Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε΄ & ΣΤ΄ Δημοτικού - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

Στράτης Μυριβήλης

Η Ηλιογέννητη

image247

image248έσα στην καφτερήν ηλιοκαταιγίδα που έδερνε το χωράφι στο καταμεσήμερο, έπεσε —ολότελα φυσιολογικά— μια αχυρουλή* φρέσκη καβαλίνα*. Ήτανε τέλεια στη φόρμα της, ολόξανθη, σαν ένας βόλος χρυσάφι, και κάπως ρομαντικιά, σαν που 'ναι λίγο πολύ όλες οι ξανθές αναιμικές ντεμουαζέλες* του καλού κόσμου. Κοίταξε ένα γύρω το χωράφι που θροούσε* ευχαριστημένο κάτω απ' τη φλογερή πύρα*, καμάρωσε και τη χρυσαφάδα τη δικιά της, και γοητεμένη αφαιρέθηκε να κοιτάει τον καταρράχτη του φωτός, που χυνότανε απ' την κορυφή τ' ουρανού.

—  Πού βρέθηκα εδώ;... Πώς βρέθηκα εδώ; Αναρωτιότανε κάπως χαζά και συλλογιότανε μεγαλόφωνα, σα δραματική ηρωίδα του παλιού καλού θεάτρου.

Ένας μπόμπιρας* που βούιζε πάνωθέ της, την άκουσε και της απάντησε με πολύ σοβαρό ύφος αξιωματικής κριτικής*:

—  Μα δεν το ξέρετε; Πέσατε από ψηλά. Πέσατε εκ των άνω!

Κι αυτή το 'δεσε σε καλό πανί*, κατακαμάρωσε κι ένιωσε την κατάξανθη αριστοκρατική καρδούλα της ν' ανεγαλλιάζει από την ευτυχία της αξίας της.

—  Είμαι, το λοιπόν, Ηλιογέννητη... είμαι ένας βόλος χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι που έσταξε από το μεγάλο άστρο. Τι χάρη που την έχουμε, λέω ωστόσο, εμείς τα ευγενή μέταλλα...

Μια παρέα κοντόφαρδες ντομάτες, που ωρίμαζαν ήσυχα λίγο παρέκει, καταπίνοντας ήλιο και μεταβάλλοντάς τον σε μπελτέ*, άκουσαν την ανακραυγή της Ηλιογέννητης που έτρεμε από συγκίνηση και περηφάνια, και τις έπιασε ένα τέτοιο τρανταχτό γέλιο, που τα πληθωρικά τους μάγουλα, τα χωριάτικα, τσίτωσαν* να σκάσουν.

Είπαν μ' ένα στόμα:

—  Σιγά τον πολυέλαιο!

Η Ηλιογέννητη τους έριξε μια ματιά λοξή, γεμάτη ευγενική συγκατάβαση, και ψιθύρισε:

—  Έχουνε δίκιο να γελάνε έτσι πρόστυχα οι φτωχές. Αυτές είχανε την κακοτυχιά να 'ναι από γεννήσο τους* χυδαία υποκείμενα. Δεν είναι βολετό* να μ' αιστανθούν και να με νιώσουν. Είναι άλλο πράμα να πέσει κανένας απ' τον ουρανό, εκ των άνω. Να 'ναι μια χοντρή στάλα ολόχρυση απ' τη μαλαματένια καρδιά του Ήλιου, που έλιωσε ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι...

image249

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Σταροχώραφο με κοράκια (Εθνικό Μουσείο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Άμστερνταμ)

Και μονομιάς ξεχείλισε η ξανθιά καρδούλα της από ασυγκράτητη ευγνωμοσύνη προς τον ένδοξο γονιό της κι ένιωσε ένα κύμα δακρυσμένου αλτρουισμού* και συμπόνιας να την πλημμυράει για όλα τα φτωχά και ταπεινά πράματα του κόσμου. Ήταν ένα αληθινό φιλανθρωπικό ταλέντο, που μπορούσε σίγουρα να κάνει πολύ καλό σε τούτο τον ντουνιά* για ν' ανακουφίσει τη δυστυχία των παρακατιανών. Και ποιος ξέρει πόσο συγκινητικά θα τέλειωνε τούτη η ιστορία, α* δε λάχαινε* κείνη την ώρα ίσα ίσα να περνάνε δίπλα της δυο μαύροι βρομοκάνθαροι*.

Ήταν ακάθαρτοι και χοντροί μέσα στα ράσα τους τα λασπωμένα, σαν αγιορείτες καλόγεροι*, και κάνανε μεγάλες χαρές μόλις μυριστήκανε το κελεπούρι*. Την πασπάτεψαν από δω, την πασπάτεψαν από κει με τα βρόμικα ποδάρια τους και σαν τήνε βρήκαν αρκετά στρογγυλή και καλοφορμαρισμένη, ακούμπησαν τα μπροστινά τους χάμου και βάλθηκαν σπρώχνοντας με τα πίσω πόδια τους, α και α, να την κυλάνε προς τη φωλιά τους, με πολύ κουράγιο.

Η καβαλίνα αχνίζοντας από ιερήν οργή, φώναξε:

—  Καλέ, πού με κυλάτε έτσι δα, βρομοζωύφια; Εμένα, ένα κομμάτι καθαρό χρυσάφι; Πρώτη φορά θα σας έτυχε να βρεθείτε μπροστά σ' ένα «ψήγμα»* ατόφιο μάλαμα*!

Οι βρομοκάνθαροι σταμάτησαν ιδρωμένοι και κοίταξαν κοροϊδευτικά το «ψήγμα». Ύστερα της είπανε μ' ένα στόμα:

—  Εμείς βρομοζωύφια; Πόσο μας αδικείς, κυρά μου! Εμείς; Μα δε μας γνώρισες, το λοιπόν, πως είμαστε τραπεζίτες που καταλάβαμε την αξία σου και σε πάμε ίσια στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής*; Ορίστε. Κοίτα και τις ρεντικότες* μας!

Και με μιαν αποτυχημένη ρεβεράντσα* τής γύρισαν πάλε* τις ράχες, φτύσανε μια στις φούχτες τους και όλο καρδιά ξαναμπήχτηκαν στη δουλειά τους τραγουδώντας παράφωνα το «Βαρκάρη του Βόλγα».

 

*αχυρουλή (αχυρουλός): παχουλή, γεμάτη άχυρο, αχυροθρεμμένη * (η) καβαλίνα: κοπριά αλόγου ή γαϊδάρου * ντεμουαζέλες (η ντεμουαζέλα): δεσποινίδες * θροούσε (θροώ): ηχούσε, έβγαζε ήχο που προερχόταν απ' το θρόισμα των φυτών * (η) πύρα: η θερμότητα * (ο) μπόμπιρας: μπάμπουρας (είδος εντόμου) * αξιωματική κριτική: κριτική που δε σήκωνε αντίρρηση * το 'δεσε σε καλό πανί: το πήρε επάνω της * μπελτές (ή πελτές): πολτός ντομάτας * τσίτωσαν (τσιτώνω): τεντώθηκαν, φούσκωσαν * από γεννήσο τους: από τη γέννησή τους * δεν είναι βολετό: δεν είναι δυνατό * (ο) αλτρουισμός: η φροντίδα, το ειλικρινές ενδιαφέρον για τους άλλους, που συνοδεύεται από την άρνηση του ατομικού συμφέροντος *τον ντουνιά (ο ντουνιάς): τον κόσμο, την πλάση * α: αν * λάχαινε (λαχαίνω): τύχαινε * βρομοκάνθαροι (ο βρομοκάνθαρος): σκαθάρια * αγιορείτες καλόγεροι: καλόγεροι από το Άγιο Όρος * το κελεπούρι: κάτι το ξεχωριστό, ευχάριστη ανακάλυψη, δώρο της τύχης * (το) ψήγμα: μικρό κομμάτι μετάλλου * (το) μάλαμα: το χρυσάφι * στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής, δηλαδή της Εθνικής Τράπεζας * τις ρεντικότες (η ρεντικότα): στενά επίσημα σταυρωτά σακάκια για άντρες * (η) ρεβεράντσα: μεγάλη υπόκλιση * πάλε: πάλι

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής


image45Ερωτήσεις - Δραστηριότητες: Εφαρμογή

  1. Με αναφορά σε φράσεις του κειμένου να χαρακτηρίσετε την Ηλιογέννητη και τους βρομοκάνθαρους. Τι κοινό υπάρχει μεταξύ τους;
  2. Να συγκρίνετε την Ηλιογέννητη του Στράτη Μυριβήλη με τη Σακοράφα του ομώνυμου παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (σελ. 147-149).
    Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, «Η Σακοράφα» [Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε΄ & ΣΤ΄ Δημοτικού]
  3. Να δραματοποιήσετε το κείμενο, προσθέτοντας, αν θέλετε, κι άλλα πρόσωπα.

image251

Στράτης Μυριβήλης  Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας]

(Λέσβος 1890 - Αθήνα 1969)

Πεζογράφος και δοκιμιογράφος. Ασχολήθηκε, επίσης, με τη δημοσιογραφία έως το 1958, που εκλέχτηκε ακαδημαϊκός. Πήρε μέρος ως εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). Στο έργο του προβάλλει αντιπολεμικές και ανθρωπιστικές αξίες, αντλεί υλικό από τη λαϊκή παράδοση και περιγράφει με λυρισμό τη φύση. Το μυθιστόρημά του Η ζωή εν τάφω θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Έγραψε, ακόμη, τα μυθιστορήματα Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, Η Παναγιά η γοργόνα, τη νουβέλα Ο Βασίλης ο Αρβανίτης, καθώς και πάμπολλα διηγήματα και το παιδικό μυθιστόρημα Ο Αργοναύτης.

image252