του, ο Μακής ακολουθούσε.

— Οι Κυβγίες; μου λέει κιόλας δείχνοντας τις αδειανές τρεις καρέκλες.

Το χαμόγελό του είχε σβήσει..

— Ποιες Κυρίες; του κάνω τελείως ατάραχος!

— Μπρε τι λες; Οι Κυβγίες που περίμεναν δωχάμω.

— Δεν έχω ιδέα!... λέω. Περίμεναν τίποτες Κυρίες δωχάμω;

Αντίς απάντησης, στράφηκε στον όπισθέ του Μακή· «Συ, τι λες» του κάνει με πικρό χαμόγελο, αυτουνού. «Περίμεναν τίποτις Κυβγίες δωχάμω

— Όχι!... κάνει ο Μακής, υπακούσαντας σε αστραπιαίο νόημά μου! Εγώ τουλάχιστον δεν είδα!

— Ε - σύ του-λά-χι-στον δεν εί-δες!... Μπρε τι λες; Τ' είν' αυτά;

Κι έμεινε άναυδος!... Ούτε μ' ένα εκατομμύριο λουδοβίκεια*, δεν του το πλήρωνες των μουτρών του το σκέδιο! Η κατάπληξή του, ήταν θαύμα!

Αντιγόνη !... κάνει κρούσαντας οξοφρενών τις παλάμες του.

Αρσακειαδιστί*, αυτή πρόβαλε στο τελάρο της πόρτας. Γοητευτική μες στην κάτασπρη φόρμα της, έμοιαζε σαν Αυρηλιανή* σε κορνίζα... Σεμνότητα παρθενική αχτινοβόλαε, η χαμωβλέπινη ειδή* της! «Στις διαταγές σας Κύριε !...» εψέλλισε. Αλλά τις οίδε ο γιατρός από τι διακατεχόμενος τρόμους, (δε θες να του 'λεγε κι αυτή κάνα όχι;) κατάπιε πρώτα δύο τρεις φορές πριν μιλήσει... «Δε μου λες — είδες εδώ τρεις Κυβγίες;» Και το «ψεύδισμά» του αποπνίγηκε.

Η χαμοβλέπισσα, ανάβλεψε... Πώς να 'χε δει; Αυτή, απ' το πρωί τα κανόνιζε μύτ' με μύτ' με το μάγκα... Όχι!... Κύριε !... κάνει τέλος, ως ο Καίσαρ το «ερρίφθω —του— ο κύβος!»*

Μπρε τι λες; (Όλο «μπρε τι λες» και «μπρε τι λες» του, το πήγαινε...)

- Τι να πω Κύριε; Ψέματα;

Πράγματι, να πρόσβελνε τη φιλαλήθειά του το κορίτσι...

 

* * *

Το μεσημέρι, ενώ έτρωγα, με καλεί το τηλέφωνο. Σήκωσα το ακουστικό και:

Μπρος!... κάνω με το στόμα γιομάτο.

— Δε μου λες κύβγιε Πετάμενε... είμαι να τρελαθώ — με πβοσέχεις;

— Ναι, ναι, ναι!... κάνω. Ήταν ο γιατρός, τον εγνώρισα. Είχε κάμει λάθος στο νούμερο.

— Στο Ιατρείο μου όταν ήρθες, ποιους βρήκες εδώ να κρατάν τη σειρά;

—... Μα, κάνω, το Μακή και το Γιάννη.

— Ποιον Γιάννη; τον... μπουλντόκ;

— !...; !...

— Άλλον, άλλον;

Κανείν*!

— Μπρε τι λες!... Δε βρήκες και τρεις Κυβγίες μαζί;

— Τρεις Κυρίες;... Όχι. Αν ήσαν, ασφαλώς θα τις έβλεπα. (Κι απόθεσα το ακουστικό χαμογελώντας. Έκλεισα και το 'να μάτι με νόημα...).

Δεν παίρνω, λέω, τον Πετάμενο, να τον κατατοπίσω, να ξέρει; Κι άμ' έπος άμ' έργον!*... Γυρίζω τον τηλεφωνικό δίσκο στο νούμερο και υψώνω το ακουστικό στο δεξί μου: «Συ 'σαι Γιώργο;»

— Ναι, είμαι ο Πετάμενος... Αλλά θα το αλλάξω. Καλά, η «ονομαστ

— Ακου να ιδείς... Θα γελάσουμε!... Αύριο που θα ξαναπάς στο... — Συμφωνεί και ο Μακής. Στο τηλέφωνο που πριν λιγάκι ρώτησα, συμφωνεί να το αλλάξω. Καλά, η «ονομαστική » αλλά η «γενι-»...

— ...που θα ξαναπάς λοιπόν στο γιατρό, θα σου πει για τις Κυρίες.

— Ποιες Κυρίες;

— Τις τρεις αδελφές Αιγυπτιώτισσες που ήσαν το πρωί στο Ιατρείο.

— Ήσαν τίποτις αδελφές στο Ιατρείο;

— Μπρε τι λες; Δεν ήσαν οι τρεις Κυρίες που...

— Δεν είδα! Σένα και τον Μακή είδα κει — για Κυρίες δεν ξέρω!...

Και μου 'κλεισε το ακουστικό: κρι... κρι... κρι...

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, γιατί την μπουκιά την είχα λίγο πριν καταπιεί... Αχ τι έλεγε!... Δεν είμαστε καλά!... συλλογίστηκα. «Πράγματι, (μου φάνηκε πως ξανά κείνες οι τρεις άδειες καρέκλες μου λέγαν): Διόλου δεν είμαστε καλά!»

Και τώρα, ζητάω το Μακή: «Μπρος!... Συ 'σαι Νίκο;... Ωραίο... κάνω, το αστείο μας!... Τι επιτυχία!... Τι διάνα!...»

— Ποιο πράμα; τον ακώ — δεν εννόησα!

— Να, με το γιατρό!... λέω, με τις Κυρίες!...

— Ποιες Κυρίες; Δε μου λες και μένα να ξέρω... Έγινε τίποτε;

— Μπρε τι λες; Δεν είπαμε του γιατρού, ότι δεν είδαμε στην «αναμονή» τρεις Κυρίες;

— Πράγματι..., λέει, είπαμε.

— Ναι, μα αυτό ήταν ψέμα... Τις είχαμε δει τις Κυρίες.

— Δεν είμαστε καλά!... Αγγελοκρούστηκες*; Εγώ δεν είδα τίποτις Κυρίες!

Και μου 'κλείσε τ' ακουστικό: κρι... κρι... κρι...

Έμεινα με το μηχάνημα στο χέρι. Παράξενες εντυπώσεις και σχήματα διάβαιναν κινηματογραφημένα απ' το νου μου. Θυμήθηκα που μια μέρα είπα «ναι» και μου 'φερε το γκαρσόνι μια πάστα. «Βρε κύριε..., του λέω, τι με ρώτησες;»

»— Αν δεν θα πάρετε και σεις πάστα.

»— Εγώ τι σ' απάντησα;

»— Ναι.

»— Δηλαδή δενθα πάρω... Άντε να μου χαθείς, είσαι ηλίθιος!»

* * *

Κρακ.... κρακ... κρακ... — ο γιατρός;

— Ναι.

— Άκουσε να ιδείς... Σε αστειεύτηκα ότι...

— Ξέρω, ξέρω..., με προλαβαίνει η φωνή του... Θα μου πεις και συ ότι τις είδες!.. Είσαι επίσης καλός φίλος και συ Γιάννη μου... Τόσο συ, όσο και ο Μακής, κι ο Πετάμενος, όσο κι η Αντιγόνη η καημένη...

—... Η καημένη;!...

—... δεν τις είδατε — ας λέτε!

— Ας λέμε! Σου είπε ο Πετάμενος, σου είπε ο Μακής ότι τις είδαν;

— Ο Μακής κι η Αντιγόνη προτύτερα. Ο Πετάμενος το «παραδέχτηκε» μόλις — πριν μια στιγμή, μου το «βεβαιούσε».

— Σου το βεβαίωσε; Μα, δεν παν δυο λεφτά, που και οι δυο στο τηλέφωνο μου ορκίστηκαν πως όχι — πως αυτοί δεν τις είδαν!

— Σου είπα, ο Πετάμενος και μένα μου το 'χε αρνηθεί πριν λιγάκι. Το ανακαλεί κι αυτός τώρα — λέει κι αυτός πως τις είδε!... Τώρα, πως τις είδατε λέτε όλοι. Ακόμα κι η Αντιγόνη η καημένη...

— Η καημένη;

— Το κάνετε..., και με συγκινεί η καλοσύνη σας, το κάνετε για να καθησυχάσετε εμένα!... Δυστυχώς, εγώ τις είδα!... Είμαι... το ξέρω αυτό... αλαφροΐσκιωτος*!...

Και μου 'κλεισε τ' ακουστικό: κρι... κρι... κρι ...

Έμεινα!... Ένα εκατομμύριο λουδοβίκεια; Και μόνο για το ήμισυ της φάτσας μου, δε θα 'φταναν πεντεξιεφτά εκατομμύρια!... Σκέφτηκα πως είναι εξαίσιο να πέφτει —αφηνόμενη— η πέτρα... Γιατί, αν πήγαινε ψηλά, τι θα γινόταν; «Ε — καλά, μαλώσατε και θύμωσες!» του'χα πει κάποιου κάποτε, που του κατάφερε ενός αλλουνού μια βιολιά! «Μα ένα βιολί, πού το βρήκες

»— Στο χέρι μου!...»

Τίποτα... τίποτα, άλλη λύση δε μ' έπαιρνε. Τράβηξα για τον «Ευβοϊκό Κήρυκα»* ντρίτα*... Ήμουν κι εγώ αλαφροΐσκιωτος!

— Μου δίνετε, λέω, ένα χαρτί;

— Ευχαρίστως, μου κάνει ο αρχισυντάχτης, και μου 'δωσε.

Και τραβάω το στυλό μου. Έγραψα ό,τι έγραψα στα γρήγορα και του το βάνω στο χέρι: «Με χοντρά πεζά*, λέω, και σε πλαίσιο».

Καθάρισε ο δημοσιογράφος τα τζάμια* του και το 'φερνε σαν να 'χε μόσκο στη μύτη: «Επείγουσα πώλησις» άρχισε να διαβάζει όλος άνεση «Λόγω»...

Σσσσιγά!... του κάνω εγώ απλώσαντας τα δυο μου χέρια αψηλά του: Δε θέλω να το μάθει ο γιατρός... Να πουληθεί πρώτα — κι ύστερα.

Ο άνθρωπος, συμφώνησε, αλλά δεν ήξερε — τι; «Να μην το διάβαζε διόλου;»

— Είμαστε, λέω, κι οι δυο αλαφροΐσκιωτοι! γι' αυτό!

— Εγώ, λέει... αλαφροΐσκιωτος; Κούφια κι άπιαστα...

— Όχι αδερφέ! τι ιδέα!... Ο γιατρός, λέω, κι ελόγου μου!

Τότε και δαύτος συνέχισε: «Λόγω αναχωρήσεως πωλείται επειγόντως εις τιμήν ευκαιρίας, διώροφος οικία κατάλληλος διά κλινικήν».

— Εκτός, αν παρουσιαστεί αγοραστής, λέω, ο ίδιος. Στην περίπτωση αυτή, προτιμάται.

— ...Ώστε θα εκπατριστείτε; μου κάνει με έτοιμη ευγένεια. Μας είναι ιδιαιτέρως απάρεσκον.

Ύστερα, με συμπαθητική μειλιχιότητα: «Δυστυχώς, αμφιβάλλω αν θα σας βρεθεί αγοραστής... Ήδη, το μυστικόν είναι κοινόν! — όλη η πόλις το ξέρει»...

— Τι πράμα; λέω καθώς μπλάβιαζα.

— Ότι κρατάει φαντάσματα στο σπίτι!

— Μπρε τι λές;

— Ακριβώς. Αι ποτέ ιδιοκτήτριαι — τρεις αδελφαί Αιγυπτιώτισσαι, το επισκέπτονται, αν και προ πολλού τεθνεώσαι. Χθες ακριβώς το επεσκέφθηκαν.

— Μπρε τι λές;

— Ναι, ναι, ναι... Τας είδαν οι κύριοι Μακής και Πετάμενος, ο ίδιος ο γιατρός κι η δ/νίς Αντιγόνη.

— Η δ/νίς; Αυτή... η Αυρηλία; Είναι κι αυτή αλαφροΐσκιωτη; Μα αυτή, πρώτον έλειπε στο μυτοκολλητόν τετ-α-τέτιον της, έπειτα ήμουν μπροστά στη σκηνή — είπε όχι!

— Το είπε λέει η ίδια, εξεπίτηδες, για να μην ανησυχήσει ο Κύριός της. Της πήρε η εφημερίδα μας, συνέντευξη!

— Βρε την αγαπητουλούουουου!... Βρε τι ψεύευτισσα!

— Τες είδε λέει, έτσι λέει... Τες συνάντησε λέει καθώς βγαίναν. Μάλιστα λέει πως και «τα 'πανε» καθ' οδόν μεταξύ τους.

— Αυτή, λέω, με τα φαντάσματα;... Και τι της είπαν — σας είπε;

— Της περιέγραψαν λέει το ναυάγιο όπου πνιγήκαν κι οι τρεις. Το υπερωκεάνειο, της είπαν, προσέκρουσε σε μια τεράστια χελώνα. Ήταν τόσο μεγάλη — να, σαν μια μικρή νήσος!... Είχε κι ένα μικρό δάσος στο καύκαλο με παραδείσια πτηνά!

Άκουγα κι όσο πάει και μαγευόμουν... Καλά την είχε πει ο γιατρός «η καημένη». Ένα δάσος — σε καύκαλο!... Τι θαύμα!... Τι υπέροχο! Και μου 'ρχονταν τώρα σαν τύφλα η κουβέντα της, σαν παίξιμο μικρών παιδιών σ' έναν κήπο. Της άξιζε που την είπε «δ/νίς» «Τα πουλιά —λέω— κελάηδαγαν;»

— Τραγούδια επουράνια!... Καναρίνια... παπαγαλάκια... ατσάραντοι*... άσπρα κοτσίφια κι αηδόνια.

...Αχ, αχ, αχ!... Τι ωραία να προσκρούς σε χελώνα... Καλά, λέω, όμως σου 'πε η δ/νίς, τα πουλιά αυτά τι γίνονταν όταν έκανε κάνα μακροβούτι η χελώνα;

— Απλούστατα: Έκαναν μερικές βόλτες εναέριες, έως που να ξαναβγεί στην επιφάνεια.

— Αχ, αχ, αχ!... Και τότε αυτά ξαναπήγαιναν!

— Αμέ;

— Και θα ξανάρχιζαν, λέω, το τραγουδητό και τις γαργάρες των τρίλιων*.

— Βεβαίως. Και το αλληλοκυνηγητό στα κλαδάκια.

— Έλα Χριστέ και Παναγιά!... Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό... Εκείνα μου, τα ως χαυλιόδοντες, σκυλόδοντα, μου έξεχαν σαν δυο καμπτές κιμωλίες. «Θα χρειαστεί να τα κόψουμε —μου 'χε πει ο γιατρός— τουλάχιστον δυο πόντους σε μάκρος. Έτσι, δε θα σε ξαναλένε μπουλντόκ!».

— Γι' αυτό σας λέω... μου συνεχίζει ο συντάχτης μας. Είναι απίθανον να σας βρεθεί αγοραστής, έστω κι αν εσείς αποδημήσετε. Αλλά το απιθανότερον όλων είναι, αγοραστής να 'ναι αυτός.

— Ποιος «αυτός»;

— Ο γιατρός. Το σπίτι που επείγεσθε να το ξεφορτωθείτε από πάνω σας, επείγεται να το ξεφορτωθεί κι αυτός επίσης.

— Γιατί;

— Για τους ίδιους με σας λόγους.

— Σας το 'πε ο ίδιος;

— Να, λίγο πριν 'ρθείτε σεις, είχεν έρθει, και μου 'φερε κι αυτός ένα «επείγον» του. Το ίδιο μου είπε κι αυτός: «Με χοντρά πεζά και σε πλαίσιο». Και τραβάει ένα χαρτί απ' το συρτάρι του: «Ορίστε — διαβάστε το!»

Κι εγώ το διάβασα: «Επείγουσα Ζήτησις. Ζητείται οίκημα δι' επείγουσαν μετακόμισιν οδοντοϊατρείου. Ενοίκιον ικανοποιητικόν»...

Πετάχτηκα, κατασυγκινημένος στο δρόμο. Πλάι μου οι νεροφούσκες του Ευρίπου, γυρνόφερναν τους αιώνιους χορούς των. Ως σφίγκοι στροφιλίζονταν οι δίνες* του, λες κανενός κλωστηρίου ταπήτων... «Τ' είν' εκείνα;» αρωτάω κάτι αγιόπαιδα* που —συναγμένα— χαχάνιζαν. Στο ρέμα, κάτι ως κλουβιά, ανεβοκατέβαιναν σαν που —ναυαγισμένοι— επνίγονταν... «Από κάποιο καφενείο, λέει, θα 'πεσαν δυο τρεις καρέκλες και πάνε... Τήρα κάτι κολοτούμπες που κάνουν!». Τραβώντας την «πεπατημένη» εκ συνήθειας, βρέθηκα μπρος στο οδοντοϊατρείο σαν 'νας βλάκας. Κάνω μια μεταβολή κι όπου φύγει μου.

Στρέψαντας κατά το «περίπτερο» διάβηκα όπισθεν από την ουρά της Αντιγόνης. Με τα μπράτσα της η δ/νίς, ακουμπιστά στο περβάζι του και τα «πίσω» της τουρλωτά και μεσάτα, τα «κανόνιζε» τετ-α-τετ με τον μάγκα της, ρίχνοντας και καμιά ματιά στο Ιατρείο... «Δεν πρόλαβα... (την άκουσα να λέει). Τις έδωσε σε δυο μικρούς να τις πετάξουν! Κατευθείαν, στη γέφυρα—τους πρόσταξε!...»

Τότε, κατάλαβα... Οι τρεις άδειες καρέκλες ταξίδευαν για το νησί των θαυμάτων... Παπούτσι από το σπίτι σου... Σ' αυτές οι τρεις Κυβγίες θα κάθονταν, κάτω απ' τις τρίλιες των γλάρων!

Προχωρήσαντας, διασταυρώνουμαι, με το γιατρό κ. Τσαμπούνη. Για να ιδώ —λέω— τι τσαμπούνησε και ο κ. Τσαμπούνης; Από πού κι ως πού να πηγαίναμε για τουρλιά και μπεκάτσες μαζί; «Δε μου λες —του λέω— τι ιδέα σου για κυνήγι αδερφέ; Και πού το 'ξερες, στο οδοντοϊατρείο, να ρωτήσεις;»

— Δεν ήταν αυτός ο λόγος..., μου λέει.

— Αλλά, ποιος;

— Άκουσε, θα στο πω με δυο λόγια.

— Είμαι όλος αυτιά.

— Κι όλος δόντια!

...Μπρε θα στον κάμω 'γω —επιφυλάχτηκα— στο βριξίδι μια διάρα... Θα στον κάμω να σωριαστεί χάμω ανάσκελα και να τον βρέχουν με ξίδια...

«Το λοιπόν;» λέω.

Θα τον κάμω να σεληνιαστεί αυτός κι όχι εγώ.

Καθώς, λέει, ακροάζομαι έναν ασθενή στο φαρμακείο, ζήτησαν έναν γιατρό στο τηλέφωνο. «Μπρος! κάνω, ποιος εκεί;» Τότε, μια γυναικεία φωνή, μου... τηλεβόησε ταύτα: «Σπεύσατε!... Στο οδοντοϊατρείο του Καλλίνικου, ένας κύριος... ένας κύριος Γιάννης...»

»— Γιάννης... της απαντώ, δεν θα πει όμως τίποτα. Τ' όνομά του το ξέρετε;

»— Μα, όχι... Είμαστε ξένες και σπεύδουμε να προλάβουμε το τρένο— Είναι ένας κύριος, που, με συγχωρείτε,... μοιάζει, λέει, σαν μπουλντόκ!... Αχ, τρέξατε, δείχνει πολύ άσχημα σημεία!»

Κατάλαβα, λέει, ότι επρόκειτο για σένα.

...Αχ!..., κάνω μια, και σωριάζομαι.

Ξίδι!... Ξίδι!... ακώ μες στο βύθος μου, που καμπόσοι εγκαρίζαν.

Δεν είναι τίποτε !... ξανακώ το γιατρό... Κρίσις ελαφράς επιληψίας!...

Και τον ένιωσα, να (με το ρολόι του στο χέρι) μου μετράει τους σφυγμούς μου...

Γ. Σκαρίμπας, «Η Κυρά μου η τρέλα …»


καρσί: (λεξ. τουρκ.), αντίκρυ.
αμφιταλαντευθέντας: αντί: αμφιταλαντευόμενος.
Τιτανικός: το μεγαλύτερο –τότε– υπερωκεάνειο του κόσμου, 47.000 τόννων, προσκρούσαν σε τεράστιον ογκόπαγο (άλλοι λέγαν σε τεράστιαν... χελώνα!) τη νύχτα της 14 Απριλίου 1912, βυθίστηκε στον Ατλαντικό, με —μαζί— 1.565 επιβάτες. Θεωρείται απ' τα μεγαλύτερα ναυάγια. (Σημ. συγγρ.).
τήραξα: κοίταξα.
σβίγκος: σβούρα.
Νάσερ: Αιγύπτιος στρατιωτικός που ανέτρεψε το βασιλιά Φαρούκ. Έγινε πρόεδρος της Αιγύπτου και εθνικοποίησε τις ξένες επιχειρήσεις.
πως: κάπως.
μπλαβιάζω: γίνομαι μπλάβος, κατακόκκινος.
στίξεις: σημάδια.
τουρλιά: το τουρλί· το πουλί τροχίλος.
σουλάτσο: βόλτα.
κοψανούρικος: με κομμένη την ουρά.
καπριά: κυνόδοντες σκύλου.
φούμο: (το) καπνιά.
φιλομειδής: γελαστός.
λουδοβίκεια: χρυσά γαλλικά νομίσματα.
Αρσακειαδιστί: σαν Αρσακειάδα, μαθήτρια του Αρσακείου, με μεγάλη σεμνότητα.
Αυρηλιανή: εννοεί την Ιωάννα της Λωραίνης (κοροϊδευτικά).
ειδή: πρόσωπο, θωριά.
Καίσαρ: Ρωμαίος αυτοκράτορας (η φράση: ο κύβος ερρίφθη είναι δική του).
κανείν: κανένα.
αμ' έπος, αμ' έργον: μαζί με το λόγο και το έργο, χωρίς καθυστέρηση.
αγγελοκρούομαι: χάνω τα λογικά μου.
αλαφροΐσκιωτος: αυτός που βλέπει οράματα ή φαντάσματα.
Ευβοϊκός Κήρυκας: τίτλος εφημερίδας της Χαλκίδας.
ντρίτα: κατευθείαν.
πεζά: πεζά γράμματα, όχι κεφαλαία.
τζάμια: γυαλιά.
ατσάραντος: το πουλί φλώρος.
τρίλια: αρμονικός συνδυασμός από ήχους που εκτελούνται ταυτόχρονα.
δίνη: (η)· περιστροφική κίνηση νερού, στρόβιλος.
αγ(υ)ιόπαιδα: παιδιά του δρόμου.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Το διήγημα πλέκεται γύρω από μια φάρσα. Να την επισημάνετε και να βρείτε:
    α) πώς εξελίσσεται. Βγαίνει κανένα συμπέρασμα;
    β) ποια είναι τα αποτελέσματά της;
  2. Η φάρσα ξεκινάει από λογικές καταστάσεις που καταλήγουν όμως στο παράλογο. Πώς γίνεται αυτό;
  3. Με ποια μέσα πετυχαίνει ο συγγραφέας να δώσει κωμικές καταστάσεις;
  4. Να επισημάνετε τις εκφραστικές και γλωσσικές ιδιοτυπίες. Ποιος ο ρόλος τους στην όλη ατμόσφαιρα του διηγήματος;

εικόνα