Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Α Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Χρίστος Καγκαράς (γεν. 1918), Τοπίο (λεπτομέρεια)

Χρίστος Καγκαράς (γεν. 1918), Τοπίο (λεπτομέρεια)

 

ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΑΠΟ ΤΟ 1880 ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ αρχίζουν να διαφοροποιούνται και η ποίηση και η πεζογραφία στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις και χρησιμοποιούν νέα εκφραστικά μέσα. Ο καινούργιος αυτός προσανατολισμός δεν είναι τυχαίος. Θα πρέπει να συσχετιστεί με την εσωτερική αναδιάρθρωση του κράτους που παρατηρείται από το 1881 και ύστερα, οπότε η κυβέρνηση, αυτοδύναμη πια, πέρασε στα χέρια του Χαρίλαου Τρικούπη. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται συντονισμένη ανορθωτική προσπάθεια με στόχο την εκβιομηχάνιση της χώρας, την ενίσχυση της οικονομίας και την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, καθώς επίσης και τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων κοινής ωφέλειας, όπως η διάνοιξη του ισθμού της Κορίνθου, η επέκταση του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, η κατασκευή λιμενικών και εγγειοβελτιωτικών έργων κ.ά. Όλα αντά είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτνξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς επίσης και τη μετατόπιση του πληθυσμού της υπαίθρου προς το αστικό κέντρο με την ανάλογη δημογραφική τους επέκταση. Τη μεγαλύτερη όμως πληθυσμιακή ανάπτυξη σημείωσε η Αθήνα, που από 45.000 κατοίκους το 1870, ξεπέρασε τις 180.000 το 1896.

Διπολισμός στην πολιτική ζωή: 1833-1895 [πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού]  Βιομηχανία (1833-1897) [πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού]

Η μετασχηματιστική αυτή τάση της ελληνικής κοινωνίας υπαγόρευσε τη δημιουργία εργοστασίων στο μεγάλο κέντρο και την ίδρυση σχολείων εξάλλου η έκδοση ολοένα και περισσότερων περιοδικών και εφημερίδων στην περίοδο αυτή αποδεικνύει πως το έντυπο έχει περάσει πια στη ζωή των κατοίκων των μεγαλουπόλεων.

Με τις εσωτερικές αυτές ανακατατάξεις θα πρέπει να συσχετιστούν και τα γεγονότα πον συνέβησαν στον εθνικό τομέα. Με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (1881) παραχωρούνταν στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η Αρτα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα και την ανάλογη αύξηση τον πληθυσμού και της καλλιεργήσιμης γης.

Με την εσωτερική αναδιάρθρωση συμβαδίζει επίσης και η δημιουργική προσπάθεια για μια πιο συγχρονισμένη πνευματική ζωή. Τη μια πλευρά καλύπτει η στροφή προς τη μελέτη τον λαϊκού πολιτισμού και η ανάπτυξη της Λαογραφίας (Νικόλαος Πολίτης) και την άλλη ο αγώνας για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, κυρίως μετά το 1888, οπότε εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη.

Και τα δύο αυτά κινήματα της δεκαετίας τον '80 θα αποτελέσουν τα κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία της ποίησης και ιδίως της πεζογραφίας που αυτή την εποχή σημειώνει αλματώδη ανάπτυξη.

Η ΠΟΙΗΣΗ

Ήδη στα χρόνια της παρακμής του ρομαντισμού (1870-1880) οι όροι για μια αναζωογόνηση και αλλαγή σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής και ειδικότερα της ποίησης ήταν ευνοϊκοί. Σημάδια αυτής της αλλαγής παρατηρούνται ήδη στα ποιήματα του Γεωργίου Βιζυηνού, του Αριστομένη Προβελέγγιου και κυρίως του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas), που με τη συλλογή του Τρυγόνες και Έχιδναι (1878) «αποχαιρετούσε κάτι που έσβηνε». Ουσιαστικότερη όμως βοήθεια πρόσφερε στην αλλαγή η έκδοση του φιλολογικού-σατιρικού περιοδικού Ραμπαγάς, από τους Κωνσταντινουπολίτες δημοσιογράφους Κλεάνθη Τριαντάφυλλο και Βλάση Γαβριηλίδη. Σ' αυτό έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Σουρής, ο Ιω. Πολέμης, που απορρίπτοντας τα ως τότε καθιερωμένα ποιητικά θέματα μάχονταν το ρομαντισμό και το εκφραστικό του όργανο, την καθαρεύουσα.

Στην πολεμική τους αυτή είχαν οδηγό τα νέα ποιητικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης και κυρίως τους Γάλλους Παρνασσικούς, που έδωσαν και την ονομασία σε ολόκληρο το λογοτεχνικό κίνημα (Παρνασσισμός).

Ο παρνασσισμός αντιδρώντας στη θεματική του ξεπεσμένου ρομαντισμού αλλά και στο ατημέλητο ύφος και στους υπερβολικούς αισθηματισμούς του, αναζήτησε την έμπνευσή του στην κλασική παράδοση, κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό. Πρόβαλε ως έμβλημά του την απάθεια και ως ιδανικό την άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων. Οι παρνασσιστές αγαπούν τον ηχηρό και ρωμαλέο στίχο, επιμένουν στην πλαστική του επεξεργασία και την πλούσια ομοιοκαταληξία και αποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στην ανεύρεση και τη χρήση της μοναδικής λέξης, αλλά και στις πολύ έντονες εκρηκτικές εικόνες και φράσεις, οργανωμένες όμως σε αυστηρή ισορροπία. Επιδιώκουν επίσης τον ηχητικό πλούτο και γενικότερα την εκμετάλλευση ως την ακρότητα των ρυθμικών και πλαστικών στοιχείων του στίχου. Η επίμονη όμως προσπάθεια για μορφική τελειότητα του στίχου οδήγησε τελικά σε επίδειξη ικανότητας στο χειρισμό των ποιητικών κανόνων και μόνο, με αποτέλεσμα να λείπει από τα ποιήματά τους η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα.

Οι Έλληνες όμως παρνασσικοί, όσο και αν ακολουθούσαν τους Γάλλους συναδέλφους τους, δεν έφτασαν ποτέ στην τέλεια απάθεια· διατήρησαν αρκετή αισθηματολογία, όχι τόσο με τη ρομαντική έννοια, όσο με την έννοια κάποιας υποκειμενικής στάσης απέναντι στα θέματά τους. Κοντά στην επιμέλεια του στίχου εισάγουν στα ποιήματά τους την καθημερινότητα, την απλότητα στην έκφραση και τη θέρμη της κοινής ομιλίας.

Η ανανεωτική τους προσπάθεια θα συνεχιστεί και κατά την επόμενη δεκαετία (1900-1910). Μετά τον Παλαμά, δύο ποιητικές φυσιογνωμίες, διαμετρικά αντίθετες, δεσπόζουν: ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) και ο Κ.Π. Καβάφης (1863-1933). Ο Σικελιανός, με το ρωμαλέο και βαρύτατα λυρικό τόνο της ποίησής του, θα συνεχίσει και θα ολοκληρώσει τις προσπάθειες των ποιητών της προηγούμενης εικοσαετίας. Από την πρώτη του συλλογή Αλαφροΐσκιωτος (1909) θα διατηρήσει το νεανικό του σφρίγος ως το τέλος της ζωής του συνδυάζοντας, όπως έχει παρατηρηθεί, την έξαρση με την έκσταση, την οραματική δύναμη με το στοχασμό και την έμπνευση με την τεχνική. Άλλοι επίσης ποιητές που συμβάλλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην ανανέωση της ποίησης είναι οι Απόστολος Μελαχρινός (1880-1952), Κώστας Βάρναλης (1884-1974), Μάρκος Αυγέρης (1884-1973), Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957). Σ' αυτούς πρέπει να προστεθούν οι Ρώμος Φιλύρας (1888-1942), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1943) και Κώστας Ουρανής (1890-1953) που εμφανίστηκαν κατά τη δεύτερη κυρίως δεκαετία (1910-1920), αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν τους προπομπούς των νεορομαντικών ποιητών της επόμενης δεκαετίας (1920-1930). Παράλληλα βέβαια, κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας (1900-1920) εμφανίζονται και ποιητές, που η ποίησή τους αποτελεί συνέχεια της παραδοσιακής (Σωτήρης Σκίπης, Στέφανος Δάφνης, Αιμιλία Δάφνη, Ρήγας Γκόλφης, Νίκος Καρβούνης, Μυρτιώτισσα, Α. Κυριαζής, Γ. Αθάνας, Β. Ρώτας κ.ά.).

Σε ολόκληρη την περίοδο που εξετάζουμε στην ποίηση κυριαρχεί η μορφή του Κωστή Παλαμά. Για μια ολόκληρη σχεδόν τεσσαρακονταετία (1880-1920), η φυσιογνωμία του Παλαμά δεσπόζει. Διαθέτοντας μια σπάνια κριτική ικανότητα και ευρυμάθεια, αποτελεί τον πιο αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο της γενιάς του και έναν από τους κορυφαίους της ελληνικής ποίησης. Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, η ποίησή του αμφισβητήθηκε και δεν διατήρησε την αρχική της αίγλη. Παρόλα αυτά, η συμβολή του στην ανανέωση της ποίησης και, γενικότερα, την αναγέννηση της πνευματικής μας ζωής είναι αναντίρρητη. Στον αντίποδα όχι μόνο της παλαμικής αλλά και ολόκληρης της ελληνικής ποίησης αυτής της περιόδου βρίσκεται η ποίηση του Καβάφη. Εγκατεστημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, εγκαινιάζει ένα καινούριο δρόμο στην ποίηση, απορρίπτοντας τα καθιερωμένα σχήματα στην επιλογή των θεμάτων και στα εκφραστικά μέσα. Από την άποψη αυτή, το έργο του διακρίνεται για την ιδιοτυπία του και τα εξόχως πρωτοποριακά χαρακτηριστικά του, που ενίσχυσαν τις εκφραστικές αναζητήσεις των ποιητών, που από τη γενιά τον '20 και έπειτα οραματίζονταν την ανανέωση της ποίησης.

Ο ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ  Ο αγώνας για τη δημοτική [πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού]

Όπως είδαμε και πιο πάνω, ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της λεγόμενης «γενιάς του '80» είναι και η υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας που από το 1888 κι ύστερα άρχισε να χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά και στην πεζογραφία. Ουσιαστική ώθηση στην τάση της αυτή έδωσε ο Ψυχάρης με Το ταξίδι μου, στην προσπάθειά του να δοκιμαστεί έμπρακτα η δημοτική και στη συγγραφή πεζών έργων, αφού πια είχε καθιερωθεί ως γλώσσα του ποιητικού λόγου. Το κήρυγμα του Ψυχάρη βρήκε απήχηση στην εποχή του και οι περισσότεροι πεζογράφοι έσπευσαν να ανταποκριθούν στο αίτημά του -που ήταν και γενικότερο διάχυτο αίτημα-, όπως ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας, ο Πάλλης, ο Εφταλιώτης, ο Ξενόπουλος, ο Βλαχογιάννης, ο Κ. Θεοτόκης, ο Κ. Χατζόπουλος κ.ά.

Με τον καιρό άρχισαν να κυκλοφορούν και περιοδικά που υποστήριξαν το κίνημα του δημοτικισμού, όπως Η Τέχνη (1898-1899), Ο Διόνυσος (1901-1902), Ο Νουμάς (1903 κ.έξ.) κ.ά. Ο Νουμάς μάλιστα έγινε το μαχητικό όργανο των δημοτικιστών για αρκετά χρόνια.

Αλλά η δημοτική δεν παρέμεινε μόνο ως γλώσσα της ποίησης και της πεζογραφίας· από τις αρχές του αιώνα μας άρχισε να χρησιμοποιείται και σε άλλα είδη του γραπτού λόγου, για να εκφραστούν απόψεις πιο πυκνές και πιο σύνθετες. Χρησιμοποιήθηκε σε μια σειρά έργα που αντιπροσωπεύουν τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό με στόχο την αναγέννηση της νεοελληνικής παιδείας (Φ. Φωτιάδης, Το γλωσσικόν ζήτημα κι η εκπαιδευτική μας αναγέννησις (1902), Στ. Ραμάς [=Μάρκος Τσιριμώκος], Τα παλιά και τα καινούργια (1905), Αλ. Δελμούζος, Από το κρυφό σχολειό (1911)), ή σε έργα με κοινωνικό περιεχόμενο, όπου γίνεται συσχετισμός του δημοτικισμού με το νεοελληνικό πολιτισμό και τη σύγχρονη πνευματική ζωή [Γ. Σκληρός, Το κοινωνικόν μας ζήτημα (1907), Ελισαίος Πανίδης, Γλώσσα και Ζωή (1908), Ίων Δραγούμης, Ελληνικός πολιτισμός (1913), Μ. Τριανταφυλλίδης, Απολογία της δημοτικής (1914), Δημ. Γληνός, Δημιουργικός ιστορισμός (1920) κ.ά.].

Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928), Οι ποιηταί (Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, Κ. Παλαμάς, Γ. Σουρής, Αρ. Προβελέγγιος) Πινακοθήκη Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»

Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928), Οι ποιηταί (Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, Κ. Παλαμάς, Γ. Σουρής, Αρ. Προβελέγγιος) Πινακοθήκη Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»