Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας (απόσπασμα)

Η πρωτοκόρη κι η αγαπημένη του πατέρα της. Όχι τόσο για τα τυχαία πρωτεία —μολονότι η σπορά κι η γέννησή της ποτέ δεν θα μπορούσαν να αποσπαστούν από τη χρονιά της Επανάστασης— όσο γιατί του έμοιαζε. Και πάλι, όχι στην όψη τόσο, όσο στην περηφάνια και την αποκοτιά. Τούτη η κόρη είχε μεγαλώσει στα ταραγμένα χρόνια του ξεσηκωμού, γεγονός που κατά τον κύρη της δεν θα μπορούσε να αποσπαστεί από τη μανία της να ζωγραφίζει, αν δεν ήταν κιόλας η αιτία. Το εξηγούσε λέγοντας, από την προσωπική του πείρα, πως εκείνα τα τρομερά χρόνια ανέσυραν από τον καθένα, μικρόν ή μεγάλο, κάτι παραπάνω από αυτό που σε κανονικές συνθήκες έδειχνε πως ήταν. Καλό ή κακό δεν εμετρούσε, σίγουρα όμως κάτι παραπάνω από το συνηθισμένο. Κι αυτό συνέβαινε εξαιρετικά απλά, όπως κατά καιρούς ανάβει ένα θαύμα και, πριν σβήσει, δίνει στα πάντα ένα πιο κόκκινο φως.

Ο καπετάν Γιάννης δεν αναζήτησε περισσότερες ερμηνείες για τη μανία της κόρης του να ζωγραφίζει, αφού το θαύμα πρέπει να μένει σε μεγάλο βαθμό ανερμήνευτο. Ας το εξηγούσε μόνη της η Ελένη, μπαίνοντας στα γράμματα και στην καλλιτεχνία, μιας και οι καιροί επέτρεπαν στις θυγατέρες των προεστών ή των πιο εύπορων αγωνιστών να λάβουν καλή μόρφωση, κι ας έμενε για πάντα η θάλασσα στα χέρια των αντρών. Παρά τα θαύματα, που ώς και πάνω στα αλμυρά της ύδατα είχανε πρόσφατα συμβεί, δεν έβλεπε την πρωτοκόρη του να κυβερνά εμπορικό καράβι οπλισμένο με κανόνια, ούτε βέβαια πειρατικό. Ούτε και θα μπορούσε να ναυμαχεί, κι ας του έλεγε η συμβία του πως τούτη η πρώτη θυγατέρα, πιο πολύ από τις άλλες δυο, καθόταν στα κατώφλια των σπιτιών κι άκουγε τα παραμύθια που λέγαν οι γυναίκες την ώρα του αποσπερίτη, έως αργά. Τα παραμύθια, που εκείνα τα χρόνια όλα εστιάζονταν στο παραμύθι της Μεγάλης τους Κυράς. Το όνομά της ακουγόταν πάντα από τις γυναίκες των ψαράδων σιγανά, σχεδόν με τρόμο, αφού το πνεύμα της δεν πρέπει να είχε ολότελα αναπαυτεί και τρογυρνούσε. Τη σκότωσαν προτού καλά καλά προλάβει να γεράσει, εδώ στο νησί. Την πυροβόλησαν μπαμπέσικα σε έναν καβγά που ξέσπασε ανάμεσα σε δυο σπουδαίες κι αντίπαλες φαμίλιες, τη δική της και μιαν άλλη, όταν ο γιος της έκλεψε την κόρη που αγαπούσε από το άλλο σόι. Για χρόνια κανείς δεν κατονόμαζε τον δολοφόνο, αν και όλοι γνώριζαν ποιος ήταν. Γι' αυτό, συνεχίζοντας τον θρήνο οι γυναίκες, υπαινίσσονταν το όμαιμο, το αρβανίτικο βόλι, κι έσερναν τη φωνή τους πίσω μέχρι τη σημαδεμένη γέννηση της Λασκαρίνας. Έλεγαν, τέτοια γεννητούρια μέσα στης Πόλης τα μπουντρούμια, πώς θα μπορούσαν να έχουν τέλος διαφορετικό; Διότι εκεί είχε πάει με τα χίλια βάσανα η νεαρή της μάνα, για να επισκεφτεί τον άντρα της ετοιμοθάνατο στη φυλακή, όπου τον είχαν κλείσει ως επαναστάτη εναντίον της Πύλης στα Ορλωφικά. Κι ενώ εκείνος ξεψυχούσε, η γυναίκα δίπλα γέννησε το πρώτο τους παιδί, μια θυγατέρα. Αυτήν, που εκεί μέσα, αλάλητη ακόμη, πήρε όρκο με την πρώτη της ανάσα να εκδικηθεί. Αυτήν, που εδώ στο νησί στάθηκε δυο φορές στην εκκλησία νύφη και χήρα, κι έκαμε εφτά παιδιά. Αυτήν, που στον ξεσηκωμό στάθηκε πολέμαρχος και κυβερνήτης με προσωπική παντιέρα στον «Αγαμέμνονα», το ονομαστό της πλοίο, και ξοπίσω της ακολουθούσαν οι γιοι κι οι γαμπροί της καπετάνιοι στα πλοία του προσωπικού της στόλου.

Και καθώς οι γυναίκες συνεχίζαν να μοιρολογιούνται, πότε ενώνοντας τα βάσανα και τις ανδραγαθίες της Μεγάλης τους Κυράς, πότε διαχωρίζοντάς τα κι εξηγώντας το ένα ως αίτιο ή ως αποτέλεσμα του άλλου, η Ελένη, μικρή ακόμη, έπλαθε με τον νου της τις εικόνες. Αν και νήπιο όταν έγινε το φονικό, ισχυριζότανε στη γειτονιά ότι θυμότανε τη Λασκαρίνα, και περιέγραφε το πρόσωπό της. Οι γυναίκες σκέφτονταν πως ίσως το ήξερε με τον τρόπο που οι αγιογράφοι ξέρουνε τις φυσιογνωμίες των αόρατων αγίων, σαν έρχονται να τους επισκεφθούνε στο κελί ή στο όνειρο, ραίνοντας μύρα τριγύρω. Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια ζωγραφίζαν τη Μεγάλη τους Κυρά κι άλλοι σπουδαίοι ζωγράφοι, πότε όρθια να οδηγεί το πλήρωμα στη μάχη, πότε καβάλα στο άλογο, πότε να στέκεται δίπλα σε μάρμαρα με το γυμνό σπαθί στο χέρι. Σε μιαν άλλη πάλι ζωγραφιά η Κυρά βρισκότανε σε περιποιημένο κήπο, έχοντας στα μαλλιά της ρόδα, στο αριστερό της χέρι ένα καλαθάκι με λουλούδια και στο δεξί ένα μαντήλι δαντελένιο. Καμιά, ωστόσο, απεικόνιση δεν έμοιαζε στον τρόπο που την έβλεπε η Ελένη, εμπλουτίζοντας καθώς μεγάλωνε τη νηπιακή της εικασία με τις αμφιβολίες, που επιτρέπουν τόσο τα τεκμήρια όσο και τα παραμύθια. Το διαπίστωσε όταν, μεγάλη πια και ζωγράφος, είδε μερικές από τις απεικονίσεις της Κυράς. Αλλά τότε είχε πλέον καταλάβει πως η ζωγραφική μπορεί να αποδώσει το ίδιο πρόσωπο με πολλές εικόνες, είτε από την ίδια την ελευθερία της τέχνης είτε διότι ένα πρόσωπο είναι πάντα πιο πολλά.

[πηγή: Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας. Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σ. 16-19]

εικόνα