Γιορντάν Γιόφκωφ, «Το άσπρο χελιδόνι»

Χουγιάζοντας τα σκυλιά του, ο Πέτρ Μοκάνιν κατάλαβε πως ο άγνωστος είχε κάποιο λόγο, κάποια αμηχανία μάλλον, που ερχόταν σε αντάμωσή του. Διαβολόστειλε τα σκυλιά, και ξαναπρόσεξε τον άνθρωπο. Το κόκκινο γιλέκο του, μαρτύραγε πως ερχόταν από το Ντελίορμαν. Ήταν ένας χωριάτης μεγαλόκορμος και ρωμαλέος· μα τα πάντα μιλάγανε πως ήτανε φτωχός, πως γεννήθηκε φτωχός: το χοντρομπαλωμένο πουκάμισό του, το ξεφτισμένο ζουνάρι, το παλιοπαντέλονό του. Και ξυπολιάς. Με πρώτη ματιά έδειχνε παλικαράς ζόρικος, αλλά ο Μοκάνιν γλήγορα κατάλαβε πως είχε να κάνει με έναν από εκείνους τους άκακους τύπους, που όπως λένε, παραμεράνε μπροστά και σ' ένα μερμήγκι.

Ο χωριάτης χαιρέτησε, μουρμούρισε κάτι, σαν: Πώς τα πάτε κατά δω σείς; αλλά ήταν φανερό πως το μυαλό του αλλού έτρεχε, πως τον βασάνιζαν έγνοιες βαριές.

Κάρφωσε τα μάτια κατά μπρος, και, με μια χαρακτηριστική χειρονομία, ρώτησε αν το χωριό Μαντζιλάρι ήταν ακόμη μακριά. Αφού τον κατατόπισε, ο Μοκάνιν παρατήρησε στο δρόμο μια σούστα με ένα άλογο. Αναμφίβολα, ήτανε του χωριάτη που την άφησε εκεί για νά 'ρθει για πληροφορίες. Στην καρότσα, περίμενε μια γυναίκα, διπλωμένη στα δυο, τα χέρια χωμένα στα σκουτιά της, το τσεμπέρι λυτό με τις άκρες του πάνου στους ώμους της. Είναι αλήθεια πως έκανε κάψα, αλλά ο Μοκάνιν ήξερε πως οι γυναίκες ξεμπαμπουλωδένουνται όταν τις τσακάνε οι έγνοιες προπαντός η κάψα. Στο βάθος της καρότσας, βρισκόταν μια άλλη γυναίκα, λιανούλα, έμοιαζε νέα κοπέλα, ξαπλωμένη και τυλιγμένη με μια κουβέρτα, με το κεφάλι ακουμπισμένο σε χωριάτικες σκουρόχρωμες μαξιλάρες. Ξάπλωνε με το πλάι και δεν έβλεπε κανείς το πρόσωπό της.

— Έχεις κάναν άρρωστο; ρώτησε ο Μοκάνιν.

— Ναι. Την κόρη μου, δεν πάει καλά.

Ο χωριάτης, άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο κοπάδι τα πρόβατα που σταλίζανε κει σ' ένα ξέφωτο, αλλά ούτε που τα έβλεπε - τα μάτια του τα βάραιναν άλλες ανησυχίες.

— Αν σου ιστορήσω τη στενοχώρια μου, είπε… αλλά καλύτερα να μη μιλά κανείς για τέτοια…

— Δεν είσαι ντόπιος· από πού είσαι; ρώτησε ο Μοκάνιν.

- Από το Κιουτσούκ Αχμέτ, τώρα το λένε Ναντέζντα· εκεί πέρα κοντά στο Ροκ. Τώρα περνώ από δω. Πηγαίνω από χωριό σε χωριό πουλώντας χούμα [1]. Στον τόπο μας υπάρχει καλό χούμα και οι γυναίκες το αγοράζουν. Σαν φτάνω κατά τα παραλιακά μέρη αγοράζω ψάρια, σταφύλια ή ό,τι βρίσκω. Με το θέλημα του Θεού, ζούμε, τα κουτσοβολεύουμε. Μόνον να μη μας τύχαινε τούτη η δυστυχία…

Κάθισε καταγής, έβγαλε την πέτσινη καπνοσακούλα του κι άρχισε να στρίβει τσιγάρο. Ο Μοκάνιν κάθισε δίπλα του και παρατήρησε πως τα χοντρά, τραχιά του δάχτυλα τρέμανε.

— Δεν είχαμε τύχη με τα παιδιά μας, αρχίνισε. Τρία, μας πεθάνανε κούτσικα. Μας έμεινε μονάχα τούτη δω. Έριξε μια ματιά κατά τη σούστα. Την προσέχουμε σαν την κόρη των ματιών μας. Κόβουμε και τη μπουκιά από το στόμα μας για να τη ντένουμε σαν τις άλλες κοπέλες, για να μη μας στενοχωριέται βλέποντάς τες. Ο Θεός μάς την άφησε μέχρι τα τώρα. Αλλά από μερικό καιρό τώρα, μαραίνεται. Πουθενά δεν πονά, αλλά ούλο και λιώνει. Την άκουσα να λέει στη μάνα της, πως στενοχωριέται βλέποντας τις φίλες της να παντρεύουνται κι αυτή να μένει…

— Κόρη μου, της είπα, μην κάνεις έτσι, θά 'ρθει και η σειρά σου. Τί τηράς τις άλλες. Εκείνες είναι πλούσιες. Οι νέοι σήμερα ψάχνουν για προίκα. Αλλά και συ θα παντρευτείς, μη σκιάζεσαι, δεν σε πήραν τα γεράματα, διάολε…

— Τί ηλικία έχει;

— Περπατά για τα είκοσι. Της Παναγιάς θα μπει.

— Είναι νέα λοιπόν.

— Έτσι σκέφτουμαι, νέα.

Ο χωριάτης σιώπησε, ξανάριξε το βλέμμα του κατά τα πρόβατα χωρίς όμως να τα βλέπει. Από δίπλα, στον αέρα που φλεγόταν, ανέβηκε η στριγγιά κραυγή του τζίτζικα.

— Τούτο το καλοκαίρι, με παρακάλεσε να την αφήσω να πάει στο θέρο μαζί με τους άλλους. Είμαστε φτωχοί, έχουμε ανάγκη από λεφτά, αλλά βλέποντάς την έτσι αδυνατούλα, με αρρωστημένη όψη, δεν ήθελα. «Σε παρακαλώ πατέρα, άφησέ με να πάω με τους άλλους». Καλά, αφού τόσο τό 'θελε, είπα το ναι. Τώρα δεν ήμουν εκεί για να δω. Κοιμόντουσαν στα χωράφια. Δεν ξέρω, παρά ό,τι μου διηγήθηκε η ιδιανή. Μια φορά, θερίσανε όλη τη μέρα, το βράδυ φάγανε, τραγουδήσανε, γελάσανε, μετά κοιμηθήκανε. Η Νόνκα, έτσι λένε την κόρη μου, κοιμήθηκε όπως οι άλλες. «Ξάπλωσα, πατέρα», μου διηγήθηκε, «ανάμεσα στα χορτάρια, πίσω από μια θυμωνιά για απάγγειο, σκεπάστηκα κι αποκοιμήθηκα. Ξάφνου, ένιωσα στ' αστήθι μου κάτι βαρύ, κρυαδερό. Άνοιξα τα μάτια: ένα φίδι».

— Λοιπόν, τί έγινε!

— Μάλιστα, ένα φίδι. Κουλουριασμένο, κοιμισμένο στ' αστήθι της. Η κόρη μου έμπηξε μια κραυγή και, στην τρομάρα της, βούτηξε το φίδι και το πέταξε μακριά.

— Το σβούρισε λοιπόν; Γίνουνται τέτοια κατά το θέρο. Και γω άκουσα πως ένα φίδι μπήκε στο στόμα μιας γυναίκας. Αλλά τη δάγκωσε; Δεν τη δάγκωσε, ε;

— Όχι. Ήταν πάνου στ' αστήθι της. Το φούχτωσε και το πέταξε. Αυτά μου είπε. Είναι αλήθεια, ονειρεύτηκε; Δεν ξέρω. Αλλά από κείνη τη μέρα, δεν πάει καλά. Η κόρη μου ξεραίνεται σαν κλαράκι. Πονάει στ' αστήθι «πονάω», λέει, «εκεί που κοιμήθηκε το φίδι».

— Νά μια ιστορία, είπε ο Μοκάνιν έκπληκτος. Και πού την πας τώρα; στο γιατρό;

— Ω, οι γιατροί, έχω τόσους δει…. Την πάω τώρα, πώς να στο πω… εάν εξαρτιόταν μόνον από μένα… δεν πιστεύω σε τέτοια, αλλά οι γυναίκες… ξέρεις… και μετά, είναι άρρωστη και είναι κόρη μου…

Η φωνή του τρεμούλιαζε, σιώπησε. Ξαναπλανήθηκε το βλέμμα του, μετά πέρασε την παλάμη του στα μουστάκια του, στα γκρίζα, σκληρά και κακοξυρισμένα γένια του. Ο Μοκάνιν καταλάβαινε καλά πως όλες τούτες τις άσπρες τρίχες τις φέρανε τα βάσανα.

— Την άλλη βραδιά, ξανάρχισε ο χωριάτης, γυρίσανε από τα ναυπηγεία που δουλεύανε μερικοί συντοπίτες μας. Μιλήσανε για το ένα και για το άλλο, πού να ξέρεις. Δε σοβαρευόντουσαν, μπορεί και να καλαμπούριζαν. Και νάσου η Στοένιτζα, μια λογού από κείνες που ούλα τα ξέρουν, στο σπίτι μας πηλάλα. «Γκούντσο!» Έμπηξε μια φωνή από την πόρτα, «έχεις τύχη, η Νόνκα είναι τυχερή. Η Νόνκα είναι τυχερή. Καλή επιτυχία!»

— Μα τί τρέχει; είπα εγώ.

— Οι Σιντέροφ, ο Νικόλας και ο Πένιου, γυρίσανε από τα ναυπηγεία. Λένε πως στο Μαντζιλάρι φάνηκε ένα άσπρο χελιδόνι. Άσπρο σαν το χιόνι.

— Και τί μ' αυτό;

— Μα δεν ξέρεις, πως ο άρρωστος που το βλέπει γειαίνει στο λεπτό, ό,τι κι αν έχει; Άσπρο χελιδόνι, παρουσιάζεται κάθε εκατό χρόνια! Ξέρεις, Γκούντσο, είπε, δεν πρέπει να χάνεις λεφτό! Πήγαινε κει τη Νόνκα! Δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς, η μικρή άρχισε να κλαίει, η μάνα τα ίδια και να μας.

— Μα είναι αλήθεια; ρώτησε δυνατά ο Μοκάνιν. Και πού είναι αυτό, αυτό το χελιδόνι;

— Στο είπα, φάνηκε στο Μαντζιλάρι.

— Άσπρο, λες;

— Κάτασπρο.

Ο Μοκάνιν, έκπληκτος, έριξε μια ματιά κατά το δρόμο. Κάθε μέρα με τα πρόβατά του τριγυρνούσε εκεί, σε κείνο το ξέφωτο τα στάλιζε, αλλά του φάνηκε σαν να μην είχε παρατηρήσει τα αναρίθμητα χελιδόνια που κουρνιάζανε στα σύρματα του τηλεγράφου. Εξάλλου, τίποτα το παράξενο. Πλησίαζε της Μεταμόρφωσης, και τούτην την εποχή, τα χελιδόνια και τα λελέκια μαζεύουνται πριν φύγουν για τις ζεστές χώρες. Είχε τόσα χελιδόνια το ένα δίπλα στο άλλο, που το σύρμα έκανε κοιλιά από το βάρος τους και έμοιαζε σαν κομπολόι. Σωρό χελιδόνια, αλλά ούλα τους μαύρα.

— Νά γιατί 'ρθα εδώ, είπε ο χωριάτης, τούτη τη φορά θαρρεμένος και με κάποια ανακούφιση. Και βλέποντάς σε, είπα: δεν πα να τον ρωτήσω, μπορεί να είδε το άσπρο χελιδόνι, μπορεί ν' άκουσε να μιλάνε…

— Όχι, αδελφέ. Ένα άσπρο χελιδόνι! Δεν το είδα και δεν άκουσα για τούτο να μιλάνε.

Αλλά αμέσως, ο Μοκάνιν σκέφτηκε πως με αυτά που είπε, οι άνθρωποι αυτοί θα χάνανε ολοκληρωτικά το θάρρος τους και πρόστεσε:

— Αλλά μπορεί και να υπάρχει. Ναι, μπορεί. Οπωσδήποτε, υπάρχουν άσπρα βουβάλια, άσπρα ποντίκια, άσπρες κουρούνες. Γιατί κι ένα χελιδόνι! Και από τη στιγμή που κάτι τέτοιο λέγεται, πρέπει να υπάρχει κιόλας…

— Ποιος ξέρει, έκαμε ο χωριάτης, αναστενάζοντας. Εγώ, δεν πιστεύω, αλλά οι γυναίκες, ξέρεις…

Και σηκώθηκε. Συγκινημένος, ο Μοκάνιν σηκώθηκε κι αυτός για να τον συντροφέψει, για να δει και την νέα κοπέλα. Μόλις πλησιάζανε στο δρόμο, η μάνα, μια γυναίκα κιτρινιάρα, τσακισμένη από τη ζωή, κάρφωσε τα μάτια επίμονα στο πρόσωπο του άντρα της, για να μαντέψει τα νέα. Η νέα κοπέλα, γυρισμένη πάντα στο πλευρό, παρατηρούσε τα κουρνιασμένα στο τηλεγραφικό σύρμα χελιδόνια.

— Λέει πως το χωριό δεν είναι μακριά, είπε δυνατά ο χωριάτης.

Ακούοντας τη φωνή του, η νέα κοπέλα γύρισε. Ήταν σαν ένα αποξηραμένο κλαράκι, έτοιμη να θρυψαλιαστεί. Το κορμί της, ροκανισμένο από την αρρώστια, μόλις που διαγραφόταν κάτου από την κουβέρτα. Στο κέρινο πρόσωπό της, μόνον τα μάτια καίγανε ακόμα από τη λάμψη της νιότης. Παρατηρούσε μια τον πατέρα της, μια τον Μοκάνιν.

— Νόνκα, να ένας που είδε κιόλας το χελιδόνι, είπε ο χωρικός, παίρνοντας για μάρτυρα το Μοκάνιν. Είναι κει κάτου, στο χωριό! Μια και το είδαν, θα το δούμε και μεις!

— Αλλά θα το δούμε και μεις τάχατε; είπε η νέα κοπέλα και τα καθάρια μάτια της ανάψανε.

Ο Μοκάνιν ένιωσε ένα σφύξιμο, ένας κόμπος στάθηκε και τον έπνιγε κει στο λαρύγγι του, πάχνες σκέπασαν τα μάτια του.

— Θα το δείτε, μικρή, είπε, υψώνοντας τη φωνή. Αφού εγώ το είδα, γιατί όχι και σεις; Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια, ένα χελιδόνι άσπρο, κάτασπρο. Θα το δεις και συ. Ο Θεός θα σου κάνει αυτή τη χάρη. Θα του δεις, κόρη μου, και θα γειάνεις, είσαι τόσο νέα! Σου το λέω πως θα το δεις, και πως θα γίνεις καλά, τίποτα μη σκιάζεσαι…

Η μάνα, κουκούλωσε τα μάτια και ξέσπασε σ' ένα κλάμα λυγμικό. Ο άντρας, με το μεγάλο γερό κορμί, ξερόβηξε συνέχεια κάμποσες φορές, έπιασε τα χαλινάρια και ξεκίνησαν.

— Άιντε, καλή τύχη! Φώναξε ο Μοκάνιν. Το χωριό δεν είναι μακριά. Θα σας πάνε τα τηλεγραφικά σύρματα! Ακολουθάτε τα!

Για πολλή ώρα απόμεινε κει στο δρόμο, παρατηρώντας να ξεμακραίνει η μάνα με το μαύρο μαντήλι, η νέα κοπέλα πλαγιασμένη πάντα στό 'να πλευρό, ο ψηλόκορμος χωριάτης, που περπατούσε καμπουριασμένος, τραβώντας το άλογό του από τα χαλινάρια, τα χελιδόνια τέλος. Εκείνα, πετούσαν στο πέρασμά τους, ξαναγύριζαν σε λίγο για να καθίσουν πάνου στο τηλεγραφικό σύρμα.

Αφαιρεμένος σαν από συλλοή βαριά, ο Μοκάνιν ξαναγύρισε στα πρόβατά του και ξαναρχίνησε τη δουλειά του — έκοβε τσαρβούλια [2] από αλογοτόμαρο. «Ένα άσπρο χελιδόνι», έλεγε και ξανάλεγε. «Υπάρχει τάχα;»

Ένιωθε ένα βάρος στ' αστήθι, κάτι τον παίδευε. Μετά, αφήνοντας το σουβλί να ξεφύγει από χέρι του, σήκωσε τα μάτια κατά τον ουρανό και είπε μεγαλόφωνα:

«Πολυεύσπλαχνε Θεέ, πόσος πόνος και βάσανα πάνου σε τούτη τη γη!»

Κι έριξε τη ματιά του ξανά, κατά τη σούστα που χανόταν.


1 Χώμα ειδικό, άσπρο, που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες, για να λούζουνε τα μαλλιά τους, καθώς και για σοβάτισμα των σπιτιών (Σ. τ. Μ.).
2 Τσαρούχια (Σ. τ. Μ.).

[πηγή: Ανθολογία βαλκανικού διηγήματος. Τόμ. Α΄ Βουλγαρικό διήγημα, μτφρ. Πέτρος Πεντελικός, εκδ. Μνήμη, Αθήνα 1974, σ. 79-84]

εικόνα

Το παρόν αποτελεί μέρος του ψηφιακού εμπλουτισμού των σχολικών βιβλίων (Ψηφιακό Σχολείο) και διατίθεται μόνο για εκπαιδευτική χρήση και στο πλαίσιο για το οποίο διαμορφώθηκε.