Αρχαία Ελληνική Γλώσσα (Α Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
Ενότητα 15 Λητώ
Η Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης, κάθεται σε δίφρο, ενώ στηρίζεται σε μια φοινικιά, για να αντέξει τους πόνους της γέννας (επάνω όψη) (ερυθρόμορφη πυξίδα, 370 π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας)




Η μεταμόρφωση του Λευκίππου

Α. Κείμενο

Ο Αντωνίνος Λιβεράλις (πιθ. 2ος αι. μ.Χ.) έζησε στη Ρώμη και ασχολήθηκε με τη μυθογραφία. Στο έργο του Μεταμορφώσεων Συναγωγὴ καταγράφει σε πεζό λόγο μια σειρά μεταμορφώσεων ανθρώπων σε ζώα ή σε αντικείμενα. Μεταξύ αυτών παραδίδει και τον μύθο του Λευκίππου, που γεννήθηκε κορίτσι και χρειάστηκε θεϊκή παρέμβαση, για να μεταμορφωθεί σε αγόρι και να μη θανατωθεί από τον ίδιο τον πατέρα του.

Μεταμορφώσεις

Γαλάτεια ἡ Εὐρυτίου τοῦ Σπάρτωνος συνεζύγη ἐν Φαιστῷ τῆς Κρήτης Λάμπρῳ τῷ Πανδίονος, ἀνδρὶ τὰ μὲν εἰς γένος εὖ ἔχοντι, βίου δὲ ἐνδεεῖ. Οὗτος, ἐπειδὴ ἐγκύμων ἦν ἡ Γαλάτεια, ηὔξατο μὲν ἄρρενα γενέσθαι αὐτῷ παῖδα, προηγόρευσε δὲ τῇ γυναικί, ἐὰν γεννήσῃ κόρην, ἀφανίσαι. Τῇ δὲ Γαλατείᾳ θυγάτηρ ἐγένετο. Καὶ κατοικτείρασα τὸ βρέφος καὶ τὴν ἐρημίαν τοῦ οἴκου λογισαμένη ἐψεύσατο τὸν Λάμπρον ἄρρεν λέγουσα τεκεῖν καὶ ἐξέτρεφεν ὡς παῖδα κοῦρον ὀνομάσασα Λεύκιππον. Ἐπεὶ δὲ ηὔξετο ἡ κόρη καὶ ἐγένετο ἄφατόν τι κάλλος, δείσασα τὸν Λάμπρον ἡ Γαλάτεια, κατέφυγεν εἰς τὸ τῆς Λητοῦς ἱερὸν καὶ πλεῖστα τὴν θεὸν ἱκέτευσεν, εἴ πως αὐτῇ κόρος ἡ παῖς ἀντὶ θυγατρὸς δύναιτο γενέσθαι. Ἡ δὲ Λητὼ συνεχῶς ὀδυρομένην καὶ ἱκετεύουσαν ᾤκτειρε τὴν Γαλάτειαν καὶ μετέβαλε τὴν φύσιν τῆς παιδὸς εἰς κόρον. Ταύτης ἔτι μέμνηνται τῆς μεταβολῆς Φαίστιοι καὶ τὴν ἑορτὴν Ἐκδύσια καλοῦσιν, ἐπεὶ τὸν πέπλον ἡ παῖς ἐξέδυ.

Ἀντωνῖνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων Συναγωγή 17 (διασκευή)


Γλωσσικά σχόλια

συνεζύγη (οριστ. παθ. αορ. β΄ ρ. συζεύγνυμαι παντρεύτηκε
ἀνδρὶ τὰ μὲν εἰς γένος εὖ ἔχοντι, βίου δὲ ἐνδεεῖ (δοτ. εν. αρσ. επιθ. ὁ/ἡ ἐνδεής, τὸ ἐνδεές άντρα ευγενικής καταγωγής, αλλά φτωχό (πβ. ν.ε.: ένδεια, δέηση)
ἐπειδὴ ἐγκύμων ἦν  όταν εγκυμονούσε (πβ. ν.ε.: έγκυος, εγκυμοσύνη)
ηὔξατο (οριστ. αορ. ρ. εὔχομαι ευχήθηκε
ὁ/ἡ ἄρρην, τὸ ἄρρεν  αρσενικός (πβ. ν.ε.: αρρενωπός)
γενέσθαι αὐτῷ παῖδα  να αποκτήσει παιδί
προαγορεύω  λέω εκ των προτέρων, προειδοποιώ
κατοικτείρω  λυπάμαι
ἡ ἐρημία  η μοναξιά, η ερήμωση (πβ. ν.ε.: ερημιά, ερημίτης)
λογίζομαι  υπολογίζω, σκέφτομαι (πβ. ν.ε.: λογιστής, λογισμός, λογισμικό)
ἐψεύσατο (οριστ. αορ. ρ. ψεύδομαι είπε ψέματα, ξεγέλασε
τεκεῖν (απαρ. αορ. β΄ ρ. τίκτω ότι γέννησε (πβ. ν.ε.: τόκος, τοκετός, πρωτότοκος)
ἐκτρέφω  ανατρέφω, μεγαλώνω (πβ. ν.ε.: εκτροφείο, εκτροφή)
ὡς παῖδα κοῦρον  σαν γιο
ηὔξετο (οριστ. παρατ. ρ. αὔξομαι μεγάλωνε (πβ. ν.ε.: αύξηση, αυξητικός, επαύξηση)
ὁ/ἡ ἄφατος, τὸ ἄφατον  ανείπωτος, ανώτερος από κάθε περιγραφή (πβ. ν.ε.: αφασία, κατάφαση, αποφατικός)
δείσασα (μτχ. αορ. ρ. δέδοικα και δέδια επειδή φοβήθηκε
πλεῖστα τὴν θεὸν ἱκέτευεν  ικέτευε θερμά τη θεά
εἴ πως αὐτῇ κόρος ἡ παῖς ἀντὶ θυγατρὸς δύναιτο γενέσθαι  μήπως με κάποιο τρόπο μπορούσε το κορίτσι να γίνει γι’ αυτήν αγόρι
ὀδύρομαι  θρηνώ (πβ. ν.ε.: οδυρμός)
ᾤκτειρε [οριστ. αορ. ρ. οἰκτ(ε)ίρω λυπήθηκε, ευσπλαχνίστηκε (πβ. ν.ε.: οικτιρμός, οικτίρμων)
ἔτι  ακόμα
μέμνηνται (οριστ. παρακ. ρ. μιμνῄσκομαι θυμούνται (πβ. ν.ε.: μνημοσύνη, αμνήμων)
ἐξέδυ (οριστ. αορ. β΄ ρ. ἐκδύομαι) τὸν πέπλον  έβγαλε τον πέπλο, (μεταφορικά) απέβαλε τη γυναικεία φύση

Ερμηνευτικά σχόλια

τὴν ἑορτὴν Ἐκδύσια: Γιορτή προς τιμήν της Φυτίας Λητώς που τελούνταν στη Φαιστό της Κρήτης σε ανάμνηση της θαυμαστής μεταμόρφωσης του κοριτσιού σε άντρα χάρη στην παρέμβαση της Λητώς. Κατά τη διεξαγωγή της γιορτής οι μελλόνυμφοι κοιμόνταν μπροστά στο άγαλμα του Λευκίππου που είχε στηθεί στο ιερό της θεάς. Κατόπιν είτε έγδυναν τελετουργικά το ξόανο του Λευκίππου είτε οι άντρες αντάλλασσαν τα ρούχα τους με τις υποψήφιες συζύγους τους. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η γιορτή συνδεόταν με τη μετάβαση των νεαρών Κρητών από την παιδική στην ανδρική ηλικία. Οι έφηβοι (που ονομάζονταν και ἐκδυόμενοι) άφηναν τα παιδικά ρούχα τους, έπαιρναν τα όπλα τους και γίνονταν πολίτες.

ἐπεὶ τὸν πέπλον ἡ παῖς ἐξέδυ: Πέρα από την κυριολεκτική σημασία της (το κορίτσι έβγαλε από πάνω του τον κοριτσίστικο πέπλο), η φράση μεταφορικά υποδηλώνει την αποβολή της γυναικείας φύσης.


Ερωτήσεις

  1. Τι ανάγκασε τη Γαλάτεια να καταφύγει στη βοήθεια της Λητώς;
  2. Πώς αντέδρασε η Λητώ στους θρήνους της Γαλάτειας;
  3. Σε ποια αίτια οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, η παρατηρούμενη και στις μέρες μας (ιδίως σε φτωχότερους πληθυσμούς) προτίμηση για αρσενικά τέκνα; Γνωρίζετε έργα της ελληνικής ή της παγκόσμιας λογοτεχνίας που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στο θέμα;

Β1. Λεξιλογικός Πίνακας Ψηφιακό λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (των H.G. Liddell & R. Scott, ελληνική μετάφραση) Ηλεκτρονικά λεξικά της μεσαιωνικής και νέας ελληνικής γλώσσας Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας [σχολικό εγχειρίδιο Γυμνασίου]

φύω [= (ενεργ.) κάνω να φυτρώσει, γεννώ, (μέσο) φυτρώνω, αναπτύσσομαι, είμαι εκ φύσεως, γεννιέμαι]
θ. φυ-
[στο κείμενο συναντήσατε τον τύπο τὴν φύσιν]
 
Αρχαία Ελληνική
Αρχαία / Νέα  Ελληνική
Νέα  Ελληνική
img img ἡ φυή [= η φυσική διάπλαση, η σωματική ανάπτυξη]
ἡ φύσις (-η)
φυσικός
ἡ φυλή
τὸ φῦλον (-ο) [= το γένος]
φυτεύω
τὸ φυτόν (-ό)
φυτικός
ἡ φυτεία
φυντάνι / φυντανάκι
φύτρο [= το μικρό βλαστάρι]
φύτρα [= 1. το φύτρο, 2. η γενιά]
φυτρώνω
img φυσίζοος [= αυτός που δίνει ζωή]
ἐμφύω
φυτοκομῶ
ἡ φυτοκομία
φυσιολογικός
ἡ φυσιογνωμία
φυσιογνωμικός
τὸ φυτώριον (-ο)
αὐτοφυής
ἡ ἐμφύτευσις (-η)
ἐμφυτεύω
ἔμφυτος
εὐφυής
ἰδιοφυής
ἡ ἰδιοφυΐα
κατάφυτος
φυτοζωώ [= καλύπτω με δυσκολία τις βιοτικές ανάγκες μου]
φυτολογία
φυτοφάγος
φυσιοδίφης
φυσιολάτρης
φυσικοθεραπεία
φυσιογνωμιστής
φυσικομαθηματικός
δενδροφύτευση
μεγαλοφυής
πυκνόφυτος
τριχοφυΐα


Ασκήσεις
  1. Να γράψετε τι δηλώνουν τα παράγωγα του ρ. φύω ουσιαστικά ἡ φύσις και ἡ φυή, σύμφωνα με όσα έχετε διδαχτεί μέχρι τώρα (πρόσωπο που ενεργεί, ενέργεια/κατάσταση κτλ.).
    Αναζητήστε τη λέξη φύσις
  2. Να συνδυάσετε το επίθετο «φυσικός» με τα παρακάτω ουσιαστικά σε προτάσεις της ν.ε. και να εξηγήσετε τη σημασία του σε καθεμία από αυτές: πλούτος, επιστήμη, συνέπεια, φαινόμενο.
    Η πολύσημη λέξη φυσικός
  3. Να βρείτε τη σημασία των παρακάτω φράσεων στη ν.ε. και να γράψετε μία πρόταση με καθεμία φράση: α. φύσει αδύνατο(ν), β. νεκρή φύση, γ. εκ φύσεως, δ. πάσης φύσεως.
  4. Να βρείτε στον Λεξιλογικό Πίνακα λέξεις της ν.ε. συνώνυμες των λέξεων: «βλαστάνω», «έξυπνος», «πυκνοφυτεμένος».

Β2. Ετυμολογικά

Παραγωγή επιθέτων

Παραγωγή επιθέτων από ρήματα (β΄ μέρος)

Στην προηγούμενη Ενότητα διδαχτήκατε τα κυρίως ρηματικά επίθετα. Στην Ενότητα αυτή εξετάζονται τα υπόλοιπα παράγωγα από ρήματα επίθετα:

Σημαίνουν: Καταλήξεις
α. ό,τι και η μετοχή ενεστώτα ή παρακειμένου του ρήματος από το οποίο παράγονται
  • -άς (γεν. -άδος): επίθετα γ΄ κλίσης μονοκατάληκτα.
        μιγάς (= ὁ μεμειγμένος) < μειγνύω
  • -ής (γεν. -οῦς): επίθετα γ΄ κλίσης δικατάληκτα (τα περισσότερα σύνθετα ή παρασύνθετα).
        ἐπιτυχής (= ο επιτυχημένος) < ἐπιτυγχάνω
  • -ός, -(α)νός, -ρός, -ερός: επίθετα β΄ κλίσης τρικατάληκτα.
        λοιπός (= ὁ ὑπολειπόμενος) < λείπω
        τερπνός (= ὁ τέρπων) < τέρπω
        πιθανός (= ὁ πείθων) < πείθω (θ. πιθ-)
        λαμπρός (= ὁ λάμπων) < λάμπω
        φανερός (= ὁ φαινόμενος) < φαίνω, -ομαι (θ. φαν-)
β. εκείνον που έχει ικανότητα, κλίση ή επιτηδειότητα σε αυτό που δηλώνει το ρήμα από το οποίο παράγονται
  • -ικός, -τικός: επίθετα β΄ κλίσης τρικατάληκτα.
        λεκτικός < λέγω
        ἀμυντικός (= επιτήδειος στο να αμύνεται) < ἀμύνω, -ομαι
  • -ιμος: επίθετα β΄ κλίσης δικατάληκτα.
        φρόνιμος < φρονέω, φρονῶ
  • -μων (γεν. -ονος): επίθετα γ΄ κλίσης δικατάληκτα.
        οἰκτίρμων < οἰκτ(ε)ίρω (= σπλαχνίζομαι)
  • -τήριος: επίθετα β΄ κλίσης δικατάληκτα ή τρικατάληκτα.
        λυτήριος < λύω
        


Ασκήσεις
  1. Να σχηματίσετε από τα παρακάτω ρήματα παράγωγα επίθετα που φανερώνουν ό,τι και η μετοχή ενεστώτα ή παρακειμένου των ρημάτων:
    νέμομαι (θ. νομ-) > ________________
    ἐμφαίνω > ________________
    χαλάω (θ. χαλα-) > ________________
    θάλλω (θ. θαλ-) > ________________
    ἐπιρρέπω > ________________

  2. Να σχηματίσετε παράγωγα επίθετα από τα ρήματα που σας δίνονται και να γράψετε τη σημασία τους:
    κωλύω > ________________
    ὠφελέω, ὠφελῶ > ________________
    ἐλεέω, ἐλεῶ > ________________
    ἄγω > ________________

  3. Να αντιστοιχίσετε τα ρήματα της στήλης Α΄ με τα παράγωγα επίθετά τους στη στήλη Β΄ και να γράψετε δίπλα στο καθένα τη σημασία του:
    Α΄ Β΄ σημασία επιθέτου
    1. μιαίνω α. κυφός ____________________
    2. μνάομαι, μνῶμαι β. ἱκανός ____________________
    3. κύπτω (= σκύβω) γ. μνήμων ____________________
    4. μιμέομαι, μιμοῦμαι δ. μιαρός ____________________
    5. ἱκνοῦμαι ε. μιμητικός ____________________

Γ. Γραμματική

Οριστική παρατατικού και αορίστου μέσης φωνής βαρύτονων ρημάτων

Ο τύπος ηὔξετο του κειμένου της Ενότητας είναι τύπος οριστικής παρατατικού μέσης φωνής και οι τύποι ηὔξατο και ἐψεύσατο τύποι οριστικής αορίστου μέσης φωνής.

Η οριστική παρατατικού και αορίστου μέσης φωνής σχηματίζεται όπως και στην ενεργητική φωνή (βλ. Ενότητα 7), με διαφορετικές όμως καταλήξεις:

Σχηματισμός οριστικής παρατατικού μ.φ.

οριστική παρατατικού μ.φ.

Σχηματισμός οριστικής αορίστου μ.φ.

οριστική αορίστου μ.φ.

Κλίση

παρατατικός αόριστος
ἐ-βουλευ-όμην
ἐ-βουλεύ-ου
ἐ-βουλεύ-ετο
ἐ-βουλευ-όμεθα
ἐ-βουλεύ-εσθε
ἐ-βουλεύ-οντο
ἐ-βουλευ-σ-άμην
ἐ-βουλεύ-σ-ω
ἐ-βουλεύ-σ-ατο
ἐ-βουλευ-σ-άμεθα
ἐ-βουλεύ-σ-ασθε
ἐ-βουλεύ-σ-αντο

red arrowΠαρατήρηση

Στα αφωνόληκτα ρήματα για τον σχηματισμό της οριστικής αορίστου μέσης φωνής ισχύουν όσα γνωρίζετε σχετικά με τον σχηματισμό της οριστικής αορίστου της ενεργητικής φωνής.

  • Να συμπληρώσετε, σύμφωνα με αυτή την παρατήρηση, τον πίνακα:
ουρανικόληκτα χειλικόληκτα οδοντικόληκτα
ρ. τάττομαι ρ. γράφομαι ρ. κομίζομαι
ἐταξάμην ἐγραψάμην ἐκομισάμην
ἐτάξω    
     
  ἐγραψάμεθα  
     
    ἐκομίσαντο

Ασκήσεις
  1. Να συμπληρώσετε τον παρακάτω πίνακα με τους χρόνους που ζητούνται στο πρόσωπο που δίνεται:
    ενεστώτας παρατατικός αόριστος
    λογίζεσθε    
        ἐψεύσατο
      ηὔχοντο  

  2. Να κλίνετε τα ρήματα στον χρόνο που βρίσκονται: ἐτάττετο, ηὔξατο, ἐφυλάξω, ἐπαύσασθε.
  3. Να μεταφέρετε τους ρηματικούς τύπους στο ίδιο πρόσωπο του άλλου αριθμού διατηρώντας τον χρόνο και τη φωνή: προηγόρευσε, κατελύσω, διεπράξαντο, ἐπορεύοντο, ἔκτισε, ἔπειθες.
  4. Να μεταφέρετε στο ίδιο πρόσωπο του παρατατικού της μέσης φωνής όσα από τα παρακάτω ρήματα βρίσκονται στον ενεστώτα και να μεταφέρετε στο ίδιο πρόσωπο του αορίστου όσα βρίσκονται στον μέλλοντα: ἀποτρέπεσθε, ἀντιτασσόμεθα, φυλάττονται, παιδεύσεται, κόψῃ, πραξόμεθα.
  5. Να τοποθετήσετε τους ρηματικούς τύπους στη σωστή στήλη και να συμπληρώσετε τους υπόλοιπους χρόνους τους διατηρώντας την έγκλιση, τον αριθμό και το πρόσωπο: προσδέχεται, ἥπτου, κατασκευάζονται, ἀναγκάσεσθε, συνεσκευάσω.
    ενεστώτας παρατατικός μέλλοντας αόριστος
           
           
           
           
           

  6. Να συμπληρώσετε τα κενά των παρακάτω προτάσεων με τον κατάλληλο τύπο οριστικής του χρόνου που ζητείται στην παρένθεση:
    α. Ὅσοι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὅπλα ________________ (φέρω, παρατ.), οὗτοι γυμνοὶ ________________ (γίγνομαι, παρατ.) πρὸς τὰ τοξεύματα καὶ τἆλλα βέλη· ἀνεχώρησαν οὖν καὶ αὐτοῦ ________________ (στρατοπεδεύομαι, αόρ.) παρὰ τὸν ποταμόν.
    β. Οἱ μὲν Ἕλληνες ________________ (παρασκευάζομαι, παρατ.) πρὸς τοὺς Πέρσας καὶ πρὸς τὸν κίνδυνον· οἱ δὲ πολέμιοι ________________ (τοξεύω, παρατ.) καὶ ἐσφενδόνων.
    γ. Ἥριππίδας, ἐπεὶ ὑπέσχετο (= υποσχέθηκε) αὐτῷ, ________________ (θύομαι, παρατ.) καὶ ________________ (πορεύομαι, παρατ.) σὺν ᾗ εἶχε δυνάμει (= με όση δύναμη είχε).
    δ. Μετὰ δὲ τοῦτο ________________ (ἄρχομαι, αόρ.) λόγου ὁ Φαρνάβαζος.

Ὅστις νέμει κάλλιστα τὴν αὑτοῦ φύσιν, οὗτος σοφὸς πέφυκε πρὸς τὸ συμφέρον
Εὐριπίδης, Ἀπόσπασμα 634 (Nauck)

Όποιος ξέρει πολύ καλά να διαφεντεύει τον χαρακτήρα του αυτός ξέρει πολύ καλά το συμφέρον του.