Αρχαία Ελληνική Γλώσσα (Γ Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Ο Σωκράτης πίνει το κώνειο στη φυλακή, ενώ οι μαθητές του γύρω του βρίσκονται σε απόγνωση (Zακ Λουί Νταβίντ, 1787, ελαιογραφία, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης).

Οι νόμοι επισκέπτονται τον Σωκράτη στη φυλακή

Α. Κείμενο

Στο έργο του Κρίτων ο Πλάτων παρουσιάζει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο Σωκράτης αποκρούοντας τις προτάσεις των φίλων του να δραπετεύσει πριν από την εκτέλεση της θανατικής ποινής που του επιβλήθηκε από το δικαστήριο της Ηλιαίας (399 π.Χ.). Η κατηγορία που οδήγησε τον Σωκράτη στην καταδίκη ήταν ότι πίστευε σε άλλους θεούς από εκείνους που τιμούσε η πόλη του και ότι διέφθειρε τους νέους. Η δικαιολόγηση της άρνησής του να δραπετεύσει ήταν δύσκολη, καθώς οι φίλοι του υποστήριζαν ότι η δραπέτευσή του δε θα αποτελούσε αδικία αλλά θεραπεία μιας αδικίας. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο Σωκράτης παρουσιάζει τους νόμους προσωποποιημένους να του υποβάλλουν ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης δραπέτευσής του.

H δικαιοσύνη είναι συνεργασία

Eἰ μέλλουσιν ἡμῖν ἐνθένδε εἴτε ἀποδιδράσκειν, εἴθ’ ὅπως δεῖ ὀνομάσαι τοῦτο, ἐλθόντες οἱ νόμοι καὶ τὸ κοινὸν τῆς πόλεως ἐπιστάντες ἔροιντο· Εἰπέ μοι, ὦ Σώκρατες, τί ἐν νῷ ἔχεις ποιεῖν; Ἄλλο τι ἢ τούτῳ τῷ ἔργῳ ᾧ ἐπιχειρεῖς διανοῇ τούς τε νόμους ἡμᾶς ἀπολέσαι καὶ σύμπασαν τὴν πόλιν τὸ σὸν μέρος; Ἢ δοκεῖ σοι οἷόν τε ἔτι ἐκείνην τὴν πόλιν εἶναι καὶ μὴ ἀνατετράφθαι, ἐν ᾗ ἂν αἱ γενόμεναι δίκαι μηδὲν ἰσχύωσιν ἀλλὰ ὑπὸ ἰδιωτῶν ἄκυροί τε γίγνωνται καὶ διαφθείρωνται; Τί ἐροῦμεν, ὦ Κρίτων, πρὸς ταῦτα καὶ ἄλλα τοιαῦτα; Πολλὰ γὰρ ἄν τις ἔχοι, ἄλλως τε καὶ ῥήτωρ, εἰπεῖν ὑπὲρ τούτου τοῦ νόμου ἀπολλυμένου ὃς τὰς δίκας τὰς δικασθείσας προστάττει κυρίας εἶναι. Ἢ ἐροῦμεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι «Ἠδίκει γὰρ ἡμᾶς ἡ πόλις καὶ οὐκ ὀρθῶς τὴν δίκην ἔκρινεν;» Ταῦτα ἢ τί ἐροῦμεν;

Πλάτων, Κρίτων 50a-c
Πλάτων

Γλωσσικά σχόλια

μέλλουσιν (μτχ. ενεστ.) ἡμῖν   ενώ πρόκειται, ενώ σκοπεύουμε
ἀποδιδράσκω δραπετεύω (πβ. ν.ε.: απόδραση)
ἐνθένδε από εδώ
τὸ κοινὸν τῆς πόλεως το σύνολο των πολιτών, οι δημόσιες αρχές
ἐπιστάντες (μτχ. αορ. β΄ρ. ἐφίσταμαι) σταθούν μπροστά μας και (πβ. ν.ε.: επιστάτης, επιστασία)
εἰ... ἔροιντο (γ΄ πληθ. ευκτ. αορ. β΄ ρ. ἐρωτάω, -ῶ) αν ρωτήσουν
ἐν νῷ (δοτ. εν. ουσ. ὁ νοῦς) στον νου (σου)
διανοέομαι, διανοοῦμαι σκέφτομαι (πβ. ν.ε.: διάνοια, διανοητής)
ἀπολέσαι (απαρ. αορ. ρ. ἀπόλλυμι) να καταστρέψεις (πβ. ν.ε.: απώλεια)
ὁ σύμπας, ἡ σύμπασα, τὸ σύμπαν όλος (ανεξαιρέτως)
τὸ σὸν μέρος όσο εξαρτάται από εσένα, όσο περνάει από το χέρι σου
οἷόν τ’ [εἶναι] (απαρ. απρόσ. έκφρασης) εἶναι ότι είναι δυνατόν να υπάρχει
ἔτι ακόμα, πια
ἀνατετράφθαι (απαρ. παρακ. ρ. ἀνατρέπομαι) να μην έχει καταλυθεί
αἱ γενόμεναι δίκαι οι δικαστικές αποφάσεις
   ἰσχύω ισχύω, έχω δύναμη (πβ. ν.ε.: ισχυρός, ανίσχυρος)
ὁ ἰδιώτης ο ανειδίκευτος, ο μη επαΐων, ο απλός πολίτης
γίγνομαι ἄκυρος ακυρώνομαι, χάνω την ισχύ μου
διαφθείρομαι καταστρέφομαι, αφανίζομαι, (εδώ) καταργούμαι (πβ. ν.ε.: διαφθορά)
τί ἐροῦμεν; (ορ. μέλλ. ρ. λέγω) τι θα πούμε;
ἔχω + απαρέμφατο μπορώ να
ἄν τις ἔχοι εἰπεῖν θα μπορούσε κανείς να πει
ἄλλως τε καί και μάλιστα, και ιδιαίτερα
ἀπολλυμένου (μτχ. ενεστ. ρ. ἀπόλλυμαι) που κινδυνεύει να χαθεί, να καταλυθεί (πβ. το απολωλός πρόβατο)
τὰς δίκας τὰς δικασθείσας τις δικαστικές αποφάσεις
κύριός εἰμι ισχύω, είμαι έγκυρος

Ερμηνευτικά σχόλια

ἐκείνην τὴν πόλιν εἶναι... ἄκυροί τε γίγνωνται καὶ διαφθείρωνται;: Ο Σωκράτης επισημαίνει στον Κρίτωνα πόσο σημαντικό είναι για την ύπαρξη μιας πολιτείας να γίνονται σεβαστές οι δικαστικές αποφάσεις. Η σημασία που αποδίδεται στη δικαστική εξουσία είναι διαχρονική. Στις μέρες μας, μάλιστα, στα δημοκρατικά πολιτεύματα η ανεξαρτησία και η απρόσκοπτη λειτουργία της Δικαιοσύνης θεωρούνται εγγύηση για τον σεβασμό των δικαιωμάτων του πολίτη και χαρακτηριστικά της πραγματικής δημοκρατίας.
Άρθρο 87 του Συντάγματος 2008: Ανεξαρτησία των δικαστών Αρχή της διάκρισης των λειτουργιών

ὑπὸ ἰδιωτῶν: Ἰδιώτης χαρακτηρίζεται ο ανειδίκευτος, ο απλός πολίτης. Αντιδιαστέλλεται προς πρόσωπα τα οποία κατέχουν δημόσια αξιώματα (στρατηγός, ἄρχων), έχουν μια επαγγελματική ιδιότητα (χειροτέχνης, ἰατρός) ή μια ειδικότερη ενασχόληση (φιλόσοφος).

ἄλλως τε καὶ ῥήτωρ: Όταν ένας πολίτης πρότεινε την τροποποίηση, την αντικατάσταση ή και την κατάργηση ενός νόμου, η Εκκλησία του Δήμου όριζε συνηγόρους ρήτορες, για να υπερασπίσουν τον νόμο αυτό. Η διαδικασία της κρίσης του νόμου λάμβανε χώρα ενώπιον του δικαστηρίου της Ηλιαίας. Εκθέτονταν τα επιχειρήματα υπέρ και κατά του νόμου και κατόπιν λαμβανόταν η σχετική απόφαση.
Δικαστήριο Ηλιαίας

Αναπαράσταση ρωμαϊκού αντιγράφου προτομής του Σωκράτη (4ος αι. π.Χ., Μουσείο Βατικανού)

Ερωτήσεις


  1. Ποια συνέπεια θα έχει, σύμφωνα με τα λεγόμενα των νόμων, η απόδραση του Σωκράτη από τη φυλακή; Ποια είναι, σύμφωνα με το κείμενο, η απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση και τη διασφάλιση της σταθερότητας της πολιτείας;
  2. Πώς εξηγείτε την άρνηση του Σωκράτη να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που του δίνουν οι φίλοι του να αποδράσει; Πώς θα τον χαρακτηρίζατε ως πολίτη και ως δάσκαλο;
  3. Σε αρκετές περιπτώσεις ένας πολίτης ή μια κατηγορία πολιτών ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους θεωρούν ότι θίγονται τα συμφέροντά τους από μια νομοθετική ρύθμιση. Ποια, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να είναι η στάση τους;
    Μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου: αναφορές Πολίτης και πολιτική

Β. Λεξιλογικά – Ετυμολογικά


Ψηφιακό λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (των H.G. Liddell & R. Scott, ελληνική μετάφραση) Ηλεκτρονικά λεξικά της μεσαιωνικής και νέας ελληνικής γλώσσας Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας [σχολικό εγχειρίδιο Γυμνασίου]
  1. Να συμπληρώσετε τα κενά του παρακάτω πίνακα αναλύοντας τις σύνθετες λέξεις του κειμένου της Ενότητας στα συνθετικά μέρη τους:

    σύνθετη λέξη α΄συνθετικό β΄συνθετικό
    ἀπόλλυμι    
    διαφθείρω    
    ἐφίστημι    
    προστάττω    
    σύμπας    

  2. Να συμπληρώσετε τα κενά του παρακάτω πίνακα σχηματίζοντας σύνθετες λέξεις της α.ε. με τα συνθετικά που δίνονται:

    α΄συνθετικό β΄συνθετικό σύνθετη λέξη
    παρά + νόμος (επίθ.) __________
    ἐπί + κοινός (επίθ.) __________
    μήτηρ + πόλις (ουσ.) __________
    κώμη + πόλις (ουσ.) __________
    ἀ- + πόλις (επίθ.) __________
    ὑπό + δίκη (επίθ.) __________
    ἀνά + κρίνω (ρήμα) __________
    εὖ + νοῦς (επίθ.) __________
    μετά + ἔχω (επίθ.) __________

  3. Χρησιμοποιώντας ως α΄ συνθετικό τις προθέσεις ἀνά, ἀπό, ἐξ, ἐπί, μετά, περί, σὺν και ὑπὲρ και ως β΄συνθετικό το ρήμα ἔχω να σχηματίσετε σύνθετα ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα της α.ε., όπου είναι δυνατόν:

    πρόθεση ρήμα ουσιαστικό επίθετο
    περί περιέχω    
           
           
           
           
           
           
           

  4. α. Χρησιμοποιώντας το ρ. γίγνομαι ως β΄ συνθετικό και ως α΄ συνθετικό κλιτή ή άκλιτη λέξη, να σχηματίσετε όσο περισσότερες σύνθετες λέξεις της α.ε. μπορείτε σύμφωνα με το παράδειγμα: εὖ + γίγνομαι > εὐγενής.

    β. Να κατατάξετε τις –ομόρριζες του ρήματος γίγνομαι– λέξεις γεννήτωρ, γέννα, γενναῖος, γονεύς, γένεσις, γένος, γόνιμος, γονικός, γνήσιος, γέννημα στον κατάλληλο πίνακα:

    ενέργεια ή κατάσταση   πρόσωπο που ενεργεί   αποτέλεσμα ενέργειας
    _________________   _________________   τὸ _________________
    _________________   _________________   τὸ _________________

    επίθετα
    _________________
    _________________
    _________________
    _________________

Γ. Σύνταξη


Υποτακτική σύνδεση

1. Τα είδη του μορίου ἄν

Α. Υποθετικό

α. Βρίσκεται στην αρχή της πρότασης στην οποία ανήκει (δευτερεύουσα υποθετική).
β. Συντάσσεται με υποτακτική.
γ. Δέχεται άρνηση μή.
δ. Μεταφράζεται στη ν.ε. με τον υποθετικό σύνδεσμο «αν».
π.χ. Ἂν ἐμὲ ἀποκτείνητε, οὐκ ἐμὲ βλάψετε, ἀλλ’ ὑμᾶς αὐτούς.

Β. Αοριστολογικό

α. Είναι πάντοτε η δεύτερη λέξη της πρότασης στην οποία ανήκει· η πρώτη είναι αναφορική αντωνυμία, αναφορικό επίρρημα, χρονικός ή τελικός σύνδεσμος.
β. Συντάσσεται με υποτακτική.
γ. Δέχεται άρνηση μή.
δ. Στη ν.ε. δε μεταφράζεται ή αποδίδεται με: «τυχόν», «ίσως», «-δήποτε».
π.χ. Ἄκουσον, ὡς ἂν μάθῃς (= Άκουσε, για να καταλάβεις ίσως).

Γ. Δυνητικό

α. Δέχεται άρνηση οὐ(κ).
β. Συντάσσεται με:
i) ευκτική (πλην μέλλοντα). Η δυνητική ευκτική δηλώνει κάτι το δυνατό στο παρόν και στο μέλλον. Αποδίδεται με: θα + παρατατικό, θα μπορούσα να + ρήμα.
π.χ. Ἔτι δὲ τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε (= γιατί θα δυσανασχετούσατε); 
ii) οριστική (μόνο ιστορικών χρόνων). Η δυνητική οριστική δηλώνει κάτι το δυνατό στο παρελθόν ή κάτι αντίθετο του πραγματικού. Αποδίδεται με: θα + παρατατικό ή υπερσυντέλικο.
π.χ. Ἐβουλόμην ἂν πολλῶν ἕνεκεν Μειδίαν ζῆν [= θα επιθυμούσα για πολλούς λόγους να ζούσε ο Μειδίας (αλλά δε ζει)].
iii) απαρέμφατο ή μετοχή (πλην μέλλοντα). Δυνητικό απαρέμφατο ή μετοχή συναντάμε στον πλάγιο λόγο και προέρχονται από δυνητική ευκτική ή δυνητική οριστική του ευθέος λόγου· συνήθως αποτελούν απόδοση εξαρτημένου υποθετικού λόγου.
π.χ. Δοκεῖ μοί τις οὐκ ἂν ἁμαρτεῖν (= οὐκ ἂν ἁμάρτοι, δε θα έσφαλλε) εἰπὼν ὅτι νυνὶ κρίνεται μὲν Ἀριστογείτων, δοκιμάζεσθε δὲ καὶ κινδυνεύεθ’ ὑμεῖς περὶ δόξης.
Δοκεῖ μοι συγγνώμην ἂν ἔχειν ἡμᾶς (= ἂν εἴχομεν, θα συγχωρούσαμε), εἰ ἑωρῶμεν σῳζόμενα τῇ πόλει τὰ ὑπὸ τούτων δημευόμενα.


➥ Παρατηρήσεις

✦ Οι χρονικοί σύνδεσμοι ὅταν, ὁπόταν, ἐπειδὰν και ἐπὰν προήλθαν από ενσωμάτωση του αοριστολογικού ἂν στους συνδέσμους ὅτε, ὁπότε, ἐπειδὴ και ἐπεὶ αντίστοιχα.
✦ Το υποθετικό ἂν προέρχεται από την ένωση του υποθετικού συνδέσμου εἰ με το αοριστολογικό ἂν (εἰ ἄν → ἄν).

2. Οι δευτερεύουσες προτάσεις της α.ε.


Όπως ήδη γνωρίζετε από τη Β΄ Γυμνασίου –και από τη ν.ε.– σε μία περίοδο ή ημιπερίοδο υπάρχουν προτάσεις κύριες και δευτερεύουσες. Κύριες είναι αυτές που μπορούν να σταθούν μόνες τους στον λόγο, ενώ οι δευτερεύουσες εξαρτώνται πάντα από άλλες προτάσεις (κύριες ή δευτερεύουσες). Σε κάθε περίοδο ή ημιπερίοδο πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει τουλάχιστον μία κύρια πρόταση.

Για να χαρακτηρίσουμε με ολοκληρωμένο τρόπο μια δευτερεύουσα πρόταση, πρέπει να αναφερθούμε σε όλα τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή να δηλώσουμε από πού εξαρτάται, πώς εισάγεται, πώς εκφέρεται και ποιος είναι ο συντακτικός ρόλος της.
π.χ. Οἱ στρατιῶται λέγουσιν ὅτι Κῦρος τέθνηκε: Στη φράση αυτή υπάρχουν δύο προτάσεις, μία κύρια (Οἱ στρατιῶται λέγουσιν) με ρήμα το λέγουσιν (εξάρτηση) και μία δευτερεύουσα ειδική (ὅτι Κῦρος τέθνηκε), η οποία εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι, εκφέρεται με οριστική (τέθνηκε) και λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα εξάρτησης λέγουσιν.


β. Διάκριση δευτερευουσών προτάσεων ως προς τη συντακτική θέση


◗ Αφού θυμηθείτε την ανάλογη διάκριση στη ν.ε., να απαριθμήσετε τις δευτερεύουσες προτάσεις που έχετε διδαχθεί στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και να τις διακρίνετε σε ονοματικές και επιρρηματικές.

Πίνακας δευτερευουσών προτάσεων στη νεΠίνακας δευτερευουσών προτάσεων στη νε

γ. Οι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις της α.ε.


Ονομάζονται έτσι όσες λειτουργούν συντακτικά σαν ονόματα, δηλαδή έχουν συντακτική θέση την οποία μπορεί να καταλάβει ένα όνομα. Πιο συγκεκριμένα, οι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις μπορεί να λειτουργούν ως:

Αντικείμενο σε προσωπικά ρήματα,
π.χ. Λέγω ὅτι πολλαὶ καὶ καλαὶ ἐλπίδες ἡμῖν εἰσι σωτηρίας.
Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή σε απρόσωπες εκφράσεις,
π.χ. Φόβος ἐστὶ μὴ ἡττηθῶμεν.
Επεξήγηση, κυρίως σε ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας που προηγείται,
π.χ. Τοῦτο ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν, ὅτι τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστίν.


Είδη ονοματικών δευτερευουσών προτάσεων της α.ε.

Οι ονοματικές προτάσεις διακρίνονται σε τέσσερα είδη:

Πίνακας ονοματικών προτάσεων
1. Ειδικές

Εισάγονται με τους ειδικούς συνδέσμους ὅτι (όταν το περιεχόμενό τους είναι αντικειμενικό, πραγματικό) ή ὡς (όταν το περιεχόμενό τους είναι υποκειμενικό ή ψευδές).

π.χ. Οἱ Ἀσσύριοι ἴσασιν (= γνωρίζουν) ὅτι (= ότι πράγματι) ἱππικὸν στράτευμα ἐν νυκτὶ ταραχῶδές ἐστι καὶ δύσχρηστον.
Πειρῶνται πείθειν ὑμᾶς ὡς (= ότι τάχα) δυνατός εἰμι.

Εξαρτώνται από ρήματα που σημαίνουν: λέω (λεκτικά), γνωρίζω (γνωστικά), αισθάνομαι (αισθητικά), δείχνω (δείξεως) κ.ά.
Εκφέρονται με οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική και με ευκτική (συνήθως όταν εξαρτώνται από ρήματα ιστορικού χρόνου) η οποία ονομάζεται ευκτική του πλαγίου λόγου.

π.χ. Καὶ κατηγοροῦσι αὐτοῦ ὡς πολλὰς ἀρχὰς ἦρξεν (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Δῆλόν ἐστιν ὅτι οὐκ ἂν προὔλεγεν, εἰ μὴ ἀληθεύσειν (= ότι θα βγει αληθινός) ἐπίστευε (δυν. οριστική, αντίθετο του πραγματικού).
Ὅτι βούλοισθε ἂν τὴν ἀρχήν, ἣν πρότερον ἐκέκτησθε, ἀναλαβεῖν πάντες ἐπιστάμεθα (δυν. ευκτική, περιεχόμενο δυνατό στο παρόν και στο μέλλον).
Σχεδὸν ἐγίγνωσκον ὅτι εἴη που πλησίον τὸ στράτευμα τῶν πολεμίων (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο).


2. Ενδοιαστικές

Εισάγονται με τους ενδοιαστικούς συνδέσμους μή (= μήπως), όταν δηλώνεται φόβος μήπως συμβεί κάτι ανεπιθύμητο, και μὴ οὐ (= μήπως δεν), όταν δηλώνεται φόβος μήπως δε συμβεί κάτι επιθυμητό.

π.χ. Ὀκνῶ (= φοβάμαι) μὴ μάταιος ἡμῖν ἡ στρατεία γένηται.
Δέδοικα μὴ οὐκ ἔχω ταύτην τὴν σοφίαν.

Εξαρτώνται από ρήματα που δείχνουν φόβο, δισταγμό ή μέριμνα.
Εκφέρονται με: υποτακτική (κυρίως), με οριστική και με ευκτική του πλαγίου λόγου (συνήθως όταν εξαρτώνται από ρήματα ιστορικού χρόνου).

π.χ. Φοβοῦμαι μὴ ἡττηθῶμεν (υποτακτική, ενδεχόμενος φόβος).
Νῦν δὲ φοβούμεθα μὴ ἀμφοτέρων ἅμα ἡμαρτήκαμεν (= μήπως έχουμε αποτύχει και στα δύο), (οριστική, γιατί ο φόβος είναι πραγματικός).
Οἱ δὲ πολέμιοι δείσαντες (= επειδή φοβήθηκαν) μὴ ἁλοῖεν (= συλληφθούν) ἐτράποντο (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο).


3. Πλάγιες ερωτηματικές

Είναι, κυρίως, ερωτήσεις που μας μεταφέρονται σε πλάγιο λόγο. Διακρίνονται σε ολικής άγνοιας, στις οποίες η απάντηση είναι «ναι» ή «όχι» και μερικής άγνοιας, με τις οποίες ζητάει κανείς μια ειδικότερη λεπτομέρεια (π.χ. ποιος, πού, γιατί, πόσο).

Εισάγονται με ερωτηματικές και αναφορικές αντωνυμίες και με τα αντίστοιχα επιρρήματα, όταν είναι μερικής άγνοιας, και με το ερωτηματικό μόριο εἰ, όταν είναι ολικής αγνοίας.
π.χ. Ἐπισκεψώμεθα (= ας εξετάσουμε) εἰ ὁ ἄριστος εὐδαιμονέστατος καὶ ὁ κάκιστος ἀθλιώτατός ἐστιν (πλ. ερωτηματική πρόταση ολικής άγνοιας, εισαγωγή με το ερωτηματικό μόριο εἰ).
Σκέψασθε πῶς ἐπὶ τῶν προγόνων ταῦτα εἶχε (πλ. ερωτηματική πρόταση μερικής άγνοιας, εισαγωγή με το ερωτηματικό επίρρημα πῶς).
Ἐπιμηθεὺς ἠπόρει ὅ,τι χρήσαιτο (= δεν ήξερε τι να κάνει, πλ. ερωτηματική πρόταση μερικής άγνοιας, εισαγωγή με την αναφορική αντωνυμία ὅ,τι).

Εξαρτώνται από ρήματα που σημαίνουν: ρωτώ, απορώ, γνωρίζω, ερευνώ, εξετάζω, δείχνω, φροντίζω, προσπαθώ, λέω, δηλώνω κ.ά.
Εκφέρονται με: οριστική, υποτακτική (απορηματική*), δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική και με ευκτική του πλαγίου λόγου (συνήθως όταν εξαρτώνται από ρήματα ιστορικού χρόνου).

π.χ. Ἀπορῶ εἰ διδακτόν ἐστιν ἡ ἀρετή (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαι (υποτακτική που δηλώνει απορία).
Ἤροντο εἰ τύχοιεν ἂν (= ρώτησαν αν θα μπορούσαν να κάνουν) εἰρήνης (δυν. ευκτική, περιεχόμενο δυνατό στο παρόν και στο μέλλον).
Ἐπεὶ δὲ ἦν πρὸς τοῖς ἀγγέλοις, ἀνηρώτα τί βούλοιντο (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο).

4. Ονοματικές αναφορικές

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι αναφορικές προτάσεις που χρησιμοποιούνται στη θέση ουσιαστικού, επιθέτου ή αντωνυμίας και λειτουργούν ως υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή ονοματικός προσδιορισμός (ομοιόπτωτος ή ετερόπτωτος).

π.χ. Κῦρος δὲ ἔχων οὓς εἴρηκα, ὡρμᾶτο ἀπὸ Σάρδεων (η αναφορική πρόταση οὓς εἴρηκα είναι αντικείμενο στη μετοχή ἔχων της κύριας πρότασης).
Ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ (η αναφορική πρόταση ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός στο υποκείμενο της κύριας πρότασης ὀφθαλμός).

Εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες.
Εκφέρονται με οριστική, υποτακτική, δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική.

π.χ. Οὗτός ἐστιν ὃς ἀπέκτεινε τοὺς στρατηγούς (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Εἰς καλὸν ἡμῖν Ἄνυτος ὅδε παρεκαθέζετο, ᾧ μεταδῶμεν τῆς ζητήσεως (= πάνω στην ώρα ήρθε και κάθισε κοντά μας αυτός εδώ ο Άνυτος, τον οποίο ας κάνουμε σύντροφο στην αναζήτησή μας) (υποτακτική που δηλώνει προτροπή).
Προυφάνης (= φανερώθηκες) δὲ φιλτάτην ἔχων πρόσοψιν, ἧς ἐγὼ οὐδ’ ἂν ἐν κακοῖς λαθοίμην (= ούτε στις συμφορές δε θα μπορούσα να ξεχάσω).
Ἦλθε τὸ ναυτικὸν τὸ τῶν βαρβάρων, ὃ τίς οὐκ ἂν ἰδὼν ἐφοβήθη; (δυν. οριστική, περιεχόμενο αντίθετο του πραγματικού).

*Θυμηθείτε: απορηματική είναι η υποτακτική που χρησιμοποιείται κυρίως σε ερωτηματικές προτάσεις, πλάγιες ή ευθείες, και δηλώνει απορία· μεταφράζεται: να + ρήμα.
π.χ. Οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαι (= Δεν ξέρω τι να απαντήσω).

Ασκήσεις

  1. Στο κείμενο της Ενότητας να επισημάνετε τα μόρια ἂν και να αναγνωρίσετε το είδος τους.
  2. Στις παρακάτω περιόδους να επισημάνετε τα μόρια ἂν και να αναγνωρίσετε το είδος τους:
    1. Ἠρώτησε ποῦ ἂν ἴδοι Πρόξενον.
    2. Τὰς ἀρετὰς ἐπιτηδεύομεν (= καλλιεργούμε), ὅπως ἂν μετὰ πλείστων ἀγαθῶν τὸν βίον διάγωμεν.
    3. Οὓς ἂν ἕλησθε (= εκλέξετε) ἄρχοντας, τούτοις πεισόμεθα (= θα υπακούσουμε).
    4. Κῦρος νομίζεται, εἰ μὴ ἀπέθανεν, ἄριστος ἂν γενέσθαι ἄρχων.
    5. Ἂν πέμψητέ με, οἴομαι ἂν ἐλθεῖν καὶ τριήρεις ἔχων καὶ πλοῖα.
    6. Οὓς ἂν γνῶσι ἀδικοῦντας, τιμωροῦνται.
  3. Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε το είδος και τη συντακτική θέση των δευτερευουσών ονοματικών προτάσεων:
    1. Φημὶ ὅτι καὶ πρὸ ἐμοῦ τοῦτο τὸ φρόνημα εἶχεν ἡ πόλις.
    2. Ξενοφῶν ἔδεισε (= φοβήθηκε) μὴ κακὰ γένοιτο τῇ πόλει.
    3. Πρωταγόρας ἐρωτᾷ εἰ οὐκ αἰσχύνομαι τὰ ἀγαθὰ κακὰ ἀποκαλῶν.
    4. Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος.
  4. Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες ονοματικές ειδικές προτάσεις:
    1. Καὶ ἔλεγον οἱ Ἀθηναῖοι ταῦτα, ὅτι οὐκ ὀρθῶς αἱ σπονδαὶ γένοιντο.
    2. Λέγουσιν οἱ σοφισταὶ ὡς οὐδὲν δέονται χρημάτων.
    3. Σεύθης λέγει ὅτι οὐδενὶ ἂν ἀπιστήσαι Ἀθηναίων.
    4. Παρὰ πάντων ὁμολογεῖται ὡς τὰ βέλτιστα εἰπὼν ἄδικα πάσχει.
    5. Γιγνώσκεις ὅτι σὺ εἶ ὁ μωρός;
  5. Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες ονοματικές ενδοιαστικές προτάσεις:
    1. Κλέαρχος οὐκ ἤθελεν ἀποσπάσαι ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τὸ δεξιὸν κέρας (= το δεξιό τμήμα του πεζικού), φοβούμενος μὴ κυκλωθείη ἑκατέρωθεν (= και από τις δύο πλευρές).
    2. Οὐκοῦν νῦν καὶ τοῦτο κίνδυνος, μὴ λάβωσι προστάτας αὑτῶν τινας τούτων.
    3. Ὅρα (= πρόσεξε) μὴ περὶ τοῖς φιλτάτοις κινδυνεύῃς.
    4. Οὐ τοῦτο ἐφοβεῖτο, μή τινες πορεύσοιντο ἐπὶ τὴν ἐκείνου δύναμιν.
    5. Ἐγὼ οὐκ ἀπέπεμπον τούτους φοβούμενος μή τι γένοιτο διὰ τὴν σὴν ὀργήν.
  6. Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες ονοματικές πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις:
    1. Ἐγὼ γὰρ οὐκ οἶδα εἰ τοῦτο ἀληθές ἐστιν ἢ μή.
    2. Οὐ δῆλόν ἐστι τῷ στρατηγῷ εἰ συμφέρει στρατηγεῖν.
    3. Ἠρώτα αὐτὸν πόσον χρυσίον ἔχοι.
    4. Ἡδέως (= ευχαρίστως) ἂν πυθοίμην (= θα μάθαινα) τίνα ἄν ποτε γνώμην περὶ ἐμοῦ εἴχετε.
    5. Καὶ βασιλεὺς καὶ αὐτός τε θηρᾷ (= κυνηγά) καὶ τῶν ἄλλων ἐπιμελεῖται, ὅπως ἂν θηρῶσιν.
  7. Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες ονοματικές αναφορικές προτάσεις:
    1. Ὃ μέλλεις ποιεῖν μὴ λέγε.
    2. Οὓς ἂν βούλῃ ποιήσασθαι φίλους, ἀγαθόν τι λέγε περὶ αὐτῶν.
    3. Ἦν τις ἐν τῇ στρατείᾳ Ξενοφῶν Ἀθηναῖος, ὃς οὔτε στρατηγὸς οὔτε λοχαγὸς οὔτε στρατιώτης ὢν συνηκολούθει.
    4. Ἀνὴρ δίκαιός ἐστιν οὐχ ὁ μὴ ἀδικῶν, ἀλλ’ ὅστις ἀδικεῖν δυνάμενος μὴ βούλεται.
    5. Ὅστις ἐθέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν.

Καλὸς ὁ νόμος, ἐάν τις αὐτῷ νομίμως χρῆται.

Απόστολος Παῦλος, Πρὸς Τιμόθεον Α΄1.8