Ψ 69-74: Το φάντασμα του Πατρόκλου ζητά από τον Αχιλλέα να θάψει το νεκρό του σώμα

«Κοιμάσαι και με λησμονείς, γλυκύτατε Πηλείδη,
νεκρόν, και ότ' ήμουν ζωντανός εις την καρδιά σου μ' είχες.
Θάψε μ' ευθύς να διαβώ του Άδη τον πυλώνα·
μακράν με διώχνουν οι ψυχές, σκιές αναπαυμένων
να μη διαβώ τον ποταμόν και απόπερα τες σμίξω,
κι εμπρός στες πύλες τες πλατιές του Άδη παραδέρνω» [...].

[πηγή: Ομήρου Ιλιάς, μτφ. Ιάκ. Πολυλάς, Αθήνα: ΟΕΔΒ 1965]

Ω 785-804: Η πυρά και η ταφή του Έκτορα

[...] και άμα η δεκάτη εφάνη αυγή τον κόσμον να φωτίσει
τότ' έβγαλαν τον Έκτορα και κλαίοντας τον θέσαν
εις της πυράς την κορυφήν, κατόπι την ανάψαν.
Και άμα η ροδοδάκτυλη Ηώς στον κόσμο εφάνη,
εις την πυράν ολόγυρα του Έκτορος του ανδρείου
όλος συνάχθηκε ο λαός κι άφθονο πρώτα εχύσαν
κρασί μες στην πυρκαϊά και την εσβήσαν όλην
ως εκεί που εβόσκησε η φωτιά, κι οι αυτάδελφοι και οι φίλοι
κατόπιν όλα εσύναξαν τα άσπρα κόκαλά του,
κι έτρεχαν δάκρυα θερμά από τα μάγουλά τους.
Και μέσα εις χρυσήν λάρνακα τα έθεσαν κατόπι
με πορφυρά και μαλακά σεντόνια τυλιγμένα·
κατόπι τα εκατέβασαν μες στο βαθύ κιβούρι
κι επάνω εστοίβασαν πυκνά λιθάρια και μεγάλα·
και αφού τάφον εσήκωσαν με χώματα εκαθόνταν
φύλακες, απ' τους Αχαιούς το μνήμα να φρουρήσουν.
Και αφού το μνήμα ετοίμασαν, συναθροισθήκαν όλοι
με τάξιν και εκάθησαν στο θαυμαστό τραπέζι
μέσα στα υψηλά δώματα του σεβαστού Πριάμου.
Αυτός του ανδρείου Έκτορος ο ενταφιασμός εγίνη.

[πηγή: Ομηρικά Έπη: Ιλιάδα, Β' Γυμνασίου, μτφ. Ιάκ. Πολυλάς, Αθήνα: ΟΕΔΒ 2010]

Ψ 99-101: Ο Αχιλλέας προσπαθεί ν' αγκαλιάσει το φάντασμα του Πατρόκλου

[...] Και τες αγκάλες άπλωσεν αλλ' έπιασεν αέρα·
ότ' η ψυχή κάτω απ' την γην ωσάν καπνός εχάθη
τρίζοντας· και ο Αχιλλεύς πετάχθη σαστισμένος [...].

[πηγή: Ομήρου Ιλιάς, μτφ. Ιάκ. Πολυλάς, Αθήνα: ΟΕΔΒ 1965]

ω 43-94: Η κηδεία του Αχιλλέα

«Κι απ’ τις ριξιές σαν πήραμε το λείψανο στα πλοία,
σε στρώμα σε ξαπλώσαμε, και τ’ όμορφο κορμί σου
παστρέψαμε με χλιο νερό και λάδι, κι όλοι γύρω
χύνανε δάκρυα οι Δαναοί κι έκοβαν τα μαλλιά τους.
Κι η μάνα σου ήρθε απ’ το γιαλό μ’ αθάνατες Νεράιδες,
σαν άκουσε την είδηση και μια βουή μεγάλη
σηκώθηκε στη θάλασσα, που όλους τρεμούλα πήρε.
Θα ’μπαιναν τότε οι Δαναοί στα βαθουλά καράβια,
αν δεν τους κράταγε άνθρωπος, πολλών κι αρχαίων γνώστης,
ο Νέστορας, που κι από πριν σοφή ήταν η βουλή του.
Αυτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι είπε·
“Αργίτες, Αχαιόπουλα, μη φεύγετε, σταθείτε,
να ’ρθει απ’ το κύμα η μάνα του μ’ αθάνατες Νεράιδες
το πεθαμένο της παιδί να το μοιρολογήσει”.
Κι οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί την άκουσαν και μένουν.
Γύρω σου οι κόρες στάθηκαν του πελαγίσιου γέρου,
κι άλιωτα ρούχα σου ’βαλαν και το χαμό σου κλαίγαν.
Κι οι Μούσες όλες, κι οι εννιά, με τη γλυκιά φωνή τους,
μοιρολογούσαν, που Αχαιού δεν έμεινε ένα μάτι
αδάκρυτο. Τέτοιον καημό το μοιρολόι σκορπούσε.
Μέρες και νύχτες δεκαφτά, χωρίς να πάψει ο θρήνος,
σε κλαίγαμε, οι αθάνατοι με τους θνητούς ανθρώπους.
Στις δεκοχτώ σε δώσαμε στις φλόγες και τριγύρω
αρνιά παχιά σου σφάξαμε και τραχηλάτα βόδια.
Και συ στα ρούχα των θεών, στο λάδι και στο μέλι
καιγόσουν, κι άπειροι Αχαιοί, πεζούρα κι αμαξάδες,
τ’ άρματα ρίχναν στη φωτιά να δυναμώσει η φλόγα
και μια βουή σηκώθηκε κι αλαλαγμός μεγάλος.
Κι όταν πια σ’ έκαψε η φωτιά, τα κόκαλά σου τ' άσπρα
συνάξαμε τη χαραυγή και βάλαμε, Αχιλλέα,
σε λάδι κι άδολο κρασί. Κι ένα χρυσό αμφορέα
έφερε η μάνα σου, δουλειά του ξακουσμένου Ηφαίστου,
κι έλεγε απ’ το Διόνυσο πως χάρισμα τον είχε.
Εκεί, Αχιλλέα, βάλαμε τα κόκαλά σου τ’ άσπρα,
με του Πατρόκλου ανάμιχτα, που ’χε από πριν πεθάνει,
και του Αντιλόχου χωριστά, που απ' όλους τους συντρόφους
— ο Πάτροκλος σαν πέθανε— ξεχωριστά αγαπούσες.
Κι ολόγυρά τους έπειτα ψηλό μεγάλο τάφο
σηκώσαμε όλος ο στρατός των μαχητών Ελλήνων,
στον απλωτόνε Ελλήσποντο, σε μιας κορφής την άκρη,
να φαίνεται απ’ το πέλαγο και να τον βλέπουν όλοι,
όσοι στον κόσμο τώρα ζουν κι όσοι ξοπίσω θα 'ρθουν.
Κι απ’ τους θεούς η μάνα σου πεντάμορφα βραβεία
ζήτησε και μας έβαλε στων Αχαιών τους πρώτους.
Πολλές φορές θα σου ’τυχε να ιδείς ταφές ηρώων,
όταν μεγάλος βασιλιάς καμιά βολά πεθάνει,
που βγαίνουν στον αγώνα οι νιοι να πάρουν τα βραβεία.
Μα εκείνα ανίσως τα ’βλεπες, θα σάστιζε έτσι ο νους σου,
πόβαλε η αργυρόποδη θεά για σένα η Θέτη,
γιατί ήσουν στους μακαριστούς θεούς αγαπημένος.
Κι αν πέθανες, δεν χάθηκε στον κόσμο τ’ όνομά σου,
μα θα ’ναι αιώνια η δόξα σου σ’ όλη τη γη, Αχιλλέα».

[πηγή: Οδύσσεια, μτφ. Ζ. Σίδερης, Αθήνα: ΟΕΔΒ 1981]




εικόνα