Νεοελληνική Λογοτεχνία (Γ Λυκείου Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Περικλής Σφυρίδης

[Εμάς άραγε ποιος θα μας κοιτάξει;]

Το Κειμενο Ειναι Αποσπασμα από το μυθιστόρημα του Περικλή Σφυρίδη, Ψυχή μπλε και κόκκινη (1996). Για το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας γράφει τα εξής: «Η ψυχή μου είναι βαμμένη μπλε και κόκκινη, σαν της πατρίδας, με τα μπλε και τα κόκκινα παιδιά της. Όταν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μου άρχισαν να αναδύονται βασανιστικά στη μνήμη, σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να χαθούν, καθώς πλησιάζει πια η στιγμή που θα διαβώ το κατώφλι της ανυπαρξίας. Έγραψα λοιπόν το μυθιστόρημα αυτό, αξιοποιώντας τα βιώματά μου από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα χρόνια της Αντιπαροχής, που ακολούθησαν, όπως έπραξαν πριν από μένα κι άλλοι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης, για να μη μείνει η εποχή αυτή πεδίο μελέτης των νεότερων μόνο ιστορικών...». Η ιστορία τοποθετείται στη Θεσσαλονίκη και επικεντρώνεται στις περιπέτειες των συγγενών του συγγραφέα-αφηγητή, οι οποίες έχουν σχέση με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τόπου. Ειδικότερα στο απόσπασμα του βιβλίου τονίζονται οι στενοί οικονομικοί και αισθηματικοί δεσμοί των μελών μιας οικογένειας που συγκεντρώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας μικροαστικής οικογένειας.

Τη μέρα που ο πατέρας μού έδωσε εκείνο το βιβλιάριο ταμιευτηρίου με τα χρήματα της κηδείας του, φώναξε και την Αγγελική και μας είπε «Υπάρχουν και κάτι λίρες, κάποιες που περίσσεψαν, και να τις μοιραστείτε», και φανέρωσε το μέρος που τις έκρυβε, αλλά συμπλήρωσε αμέσως: «Της μάνας σας είναι, από τα οικόπεδα που πουλήσαμε στο Τόπαλτι*». Η μάνα όμως τις ήθελε για αποκούμπι, «Δύσκολα τα γεράματα, Περικλάκη μου», έλεγε, «Δεν ξέρω τι με περιμένει», κι όλο μου έριχνε κάτι σπόντες για οίκους ευγηρίας. Εγώ νευρίαζα, «Καλά, ρε μάνα», της έλεγα, «είναι ποτέ δυνατόν εγώ και η Αγγελική να σ' αφήσουμε να πας σε γηροκομείο; Τρελάθηκες;» Εκείνη όμως τα είχε τετρακόσια κι απαντούσε διπλωματικά, «Χρυσός είσαι, γιόκα μου, αλλά έχεις και την πεθερά σου και δυο γριές στο ίδιο σπίτι δε χωρούνε. Όσο για την Αγγελική, καλό παιδί ο Μανόλης, αλλά γαμπρός θα μείνει πάντα». Εγώ στενοχωριόμουνα να μένει μόνη της με τόσες αρρώστιες, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη, «Μην επιμένεις», επαναλάμβανε, «δεν έρχομαι στο σπίτι σου, θέλω τη γωνιά μου. Εδώ τριγυρίζει και η ψυχή του πατέρα σου, μιλάω τα βράδια μαζί του και με συμβουλεύει». Και πράγματι χαιρόταν το σπίτι και τη μοναξιά της, φρόντιζε λουλούδια σε γλάστρες στην ταράτσα, άλλαζε καλύμματα στον καναπέ και σεμέν στα τραπεζάκια, κεντημένα με τα χέρια της, άλλα το χειμώνα κι άλλα το καλοκαίρι, για να χαίρεται τις εποχές, καλούσε το μήνα μια φορά κάτι γριές φίλες της —όλες χήρες— για καφέ, πήγαινε συχνά τα απογεύματα σιγά σιγά στο σπίτι της Αγγελικής, που ήταν κοντά, και κάθε Κυριακή ανελλιπώς την έπαιρνα εγώ για φαγητό (και ντυνόταν στην τρίχα), όπου όμως ξίνιζε τα μούτρα της όταν αντάμωνε τη συμπεθέρα, την κυρα-Λισάβετ, που στα βαθιά της γεράματα τα είχε τελείως χαμένα κι έλεγε ποιήματα και τραγουδάκια, «Τη μάνα του ναύτη» κι άλλα της νιότης της, μ' εκείνη την ψιλή και γλυκιά φωνούλα, κι η μάνα έκανε το σταυρό της, «Πώς καταντάει ο άνθρωπος», αναρωτιόταν και φοβόταν ίσως μην πάθει τα ίδια. Γιατί η πεθερά μου έβλεπε και οράματα, πως της χτυπούσαν την πόρτα άγιοι κι άλλοτε ο Αντρέας, και τα βράδια ξυπνούσε απ' το όνειρο και τσίριζε, «Ίκηηη, Ίκηηη», κι έτρεχε η Φρίντα στον κάτω όροφο, στο μικρό διαμέρισμα κάτω από το σπίτι μας, που το νοικιάσαμε για να την έχουμε κοντά μας. Κι ήταν αυτές οι έγνοιες αλλά και οι άλλες των παιδιών, που σπούδαζαν ο ένας στο Βέλγιο κι ο άλλος στη Γερμανία, που δεν είχα λεφτά ούτε μυαλό για να σκεφτώ να χτίσω ένα σπίτι στη Σκύρο, έστω και αυθαίρετο όπως όλοι, στο οικόπεδο που μου χάρισε ο Ντίνος*, παρά μόνο τα καλοκαίρια, που στριμωχνόμασταν η οικογένεια στο τροχόσπιτο, κι άλλοτε στήναμε και μια σκηνή σαν γύφτοι, έλεγα τότε «Δεν πάει άλλο, δεν επιτρέπεται, να έχουν όλοι οι γείτονες τακτοποιηθεί, κι εγώ μόνο, ο γιατρός, δακτυλοδεικτούμενος να μένω σε τσαντίρι». Γι' αυτό το αποφάσισα κι είπα της μάνας, με κρύα είναι αλήθεια καρδιά και με ντροπή μεγάλη, «Δε μου δίνεις εκείνες τις λίρες, βρε μαμά, έχω κι εγώ κάτι οικονομίες, θα βάλω και γραμμάτια όπως πάντα, να φτιάξω ένα σπίτι στο νησί, να 'ρθεις κι εσύ το καλοκαίρι ν' αλλάξεις περιβάλλον», γιατί πήγαινε πάντα με την Αγγελική, που μαζί με τον Μανόλη είχαν δικό τους σπίτι στη Χαλκιδική. Την έπιασε και η Αγγελική, «Δώσ' τες», της είπε, «Τι φοβάσαι; Και κράτα τις δικές μου». Έτσι κάποιο βράδυ με φώναξε και μου τις έδωσε κλαίγοντας από χαρά, όχι από λύπη ή φόβο, γιατί ξέρω πόσο πολύ μ' αγαπούσε. Και σηκώθηκε το σπίτι σ' ένα εξάμηνο και το καλοκαίρι έφερα τη μάνα να παραθερίσει στη Σκύρο ύστερα από τόσα χρόνια. Έκανε βόλτες μέχρι τη θάλασσα κι εγώ την πήγα σ' εξοχές με τ' αυτοκίνητο, «Περικλάκη μου», έλεγε, «ούτε να το ονειρευτώ μπορούσα τέτοιο καλοκαίρι». Μόνο σαν ζήτησε να επισκεφθεί τη θείτσα Πίτσα*, εκείνη προφασίστηκε την αδιάθετη και κουρασμένη, «Μιαν άλλη φορά», το ανέβαλε, κι η μάνα πικράθηκε. «Πάντα τέτοια ήταν», μου είπε. Με το που γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη θαρρείς ματιάστηκε κι άρχισαν τα σπασίματα, τα δυο από πέσιμο στην ουρίτσα και στα πλευρά, το τρίτο αυτόματο στο πόδι και χειρουργήθηκε επειγόντως, «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», μου είπαν οι συνάδελφοι, που φοβήθηκαν ότι δε θα τα καταφέρει η καρδιά της. Βγήκε από το χειρουργείο σε κρίσιμη κατάσταση, πειράχτηκαν και τα νεφρά της, και μετά την κλινική την πήρα σπίτι για ανάρρωση, όπως και τις προηγούμενες φορές που έπεσε και χτύπησε, κάτι που δεχόταν πάντα δύσκολα ή από ανάγκη, παρόλο που η κυρα-Λισάβετ είχε πια πεθάνει, γιατί ήταν υπερήφανη, δεν ήθελε να γίνεται βάρος, «Ακόμα δεν ξεκουράστηκες από τη μια γριά, σου ήρθε τώρα και η άλλη, κι η Φρίντα τι φταίει να βασανίζεται», μου έλεγε συνέχεια και παρακαλούσε το Θεό για να την πάρει. Αλλά εγώ τη μάλωνα, «Πάψε, ρε μάνα», της έλεγα, «μη χάνεις το θάρρος σου· το καλοκαίρι θα 'μαστε στη Σκύρο πάλι». Τα Χριστούγεννα ευχαριστήθηκε που μαζευτήκαμε, όπως το συνηθίζαμε, όλοι στο σπίτι, παιδιά κι εγγόνια, που τα λάτρευε, ιδίως τον Γιώργο, που είχε το όνομα του άντρα της, του παππού του, και ζούσε μακριά στη Γερμανία. Έβαλε τα λεφτά από το δώρο και τη σύνταξη σε φακελάκια και μας τα μοίρασε, όπως κάθε χρόνο, κι όταν εμείς της φέραμε τα δώρα της, «Τι να τα κάνω», είπε, «τι μου χρειάζονται;» αλλά κράτησε την κρέμα για το πρόσωπο και μια κολόνια. Κι ήρθε μια γρίπη φονική το Φεβρουάριο και την έριξε με πυρετό, «Θα πάμε πάλι στο νοσοκομείο, μάνα», της είπα, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά, «Αδύνατον», μου το ξέκοψε, «κουράστηκα δυο χρόνια με τις κλινικές και με τη ζωή την ίδια, έτσι όπως κατάντησα, κι ούτε να γίνω πρόκειται καλά, δεν το καταλαβαίνεις;» Κι άνοιξε την τσάντα της και μου έδωσε κι αυτή ένα βιβλιάριο ταμιευτηρίου, «Όπως ο πατέρας σου», μου είπε, «γιατί πλησιάζει η ώρα». Κι είδα με έκπληξη ένα ποσόν σεβαστό, «Ό,τι περισσέψει είναι του Γιώργου», ψέλλισε, «Να του τα στείλεις στη Γερμανία, να μη ζορίζεται». Κι έβαλα κρυφά τα κλάματα, γιατί θυμήθηκα τη μάνα τους χειμώνες σπίτι της, τυλιγμένη μ' ένα σάλι να τουρτουρίζει από το κρύο για να κάνει οικονομία στο πετρέλαιο. Έσβησε κάποια νύχτα αρχές Μαρτίου μες στα χέρια μας. Τηλεφώνησα κι έφτασε η Αγγελική αλαφιασμένη και κάθισε δίπλα της και τη χάιδευε, ζεστή ακόμα, ενώ το σκυλί μας, η Κνουλπ, κούρνιασε στην αγκαλιά της αδελφής μου κι έτρεμε συνέχεια. Μόνο ο άλλος, ο Ορφέας, ο «Μαυρούκος» όπως τον φώναζε η γιαγιά, η μάνα μου, ήταν μικρός και γάβγιζε χαρούμενος τον κόσμο που ερχόταν, όπως πριν από χρόνια πολλά ο Αντρέας, μικρός τότε κι αυτός, έκανε χαρές στην κηδεία του παππού του, του μπαρμπα-Αντρέα, κι έλεγε στον κόσμο «Περάστε, έχει γενέθλια σήμερα ο παππούς, με πολλά κεράκια». Τα θυμηθήκαμε όλα αυτά τις προάλλες με τη Φρίντα, όταν ένα γλυκό απόβραδο του φθινοπώρου καθόμασταν στον κήπο μας στη Σκύρο και μοσκοβολούσε εκείνο το νυχτολούλουδο, «Μόλις γυρίσουμε στη Σαλονίκη, να πάμε λουλούδια στις μάνες μας», μου είπε, «Οι τάφοι τους θα θέλουν περιποίηση», κι αμέσως συννέφιασε κι αυθόρμητα αναρωτήθηκε: «Εμάς άραγε ποιος θα μας κοιτάξει;» «Να 'ναι καλά η σύνταξη», απάντησα, γιατί έχω πλέον καταλάβει το νόημα από τις σπόντες που μου έριχνε η μάνα μου για τους οίκους ευγηρίας.

Κ. Ταχτσής, «Τα ρέστα» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου]


Τόπαλτι: παλιά ονομασία του προσφυγικού συνοικισμού Ροδοχωρίου του Δήμου Συκεών Θεσσαλονίκης, ΒΔ της Άνω Πόλης και δυτικά του Επταπυργίου.

Ντίνος: δικηγόρος, ξάδελφος του αφηγητή, από τη Σκύρο.

Πίτσα: αδελφή του πατέρα του αφηγητή, που ήταν δασκάλα στο νησί και αυστηρή στη συμπεριφορά και στο χαρακτήρα.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Να βρείτε τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η οικογένεια του αφηγητή είναι μια τυπική μικροαστική οικογένεια.
  2. Να χαρακτηρίσετε το ήθος των γονιών του αφηγητή από τη συμπεριφορά και τις πράξεις τους.
  3. Ποιες επιπτώσεις έχουν οι οικονομικές σχέσεις των μελών της οικογένειας στα αισθήματά τους;
  4. Να βρείτε α) τα αυτοαναφορικά στοιχεία του κειμένου και β) Το αισθητικό αποτέλεσμα.